Το 96% του κόστους των αμερικανικών δασμών επιβαρύνει τις ίδιες τις ΗΠΑ
Μια νέα μελέτη γερμανικού οικονομικού ερευνητικού ινστιτούτου καταρρίπτει τον ισχυρισμό της Ουάσινγκτον ότι οι δασμοί μετακυλίουν το κόστος τους στους ξένους εξαγωγείς.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, η συντριπτική πλειονότητα του βάρους από τους δασμούς που επιβάλλουν οι Ηνωμένες Πολιτείες καταλήγει να επιβαρύνει την ίδια την αμερικανική οικονομία.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε από το Ινστιτούτο του Κιέλου για την Παγκόσμια Οικονομία (Kiel Institute for the World Economy), δείχνει ότι περίπου το 96% του κόστους των δασμών το επωμίζονται οι Αμερικανοί εισαγωγείς και καταναλωτές, ενώ μόλις το 4% απορροφάται από τους ξένους εξαγωγείς.
Τα συμπεράσματα βασίζονται στην ανάλυση περισσότερων από 25 εκατομμύρια ναυτιλιακές αποστολές προς τις ΗΠΑ, που καλύπτουν εμπορικές συναλλαγές σχεδόν 4 τρισ. δολαρίων την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2024 έως τον Νοέμβριο του 2025.
Ο Julian Hinz, διευθυντής ερευνών του Ινστιτούτου και συντάκτης της μελέτης, χαρακτήρισε τους δασμούς «αυτογκόλ», επισημαίνοντας ότι η ευρέως διαδεδομένη άποψη πως «οι ξένες χώρες πληρώνουν τους δασμούς» αποτελεί «μύθο».
Περιορισμένη επίδραση στις τιμές των εξαγωγέων
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι αυξήσεις των δασμών έχουν ελάχιστη επίδραση στις τιμολογιακές αποφάσεις των ξένων εξαγωγέων.
Για κάθε αύξηση των δασμών κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες, οι μέσες τιμές εισαγωγής μειώνονται μόλις κατά 0,39%, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι εξαγωγείς απορροφούν μόνο ένα μικρό μέρος του επιπλέον κόστους.
Στην πράξη, ακόμη και όταν επιβάλλεται δασμός 25%, οι ξένοι προμηθευτές μειώνουν τις τιμές τους κατά λιγότερο από 1% κατά μέσο όρο, με το μεγαλύτερο μέρος του κόστους να παραμένει στις ΗΠΑ και τελικά να μετακυλίεται στους καταναλωτές μέσω υψηλότερων τιμών.
Μείωση όγκου εμπορίου, όχι τιμών
Αντί να πιέζουν τις τιμές προς τα κάτω, οι υψηλότεροι δασμοί οδηγούν κυρίως σε μείωση του όγκου των συναλλαγών, σύμφωνα με τη μελέτη.
Μετά τις αυξήσεις δασμών σε εισαγωγές από τη Βραζιλία και την Ινδία τον Αύγουστο του 2025 —με τους δασμούς στα βραζιλιάνικα προϊόντα να ανεβαίνουν στο 50% και στα ινδικά από 25% σε 50%— οι εξαγωγές προς τις ΗΠΑ μειώθηκαν έως και 24%, χωρίς να μεταβληθούν ουσιαστικά οι τιμές.
Ο Bian Yongzu, οικονομικός αναλυτής και αναπληρωτής αρχισυντάκτης του περιοδικού Modernization of Management, δήλωσε ότι καθώς οι δασμοί επεκτείνονται σε περισσότερους εμπορικούς εταίρους, ο βασικός κίνδυνος προέρχεται από τις δευτερογενείς επιπτώσεις, όπως η εκτροπή του εμπορίου και η αύξηση του κόστους συμμόρφωσης και προσαρμογής για τις επιχειρήσεις.
Όλα αυτά προσθέτουν τριβές σε ήδη εύθραυστες παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες.
Όπως σημείωσε, οι εμπορικές τριβές είναι πιο πιθανό να ανακατευθύνουν τις εμπορικές ροές παρά να αλλάξουν τη συμπεριφορά τιμολόγησης, καθώς οι εταιρείες προσαρμόζουν τις αλυσίδες εφοδιασμού τους ή αναζητούν νέες αγορές αντί να μειώσουν τις τιμές.
Μακροπρόθεσμο κόστος για την ανταγωνιστικότητα
Σε βάθος χρόνου, οι υψηλότεροι δασμοί αναμένεται να συμπιέσουν τα περιθώρια κέρδους των αμερικανικών επιχειρήσεων και να αυξήσουν το κόστος για τους καταναλωτές, ενώ οι εξαγωγικές χώρες θα αντιμετωπίσουν μειωμένες πωλήσεις προς τις ΗΠΑ και αυξημένη πίεση να στραφούν σε εναλλακτικές αγορές.
Όπως καταλήγει ο Hinz, «οι δασμοί τελικά ζημιώνουν όλους», υπονομεύοντας την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και επιβαρύνοντας τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τους καταναλωτές.
www.bankingnews.gr
Σύμφωνα με τα ευρήματα, η συντριπτική πλειονότητα του βάρους από τους δασμούς που επιβάλλουν οι Ηνωμένες Πολιτείες καταλήγει να επιβαρύνει την ίδια την αμερικανική οικονομία.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε από το Ινστιτούτο του Κιέλου για την Παγκόσμια Οικονομία (Kiel Institute for the World Economy), δείχνει ότι περίπου το 96% του κόστους των δασμών το επωμίζονται οι Αμερικανοί εισαγωγείς και καταναλωτές, ενώ μόλις το 4% απορροφάται από τους ξένους εξαγωγείς.
Τα συμπεράσματα βασίζονται στην ανάλυση περισσότερων από 25 εκατομμύρια ναυτιλιακές αποστολές προς τις ΗΠΑ, που καλύπτουν εμπορικές συναλλαγές σχεδόν 4 τρισ. δολαρίων την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2024 έως τον Νοέμβριο του 2025.
Ο Julian Hinz, διευθυντής ερευνών του Ινστιτούτου και συντάκτης της μελέτης, χαρακτήρισε τους δασμούς «αυτογκόλ», επισημαίνοντας ότι η ευρέως διαδεδομένη άποψη πως «οι ξένες χώρες πληρώνουν τους δασμούς» αποτελεί «μύθο».
Περιορισμένη επίδραση στις τιμές των εξαγωγέων
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι αυξήσεις των δασμών έχουν ελάχιστη επίδραση στις τιμολογιακές αποφάσεις των ξένων εξαγωγέων.
Για κάθε αύξηση των δασμών κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες, οι μέσες τιμές εισαγωγής μειώνονται μόλις κατά 0,39%, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι εξαγωγείς απορροφούν μόνο ένα μικρό μέρος του επιπλέον κόστους.
Στην πράξη, ακόμη και όταν επιβάλλεται δασμός 25%, οι ξένοι προμηθευτές μειώνουν τις τιμές τους κατά λιγότερο από 1% κατά μέσο όρο, με το μεγαλύτερο μέρος του κόστους να παραμένει στις ΗΠΑ και τελικά να μετακυλίεται στους καταναλωτές μέσω υψηλότερων τιμών.
Μείωση όγκου εμπορίου, όχι τιμών
Αντί να πιέζουν τις τιμές προς τα κάτω, οι υψηλότεροι δασμοί οδηγούν κυρίως σε μείωση του όγκου των συναλλαγών, σύμφωνα με τη μελέτη.
Μετά τις αυξήσεις δασμών σε εισαγωγές από τη Βραζιλία και την Ινδία τον Αύγουστο του 2025 —με τους δασμούς στα βραζιλιάνικα προϊόντα να ανεβαίνουν στο 50% και στα ινδικά από 25% σε 50%— οι εξαγωγές προς τις ΗΠΑ μειώθηκαν έως και 24%, χωρίς να μεταβληθούν ουσιαστικά οι τιμές.
Ο Bian Yongzu, οικονομικός αναλυτής και αναπληρωτής αρχισυντάκτης του περιοδικού Modernization of Management, δήλωσε ότι καθώς οι δασμοί επεκτείνονται σε περισσότερους εμπορικούς εταίρους, ο βασικός κίνδυνος προέρχεται από τις δευτερογενείς επιπτώσεις, όπως η εκτροπή του εμπορίου και η αύξηση του κόστους συμμόρφωσης και προσαρμογής για τις επιχειρήσεις.
Όλα αυτά προσθέτουν τριβές σε ήδη εύθραυστες παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες.
Όπως σημείωσε, οι εμπορικές τριβές είναι πιο πιθανό να ανακατευθύνουν τις εμπορικές ροές παρά να αλλάξουν τη συμπεριφορά τιμολόγησης, καθώς οι εταιρείες προσαρμόζουν τις αλυσίδες εφοδιασμού τους ή αναζητούν νέες αγορές αντί να μειώσουν τις τιμές.
Μακροπρόθεσμο κόστος για την ανταγωνιστικότητα
Σε βάθος χρόνου, οι υψηλότεροι δασμοί αναμένεται να συμπιέσουν τα περιθώρια κέρδους των αμερικανικών επιχειρήσεων και να αυξήσουν το κόστος για τους καταναλωτές, ενώ οι εξαγωγικές χώρες θα αντιμετωπίσουν μειωμένες πωλήσεις προς τις ΗΠΑ και αυξημένη πίεση να στραφούν σε εναλλακτικές αγορές.
Όπως καταλήγει ο Hinz, «οι δασμοί τελικά ζημιώνουν όλους», υπονομεύοντας την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και επιβαρύνοντας τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τους καταναλωτές.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών