Πώς είναι δυνατόν η αξία μιας επιχείρησης με τέτοιο ορυκτό πλούτο να καταρρέει στο μισό μέσα σε ελάχιστους μήνες
Καθώς εμβαθύνει η εισαγγελική έρευνα γύρω από την πολύκροτη υπόθεση της αμφιλεγόμενης μεταβίβασης της «Μάρμαρα Παυλίδης», στο επίκεντρο τίθεται πλέον το ζήτημα του τιμήματος: Ποια ήταν η πραγματική αξία της εταιρείας, πόσο τελικά πουλήθηκε και ποιος ωφελήθηκε από την εικόνα της απομείωσής της;
Σύμφωνα με έγγραφα που διαθέτει η Εισαγγελία Δράμας, εντοπίζεται ένα κομβικό σημείο που αφορά τους ισχυρισμούς του ελεγχόμενου Χριστόφορου Παυλίδη αναφορικά με τα κοιτάσματα και συγκεκριμένα τις δυσχέρειες στην εκμετάλλευσή τους.
Σε πλήρη αντίθεση με όσα φέρεται να είχαν συζητηθεί προγενέστερα, το συγκεκριμένο έγγραφο αποκαλύπτει πως το κοίτασμα παρουσιαζόταν ως προβληματικό και εξαιρετικά δύσκολο στην εξόρυξη.
Η επιχειρηματολογία του, όπως καταγράφεται, ήταν αποκαρδιωτική: «Το νέο κοίτασμα παρουσιάζει μεγάλες δυσκολίες εξόρυξης, η αδειοδότηση θα απαιτήσει τουλάχιστον μια τετραετία, ενώ το παραγόμενο προϊόν θα είναι χαμηλής ποιότητας, όχι αρκετά λευκό, καθιστώντας το μέλλον αβέβαιο».
Ωστόσο, ο ίδιος άνθρωπος, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Καθημερινή» τον Σεπτέμβριο του 2023, παρουσίαζε μια εντελώς διαφορετική εικόνα, υπογραμμίζοντας πως «βάσει του ερευνητικού προγράμματος της τελευταίας τριετίας, τα κοιτάσματα της εταιρείας έχουν ορίζοντα ζωής που ξεπερνά τα 50 έτη».
Μάλιστα, δήλωνε υπερήφανος που η εταιρεία, με έδρα τη Δράμα, διαθέτει μερικά από τα σημαντικότερα αποθέματα πολύτιμων λευκών μαρμάρων παγκοσμίως (όπως το διάσημο Ariston), τα οποία απολαμβάνουν υψηλής ζήτησης στις διεθνείς αγορές.
Το συμπέρασμα είναι αμείλικτο: Ο Χρ. Παυλίδης είτε παραπλανούσε το επενδυτικό κοινό, είτε τα ίδια του τα αδέρφια.
Η στρατηγική της απαξίωσης
Υπό το βάρος αυτών των αντιφατικών παραστάσεων και της απόκρυψης της αλήθειας, η Χριστίνα και ο Κυριάκος Παυλίδης πείστηκαν τελικά να συναινέσουν στην πώληση της εταιρείας έναντι 250 εκατ. ευρώ.
Το ποσό αυτό φαντάζει εξωφρενικά χαμηλό, δεδομένου ότι ο ίδιος ο Χριστόφορος φέρεται να είχε δηλώσει στο παρελθόν πως η εταιρεία «δεν πωλείται κάτω από 600 εκατ. ευρώ».
Μιλάμε για την ίδια ακριβώς εταιρεία, με τα ίδια κοιτάσματα, αλλά με τιμή πώλησης μικρότερη από τη μισή.
Τα αδέρφια του καταγγέλλουν πλέον πως υπήρξε συστηματική υποβάθμιση της αξίας των λατομείων (κυρίως του Ariston και των λευκών δολομιτικών), παρουσίαση ψευδών στοιχείων για τα αποθέματα και καλλιέργεια κλίματος πανικού για δήθεν πτωτική πορεία, ώστε το τίμημα των 250 εκατ. να φαντάζει ως η μόνη «ρεαλιστική» διέξοδος.
Η πραγματική αξία των λατομείων
Είναι γνωστό πως τα μάρμαρα της εταιρείας – ειδικά οι ποικιλίες Ariston και Sivec – θεωρούνται premium προϊόντα με εξαγωγές σε πάνω από 40 χώρες.
Χαρακτηρίζονται από μακροζωία κοιτασμάτων, σταθερή διεθνή ζήτηση και υψηλές τιμές πώλησης, αποτελώντας την κύρια πηγή κερδοφορίας. Το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο: Πώς είναι δυνατόν η αξία μιας επιχείρησης με τέτοιο ορυκτό πλούτο να καταρρέει στο μισό μέσα σε ελάχιστους μήνες;
Την απάντηση δίνει εν μέρει το Υπόμνημα Γεωργίου, που περιλαμβάνεται στη δικογραφία, το οποίο δεν περιγράφει απλώς μια τεχνική διαφωνία.
Περιγράφει μια διαδικασία που εγείρει σοβαρά ερωτήματα, κάνοντας λόγο για σκόπιμες παραλείψεις, επιλεκτικές προβλέψεις και χρήση συντελεστών που επιλέχθηκαν με μοναδικό κριτήριο τη συρρίκνωση της αποτίμησης.
Αποκαλύπτεται, ουσιαστικά, πως οι αποτιμήσεις που προώθησε ο νυν διευθύνων σύμβουλος, Χριστόφορος Παυλίδης, όχι απλώς δεν εκτίμησαν σωστά τα κοιτάσματα, αλλά τα εξάλειψαν τεχνητά από την εξίσωση.
Αγνοήθηκαν επιδεικτικά όλα τα δεδομένα που πιστοποιούσαν τη μακροχρόνια και εγγυημένη αξία της εταιρείας, η οποία απορρέει από την ποιότητα, την ποσότητα και τη διάρκεια ζωής των λατομείων της.
www.bankingnews.gr
Σύμφωνα με έγγραφα που διαθέτει η Εισαγγελία Δράμας, εντοπίζεται ένα κομβικό σημείο που αφορά τους ισχυρισμούς του ελεγχόμενου Χριστόφορου Παυλίδη αναφορικά με τα κοιτάσματα και συγκεκριμένα τις δυσχέρειες στην εκμετάλλευσή τους.
Σε πλήρη αντίθεση με όσα φέρεται να είχαν συζητηθεί προγενέστερα, το συγκεκριμένο έγγραφο αποκαλύπτει πως το κοίτασμα παρουσιαζόταν ως προβληματικό και εξαιρετικά δύσκολο στην εξόρυξη.
Η επιχειρηματολογία του, όπως καταγράφεται, ήταν αποκαρδιωτική: «Το νέο κοίτασμα παρουσιάζει μεγάλες δυσκολίες εξόρυξης, η αδειοδότηση θα απαιτήσει τουλάχιστον μια τετραετία, ενώ το παραγόμενο προϊόν θα είναι χαμηλής ποιότητας, όχι αρκετά λευκό, καθιστώντας το μέλλον αβέβαιο».
Ωστόσο, ο ίδιος άνθρωπος, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Καθημερινή» τον Σεπτέμβριο του 2023, παρουσίαζε μια εντελώς διαφορετική εικόνα, υπογραμμίζοντας πως «βάσει του ερευνητικού προγράμματος της τελευταίας τριετίας, τα κοιτάσματα της εταιρείας έχουν ορίζοντα ζωής που ξεπερνά τα 50 έτη».
Μάλιστα, δήλωνε υπερήφανος που η εταιρεία, με έδρα τη Δράμα, διαθέτει μερικά από τα σημαντικότερα αποθέματα πολύτιμων λευκών μαρμάρων παγκοσμίως (όπως το διάσημο Ariston), τα οποία απολαμβάνουν υψηλής ζήτησης στις διεθνείς αγορές.
Το συμπέρασμα είναι αμείλικτο: Ο Χρ. Παυλίδης είτε παραπλανούσε το επενδυτικό κοινό, είτε τα ίδια του τα αδέρφια.
Η στρατηγική της απαξίωσης
Υπό το βάρος αυτών των αντιφατικών παραστάσεων και της απόκρυψης της αλήθειας, η Χριστίνα και ο Κυριάκος Παυλίδης πείστηκαν τελικά να συναινέσουν στην πώληση της εταιρείας έναντι 250 εκατ. ευρώ.
Το ποσό αυτό φαντάζει εξωφρενικά χαμηλό, δεδομένου ότι ο ίδιος ο Χριστόφορος φέρεται να είχε δηλώσει στο παρελθόν πως η εταιρεία «δεν πωλείται κάτω από 600 εκατ. ευρώ».
Μιλάμε για την ίδια ακριβώς εταιρεία, με τα ίδια κοιτάσματα, αλλά με τιμή πώλησης μικρότερη από τη μισή.
Τα αδέρφια του καταγγέλλουν πλέον πως υπήρξε συστηματική υποβάθμιση της αξίας των λατομείων (κυρίως του Ariston και των λευκών δολομιτικών), παρουσίαση ψευδών στοιχείων για τα αποθέματα και καλλιέργεια κλίματος πανικού για δήθεν πτωτική πορεία, ώστε το τίμημα των 250 εκατ. να φαντάζει ως η μόνη «ρεαλιστική» διέξοδος.
Η πραγματική αξία των λατομείων
Είναι γνωστό πως τα μάρμαρα της εταιρείας – ειδικά οι ποικιλίες Ariston και Sivec – θεωρούνται premium προϊόντα με εξαγωγές σε πάνω από 40 χώρες.
Χαρακτηρίζονται από μακροζωία κοιτασμάτων, σταθερή διεθνή ζήτηση και υψηλές τιμές πώλησης, αποτελώντας την κύρια πηγή κερδοφορίας. Το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο: Πώς είναι δυνατόν η αξία μιας επιχείρησης με τέτοιο ορυκτό πλούτο να καταρρέει στο μισό μέσα σε ελάχιστους μήνες;
Την απάντηση δίνει εν μέρει το Υπόμνημα Γεωργίου, που περιλαμβάνεται στη δικογραφία, το οποίο δεν περιγράφει απλώς μια τεχνική διαφωνία.
Περιγράφει μια διαδικασία που εγείρει σοβαρά ερωτήματα, κάνοντας λόγο για σκόπιμες παραλείψεις, επιλεκτικές προβλέψεις και χρήση συντελεστών που επιλέχθηκαν με μοναδικό κριτήριο τη συρρίκνωση της αποτίμησης.
Αποκαλύπτεται, ουσιαστικά, πως οι αποτιμήσεις που προώθησε ο νυν διευθύνων σύμβουλος, Χριστόφορος Παυλίδης, όχι απλώς δεν εκτίμησαν σωστά τα κοιτάσματα, αλλά τα εξάλειψαν τεχνητά από την εξίσωση.
Αγνοήθηκαν επιδεικτικά όλα τα δεδομένα που πιστοποιούσαν τη μακροχρόνια και εγγυημένη αξία της εταιρείας, η οποία απορρέει από την ποιότητα, την ποσότητα και τη διάρκεια ζωής των λατομείων της.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών