Οικονομία

Η Scope Ratings στο BN: Η Ελλάδα χρειάζεται πειθαρχία, ανάπτυξη και πλεονάσματα - Σίγουρα θα χρειαστούν νέα κεφάλαια οι τράπεζες

Η Scope Ratings στο BN: Η Ελλάδα χρειάζεται πειθαρχία, ανάπτυξη και πλεονάσματα - Σίγουρα θα χρειαστούν νέα κεφάλαια οι τράπεζες
Συνέντευξη των Dennis Shen, Director in sovereign ratings, Scope Ratings GmbH και Julian Zimmermann, Analyst in sovereign ratings, Scope Ratings GmbH, στο Bankingnews
Σχετικά Άρθρα

Εκ των ων ουκ άνευ είναι η σταθεροποίηση του δείκτη δημόσιου χρέους και η επιστροφή στα πρωτογενή πλεονάσματα, όπως ορίζεται στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας, για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα της ελληνικής οικονομίας, σύμφωνα με όσα αναφέρουν οι αναλυτές του γερμανικού οίκου πιστοληπτικής αξιολόγησης Scope Ratings, κατ’ αποκλειστικότητα, στο bankingnews.gr.
Η Ελλάδα θα «τρέξει» με ρυθμό 6,5% το 2021 και 3,6% το 2022», ως η πλέον ωφελημένη σε σύγκριση με τις άλλες χώρες μέλη της ΕΕ από το Ταμείο Ανάκαμψης, ωστόσο χρειάζεται συνδυασμό πειθαρχίας και ανάπτυξης για να πετύχει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα, τονίζουν οι Dennis Shen και Julian Zimmermann, προσθέτοντας:
«Η αναγνώριση των νέων NPLs καθώς αίρονται σταδιακά τα μέτρα στήριξης αποτελεί ένα στοιχείο που ενέχει κίνδυνο βραχυπρόθεσμα.
Στη δε ερώτηση εάν θα χρειαστούν νέα κεφάλαια οι ελληνικές τράπεζες, η απάντηση είναι... σίγουρα.

Η συνέντευξη των Dennis Shen, Director in sovereign ratings, Scope Ratings GmbH, και Julian Zimmermann, Analyst in sovereign ratings, Scope Ratings GmbH, στον Νίκο Μπαρτζελιώτη

Ποιες είναι οι εκτιμήσεις σας για το ελληνικό ΑΕΠ το 2021 και το 2022;

Dennis Shen: Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας η Ελλάδα θα σημειώσει ανάπτυξη 6,5% το 2021 και 3,6% το 2022.

Η ελληνική οικονομία παρουσιάζει σημάδια κόπωσης. Αρκεί το Ταμείο Ανάκαμψης για να υπάρξει ανάπτυξη;

Dennis Shen: H Ελλάδα είναι μία από τις κυρίως ωφελημένες χώρες του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη χρονική περίοδο 2021 - 2026.
Μάλιστα, έχει λαμβάνειν κεφάλαια 17,8 δισεκατομμυρίων ευρώ σε επιχορηγήσεις, το 10% των οποίων θα τα δεχθεί μέσα στο 2021.
Επίσης, θα της δοθούν δάνεια ύψους 12,7 δισεκατομμυρίων ευρών.
Το συνολικό ποσό δανείων και επιχορηγήσεων φτάνει στο ύψος των 30,5 δισεκατομμυρίων ευρώ, ή 18% επί του ΑΕΠ – ένα ποσό το οποίο είναι από τα υψηλότερα ανάμεσα στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με όρους ΑΕΠ.
Αναμένουμε, λοιπόν, ότι το Ταμείο Ανάκαμψης θα δώσει σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη μέσω μεγαλύτερων ιδιωτικών και δημοσίων επενδύσεων.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, επαφίεται στην Ελλάδα η αποτελεσματική εφαρμογή του προγράμματος ανάκαμψης.
Τα βήματα που έγιναν από τις κρατικές αρχές για τον σκοπό αυτό, συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για τη διαχείριση επενδύσεων που συνδέονται με μέρος των δανείων της ΕΕ, καθώς και για την κατάρτιση ενός στρατηγικού project, αποτελούν ευπρόσδεκτα σημάδια.
Κατά την πολυετή δημοσιονομική περίοδο 2014 - 2020, η Ελλάδα παρουσίασε ρυθμό απορρόφησης των ευρωπαϊκών κονδυλίων στο ύψος του 56%, σύμφωνα με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεγαλύτερο από άλλες οικονομίες της Νότιας Ευρώπης, όπως αυτές της Ιταλίας και της Ισπανίας.

Παρά τη δημοσιονομική και νομισματική χαλάρωση, αλλά και τις χαμηλές αποδόσεις των ομολόγων, η ελληνική οικονομία παρουσιάζει δυστοκία ως προς την αναβάθμισή της.
Γιατί συμβαίνει αυτό;
Ποια είναι τα κριτήρια της Scope Ratings;

Julian Zimmermann: Η Scope Ratings υπήρξε από τους πρώτους οίκους αξιολόγησης που επανέφεραν την αξιολόγηση BB για την Ελλάδα, τον Οκτώβριο του 2019.
Προς το παρόν, οι σχετικές με την αξιολόγηση προκλήσεις αφορούν:
i) το υψηλό επίπεδο δημόσιου χρέους, που επιδεινώθηκε από το 2020 και εξής, λόγω της κρίσης την οποία προκάλεσε η νόσος Covid-19,
ii) το υψηλό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων που είναι εγγεγραμμένο στους ισολογισμούς των τραπεζών, το οποίο εμποδίζει την προσφορά πιστώσεων,
καθώς και
iii) τις διαρθρωτικές αδυναμίες που αντικατοπτρίζονται στις χαμηλές επενδύσεις και την υψηλή ανεργία, οι οποίες επηρεάζουν την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας καθώς και τη μακροπρόθεσμη μακροοικονομική βιωσιμότητα.
Η θετική προοπτική που επιβεβαιώνεται από την πιστοληπτική αξιολόγηση BB της Ελλάδας αντικατοπτρίζει την άποψη ότι οι κίνδυνοι είναι αντιστρόφως ανάλογοι σε σχέση με τις αξιολογήσεις.

Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, τα μειονεκτήματα της ελληνικής οικονομίας;

Julian Zimmermann: Διαρθρωτικές οικονομικές αδυναμίες της Ελλάδας είναι η υψηλή δομική ανεργία και αναιμική επενδυτική δραστηριότητα, με τον σχηματισμό παγίου κεφαλαίου ως ποσοστό του ΑΕΠ να είναι το χαμηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση - περίπου 10% τα τελευταία χρόνια.

Οι ελληνικές τράπεζες περιόρισαν σημαντικά τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματά τους (NPEs). Πιστεύετε, παρ’ όλα αυτά, ότι θα χρειαστούν και άλλα κεφάλαια;

Julian Zimmermann: Σίγουρα.
Με το πρόγραμμα «Ηρακλής» και με τα μορατόρια στις πληρωμές δανείων, που επεβλήθησαν για την αποτροπή αθετήσεων πληρωμών, ο δείκτης τα NPLs μειώθηκαν στα 48 δισεκατομμύρια ευρώ.
Ωστόσο, ο δείκτης των ελληνικών NPLs παραμένει ο υψηλότερος στην ευρωζώνη, και μάλιστα με σημαντικό περιθώριο.
Η χρονική επέκταση του προγράμματος «Ηρακλής», που εγγυάται άλλες τέσσερις συναλλαγές ύψους 16 δισεκατομμυρίων ευρώ, οι οποίες έχουν ήδη ανακοινωθεί, είναι ένα καλό βήμα, δεδομένου ότι η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στα επίπεδα του ευρωπαϊκού μέσου όρου μακροπρόθεσμα θα συνεισφέρει στην ανάκαμψη της Ελλάδας και στην επίτευξη μακροοικονομικής σταθερότητας.
Ωστόσο, η αναγνώριση των νέων NPLs καθώς αίρονται σταδιακά τα μέτρα στήριξης αποτελεί ένα στοιχείο που ενέχει κίνδυνο βραχυπρόθεσμα.
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, τo απόθεμα των NPLs θα μπορούσε να φτάσει τα 8 με 10 δισεκατομμύρια ευρώ εξαιτίας της κρίσης.

Η Ελλάδα είναι αντιμέτωπη με υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα και εξαιρετικά υψηλό χρέος.
Πώς θα πρέπει η κυβέρνηση να αντιμετωπίσει την κατάσταση;
Υπάρχει κίνδυνος δημοσιονομικού εκτροχιασμού που θα μπορούσε να φέρει ένα νέο μνημόνιο;

Dennis Shen: Το υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα του 2020 οφείλεται εν πολλοίς στην προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να αντιμετωπίσει την κρίση υγείας και τις συνέπειές της στην οικονομική δραστηριότητα.
Ωστόσο, καθώς ο κίνδυνος της πανδημίας ελαχιστοποιείται με την επιτάχυνση των εμβολιασμών, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να επιτύχει μια ισορροπία μεταξύ ανάπτυξης και δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Μέχρι στιγμής έχει αξιοποιήσει καταλλήλως τις τρέχουσες εξαιρετικά ευνοϊκές χρηματοδοτικές συνθήκες (τα spread στην αγορά ομολόγων βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα μετά την κρίση χρέους), στο πλαίσιο της αντικυκλικής απάντησής της κατά τη διάρκεια της κρίσης, διατηρώντας παράλληλα τα κεφαλαιακά αποθέματά της.
Παρ 'όλα αυτά, μεσοπρόθεσμα, η σταθεροποίηση του δείκτη δημόσιου χρέους μέσω του κύκλου και η επιστροφή στα πρωτογενή πλεονάσματα, όπως ορίζεται στο πλαίσιο ενισχυμένης εποπτείας, είναι τομείς σημαντικοί για τη βελτίωση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας.
Δεδομένου ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό προφίλ χρέους μακράς λήξεως, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου είναι επίσημα δάνεια ή οι τίτλοι που ανήκουν στην ΕΚΤ, δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα ανάγκη διάσωσης εφόσον η Ελλάδα είναι σε θέση να διατηρήσει την εμπιστοσύνη των αγορών – παρότι η ΕΚΤ ξεκινά συζητήσεις σχετικά με την εξομάλυνση των έκτακτων πολιτικών που εφάρμοσε λόγω της πανδημικής κρίσης.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης