Οι Ηνωμένες Πολιτείες κλιμάκωσαν την κριτική τους προς τη Νότια Αφρική μετά τις ναυτικές ασκήσεις που πραγματοποιήθηκαν αυτή την εβδομάδα με τη συμμετοχή της Κίνας και ορισμένων κρατών-μελών των BRICS, μεταξύ των οποίων το Ιράν, εν μέσω της σοβαρής κρίσης και της επαπειλούμενης αμερικανικής επέμβασης, η οποία αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή.
Η αμερικανική κυβέρνηση κατηγόρησε την Πρετόρια ότι υπονομεύει την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, μία ημέρα αφότου η αμερικανική πρεσβεία κατηγόρησε έντονα τη Νότια Αφρική για το γεγονός ότι επέτρεψε στο Ιράν να συμμετάσχει σε στρατιωτικές ασκήσεις που διεξήχθησαν ανοιχτά των ακτών του Κέιπ Τάουν.
Στις ασκήσεις συμμετείχαν επίσης ρωσικά και κινεζικά πολεμικά πλοία.
Προειδοποίηση για τον ανταγωνισμό ΗΠΑ–Κίνας
Η επίπληξη συνοδεύτηκε από μια ιδιαίτερα αιχμηρή προειδοποίηση ότι η Νότια Αφρική κινδυνεύει να βρεθεί στη «χαμένη πλευρά» της αντιπαλότητας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας.
«Η Νότια Αφρική συνεχίζει να δείχνει το μεσαίο δάχτυλο στις Ηνωμένες Πολιτείες», ανέφερε η επιτροπή σε ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην πλατφόρμα X την Παρασκευή. «Θα διαπιστώσουν πολύ γρήγορα ότι βρίσκονται στη χαμένη πλευρά μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας».
Η κριτική αυτή υπογραμμίζει τις τεταμένες σχέσεις μεταξύ της Νότιας Αφρικής και των ΗΠΑ, οι οποίες έχουν επιδεινωθεί σημαντικά από τότε που ο Donald Trump επέστρεψε στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2025.
Ρήξη σχέσεων μετά την επιστροφή του Trump
Η κυβέρνηση Trump έχει καταδικάσει τους δεσμούς της Πρετόρια με τη Ρωσία, την Κίνα και το Ιράν, έχει επικρίνει έντονα τις εσωτερικές πολιτικές της χώρας που στοχεύουν στην αποκατάσταση των φυλετικών ανισοτήτων που προκάλεσε το apartheid, και έχει διατυπώσει αβάσιμους ισχυρισμούς ότι η Νότια Αφρική διαπράττει «γενοκτονία» εις βάρος λευκών αγροτών και κατάσχει τη γη τους.
Τον Μάρτιο, ο Trump ανέστειλε την αμερικανική βοήθεια προς τη Νότια Αφρική, ενώ τον Νοέμβριο δήλωσε ότι σχεδίαζε να «σταματήσει όλες τις πληρωμές και τις επιδοτήσεις» προς τη χώρα.
Η ανακοίνωση της επιτροπής της Βουλής συνδέεται με δήλωση του υπουργείου Δικαιοσύνης στις 15 Ιανουαρίου, σύμφωνα με την οποία οι ΗΠΑ κατέθεσαν αγωγή δήμευσης κατά της ιδιωτικής εταιρείας Test Flying Academy of South Africa (TFASA).
Το υπουργείο κατηγόρησε την TFASA ότι εξήγαγε παράνομα αμερικανική τεχνολογία προσομοιωτών στρατιωτικών πτήσεων και ότι στρατολόγησε πρώην πιλότους του NATO για να συμβάλουν στην εκπαίδευση του κινεζικού στρατού.
Οι κατηγορίες αυτές, σύμφωνα με ανακοίνωση της εταιρείας στον ιστότοπό της, «απορρίπτονται κατηγορηματικά».
Η σχολή πιλότων, που βρίσκεται στη νότια πόλη Oudtshoorn, είχε προστεθεί το 2023 στη λίστα εξαγωγικών ελέγχων Entity List του αμερικανικού υπουργείου Εμπορίου.
Κατασχέσεις και στρατιωτική τεχνολογία
Η διαδικασία δήμευσης αφορούσε την παρεμπόδιση της μεταφοράς δύο Mission Crew Trainers (MCTs), τα οποία βρίσκονταν καθ’ οδόν από την TFASA προς τον κινεζικό People’s Liberation Army (PLA), σύμφωνα με το υπουργείο Δικαιοσύνης, όπως μεταδίδει το Bloomberg.
Τα MCTs είναι κινητές αίθουσες εκπαίδευσης, οι οποίες, όπως ανέφερε το υπουργείο, προορίζονταν να βοηθήσουν τον PLA στην εκπαίδευση προσωπικού για τη χρήση συστημάτων εναέριας έγκαιρης προειδοποίησης και ελέγχου, καθώς και αεροσκαφών ανθυποβρυχιακού πολέμου.
Η TFASA δήλωσε ότι «απορρίπτει κάθε υπόνοια πως μεταφέρθηκε τεχνογνωσία του NATO ή ότι οποιαδήποτε αμερικανική στρατιωτική τεχνολογία, αμυντικά τεχνικά δεδομένα ή άλλες περιορισμένες πληροφορίες εξήχθησαν κατά παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας».
Η εταιρεία δημοσίευσε επίσης έκθεση με τα πορίσματα έρευνας, η οποία, σύμφωνα με την ίδια, αποδεικνύει ότι οι κατηγορίες είναι «αβάσιμες και δυσανάλογες».
Η αντίδραση της νοτιοαφρικανικής κυβέρνησης
Το υπουργείο Διεθνών Σχέσεων της Νότιας Αφρικής δήλωσε ότι έλαβε υπόψη του τις «διευκρινίσεις» που παρείχε η TFASA.
«Παραμένουμε προσηλωμένοι σε εποικοδομητική συνεργασία με τους Αμερικανούς ομολόγους μας, ώστε να αντιμετωπιστούν τυχόν ανησυχίες και να διασφαλιστεί η σαφής κατανόηση των γεγονότων μέσω των διπλωματικών μας διαύλων», δήλωσε ο εκπρόσωπος του Dirco, Chrispin Phiri, απαντώντας σε σχετικό αίτημα για σχόλιο.
Οι ναυτικές ασκήσεις των BRICS Plus με την ονομασία “Will for Peace 2026” πραγματοποιήθηκαν από τις 9 έως τις 16 Ιανουαρίου 2026, ανοικτά των ακτών του Simon’s Town στη Νότια Αφρική.
Παρότι η Ινδία κατείχε την προεδρία των BRICS για το 2026, επέλεξε να μην συμμετάσχει, ενώ άλλα κράτη-μέλη όπως η Κίνα, η Ρωσία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έλαβαν μέρος.
Αν και η Ινδία προσκλήθηκε επίσημα από τη χώρα υποδοχής, τη Νότια Αφρική, έλαβε μια «συνειδητή πολιτική απόφαση» να μην συμμετάσχει στις ναυτικές ασκήσεις. Την ηγεσία των γυμνασίων ανέλαβε η Κίνα, με τη συμμετοχή ναυτικών δυνάμεων από τη Ρωσία, το Ιράν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Η Βραζιλία, η Αίγυπτος, η Αιθιοπία και η Ινδονησία παρευρέθηκαν ως παρατηρητές, ενώ η Ινδία αρνήθηκε ακόμη και καθεστώς παρατηρητή.
Στόχοι και χαρακτήρας των ασκήσεων
Το θέμα των ναυτικών ασκήσεων ήταν «Joint Actions to Ensure the Safety of Key Shipping Lanes and Maritime Economic Activities».
Οι δραστηριότητες επικεντρώθηκαν στη θαλάσσια ασφάλεια, την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, την άμυνα έναντι επιθέσεων στη θάλασσα, καθώς και σε επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης.
Οι συμμετέχοντες παρουσίασαν τις ασκήσεις ως μια στρατηγική πρωτοβουλία στο πλαίσιο των BRICS Plus, με στόχο την ανάδειξη ενός νέου μοντέλου συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας μεταξύ χωρών του Παγκόσμιου Νότου.
Ωστόσο, η διεξαγωγή τους προκάλεσε έντονη συζήτηση στη Δύση, ιδίως λόγω της εμπλοκής χωρών υπό κυρώσεις όπως η Ρωσία και το Ιράν, σε μια περίοδο αυξημένης παγκόσμιας έντασης, γεγονός που έθεσε υπό αμφισβήτηση τη «μη ευθυγραμμισμένη» στάση της Νότιας Αφρικής.
Η επιφυλακτικότητα της Ινδίας απέναντι στην Κίνα
Ο πρώτος βασικός λόγος για την απόφαση της Ινδίας να μην συμμετάσχει σχετίζεται με τη συνεχιζόμενη επιφυλακτικότητά της ως προς τη στρατιωτική συνεργασία με την Κίνα. Παρά τις πρόσφατες διπλωματικές επαφές, το Νέο Δελχί θεωρεί ότι η πολιτική εμπιστοσύνη πρέπει να προηγηθεί οποιασδήποτε βαθύτερης συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας, ιδίως μετά τις συγκρούσεις στην κοιλάδα Galwan το 2020.
Αν και υπήρξαν ορισμένες βελτιώσεις στις διπλωματικές σχέσεις, όπως η συνάντηση του Πρωθυπουργού Narendra Modi με τον Xi Jinping στη σύνοδο του SCO το 2025, η Ινδία παραμένει επιφυλακτική ως προς τη στρατιωτική συνεργασία έως ότου υπάρξει πλήρης επιστροφή των στρατευμάτων στις θέσεις που ίσχυαν πριν από το 2020 κατά μήκος της Line of Actual Control (LAC). Δεδομένου ότι αυτό δεν έχει ακόμη επιτευχθεί, η εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας με την Κίνα θεωρείται δύσκολη. Παρότι η Ινδία συνεχίζει την οικονομική συνεργασία με την Κίνα, περιορίζει αυστηρά τη στρατιωτική διάσταση, εκλαμβάνοντας τις συγκεκριμένες ασκήσεις ως υπερβολικά συνδεδεμένες με στρατιωτικούς στόχους.
Ο οικονομικός χαρακτήρας των BRICS
Ο δεύτερος λόγος αφορά τη θεμελιώδη αντίληψη της Ινδίας για τον ρόλο των BRICS. Η Ινδία έχει επανειλημμένα τονίσει ότι το σχήμα δημιουργήθηκε για οικονομική συνεργασία και αναπτυξιακούς σκοπούς, όχι ως στρατιωτική συμμαχία. Ως προεδρεύουσα χώρα των BRICS το 2026, η Ινδία επιδιώκει να διατηρήσει το επίκεντρο της προεδρίας της στη μεταρρύθμιση των παγκόσμιων θεσμών και στην οικονομική ανάπτυξη, αποφεύγοντας τη στρατιωτική επίδειξη ισχύος.
Για τον λόγο αυτό, το Νέο Δελχί αντιστέκεται σε προσπάθειες μετατροπής των BRICS σε έναν οργανισμό με έντονο προσανατολισμό στην ασφάλεια, θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο αλλοιώνει τον αρχικό χαρακτήρα του σχήματος.
Στρατηγική αυτονομία και σχέσεις με τις ΗΠΑ
Ο τρίτος λόγος σχετίζεται με τη στρατηγική αυτονομία της Ινδίας και τη σύνθετη σχέση της με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η συμμετοχή σε μια άσκηση υπό κινεζική ηγεσία, με τη Ρωσία και το Ιράν, θεωρήθηκε ότι θα μπορούσε να υπονομεύσει τη θέση της Ινδίας, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ευθυγραμμίζεται με ένα αντιδυτικό στρατιωτικό μπλοκ.
Η Ινδία επιδιώκει να αποφύγει κάθε εικόνα ένταξης σε έναν σχηματισμό που περιλαμβάνει χώρες σε άμεση αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία οι BRICS εμφανίζουν αυξανόμενη στρατιωτική διάσταση.
Πραγματισμός έναντι επιχειρησιακών ωφελειών
Ορισμένοι επικριτές υποστήριξαν ότι η Ινδία έχασε την ευκαιρία να αποκτήσει καλύτερη εικόνα των τακτικών και των δυνατοτήτων των ναυτικών δυνάμεων άλλων χωρών, όπως της Κίνας, της Ρωσίας, του Ιράν και της Νότιας Αφρικής.
Ωστόσο, η επιλογή της Ινδίας χαρακτηρίστηκε ως πραγματιστική, καθώς έδωσε προτεραιότητα στη διατήρηση της στρατηγικής αυτονομίας και στη διαχείριση σύνθετων διεθνών σχέσεων, έναντι των άμεσων επιχειρησιακών οφελών από τη συμμετοχή στις ασκήσεις.
Παρά την απουσία της από αυτή την πολυμερή άσκηση, η Ινδία συνεχίζει να διεξάγει διμερείς στρατιωτικές ασκήσεις με επιμέρους χώρες-μέλη, όπως οι ναυτικές ασκήσεις Indra 2025 και οι τριμερείς διακλαδικές ασκήσεις με τη Ρωσία που πραγματοποιήθηκαν στα τέλη του 2025.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών