γράφει : Αλεξάνδρα Τόμπρα
Κέρδος δεκάδων ή ακόμη και εκατοντάδων ευρώ το μήνα φέρνει η χθεσινή (νέα) μείωση των επιτοκίων του ευρώ που ανακοίνωσε ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι.
Ο κορυφαίος τραπεζίτης της Ευρωζώνης δεν δίστασε να «σπάσει το ταμπού» του φθηνού χρήματος, φέρνοντας το κόστος δανεισμού στο 0,75% για πρώτη φορά στην ιστορία του ενιαίου νομίσματος. Στόχος του, να δώσει ανάσες στην ανάπτυξη της Ευρωζώνης, ακόμα και αν αυτό σημαίνει αύξηση του πληθωρισμού. Είναι η Τρίτη φορά που ο Μάριο Ντράγκι ανακοινώνει μείωση των επιτοκίων, καθώς είχε προχωρήσει σε «ψαλίδισμα» το Νοέμβριο και το Δεκέμβριο του 2011, σχεδόν «με το καλημέρα» από τη στιγμή που ανέλαβε τα ηνία της ΕΚΤ.
Πέρα από τις μακροοικονομικές επιπτώσεις στην Ευρωζώνη, η μείωση των επιτοκίων έχει άμεσο αντίκτυπο σε εκατομμύρια Έλληνες δανειολήπτες οι οποίοι έχουν χρέη σε στεγαστικά ή καταναλωτικά δάνεια που επιβαρύνονται με κυμαινόμενο επιτόκιο. Σε μια εποχή που τα «χαράτσια» και το κόστος ζωής αυξάνονται σχεδόν σε καθημερινή βάση, η κίνηση της ΕΚΤ δίνει «ανάσα» στον προϋπολογισμό των νοικοκυριών, τα οποία βλέπουν τη δόση τους να μειώνεται κατά κάποιες δεκάδες ευρώ ανά μήνα. Μάλιστα, αν ληφθούν υπ’ όψιν και οι δύο προηγούμενες μειώσεις, σε διάστημα συνολικά οκτώ μηνών το όφελος για ένα μέσο δάνειο ξεπερνά τα 60 ή και τα 70 ευρώ ανά μήνα.
Για να μιλήσουμε με αριθμούς, το Νοέμβριο του 2011, όταν το επιτόκιο της ΕΚΤ ήταν ακόμη 1,5%, ένα στεγαστικό δάνειο 200.000 ευρώ για 30 χρόνια επιβαρυνόταν με μέσο κόστος χρήματος 4% (Επιτόκιο ΕΚΤ 1,5% πλέον τραπεζικού περιθωρίου 2,5%). Αυτό σημαίνει ότι ο δανειολήπτης πλήρωνε στην τράπεζα 955 ευρώ κάθε μήνα για το χρέος του. Σήμερα, μετά και τη νέα μείωση από την ΕΚΤ, το επιτόκιο για το ίδιο δάνειο διαμορφώνεται στο 3,25% (Επιτόκιο ΕΚΤ 0,75% πλέον τραπεζικού περιθωρίου 2,5%) και η μηνιαία δόση ανέρχεται σε 870 ευρώ. Δηλαδή, σε οκτώ μήνες η επιβάρυνση για το ίδιο στεγαστικό δάνειο έχει πέσει κατά 85 ευρώ ανά δόση ή συνολικά 1.020 ευρώ ανά έτος.
Αν πάρουμε ένα πιο ακραίο παράδειγμα, οφειλής 250.000 ευρώ για 35 έτη, το όφελος για το δανειολήπτη είναι ακόμη μεγαλύτερο. Το Νοέμβριο του 2011, με τελικό επιτόκιο 4% η δόση ήταν 1.107 ευρώ ενώ μετά τη χθεσινή μείωση, με τελικό επιτόκιο 3,25% πέφτει στα 997 ευρώ. Προκύπτει δηλαδή όφελος 110 ευρώ ανά μήνα ή 1.320 ευρώ το χρόνο.
Αντίστοιχα κερδισμένοι βγαίνουν και οι δανειολήπτες με στεγαστικά το επιτόκιο των οποίων βασίζεται στο διατραπεζικό επιτόκιο Euribor Τριμήνου. Το Euribor 3M σήμερα βρίσκεται στο 0,641%, έχοντας μάλιστα προεξοφλήσει ως ένα βαθμό μια επόμενη μείωση των επιτοκίων από την ΕΚΤ, ακόμη και εντός του 2012. Στις αρχές Νοεμβρίου του 2011, το Euribor 3M ήταν στο 1,585%.
Αν πάρουμε λοιπόν το δάνειο του πρώτου παραδείγματος (200.000 ευρώ για 30 χρόνια) τα δεδομένα έχουν ως εξής: το Νοέμβριο του 2011, το τελικό επιτόκιο ήταν 4,05% (Euribor 3M 1,585% πλέον τραπεζικού περιθωρίου 2,5%) και η μηνιαία δόση ανερχόταν στα 965 ευρώ. Σήμερα, το τελικό επιτόκιο διαμορφώνεται στο 3,141% (Euribor 3M 0,641% πλέον τραπεζικού περιθωρίου 2,5%) και η δόση έχει πέσει στα 858,5 ευρώ. Προκύπτει δηλαδή όφελος 106,5 ευρώ το μήνα ή 1.278 ευρώ το χρόνο για το δανειολήπτη.
Οφέλη, αλλά σαφώς μικρότερα, προκύπτουν και στα καταναλωτικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, για δάνεια της τάξης των 20.000 ευρώ, με επιτόκια κοντά στο 10% με 12% η μείωση της δόσης είναι της τάξης των 5 με 10 ευρώ ανά μήνα, ανάλογα και με τη διάρκεια του δανείου.
Στον αντίποδα «χαμένοι» βγαίνουν όσοι είχαν κλειδώσει τότε τα στεγαστικά τους δάνεια με σταθερό επιτόκιο, καθώς δεν επωφελούνται από τις μειώσεις των επιτοκίων. Με δεδομένο ότι μέσα στο 2011, το επιτόκιο για το καλύτερο 5ετές σταθερό στεγαστικό δάνειο με δυσκολία έπεφτε κάτω από το 4,5% με 5%, τα διαφυγόντα κέρδη φτάνουν ακόμη και τις δύο μονάδες. Στον αντίποδα, η μείωση των επιτοκίων από την ΕΚΤ αναμένεται να πιέσει τις τράπεζες στο να ρίξουν από εδώ και στο εξής τον πήχη και στα σταθερά επιτόκια. Αυτό σημαίνει ότι, αν κάποιος πιστεύει ότι η εποχή των πολύ χαμηλών επιτοκίων δεν θα διαρκέσει για πάντα, αξίζει να «κλειδώσει» σταθερά επιτόκια της τάξης του 4% (ή και παρακάτω) για τα επόμενα τρία ή πέντε χρόνια.
Στον αντίποδα, στο ύψος τους, πάνω από το 5% παραμένουν οι αποδόσεις των καταθέσεων. Η ανάγκη των τραπεζών για ρευστότητα, αλλά και ο αγώνας δρόμου που κάνουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να προσελκύσουν όσο το δυνατόν περισσότερα από τα χρήματα που επιστρέφουν στο γκισέ, κρατά σταθερά υψηλά τα επιτόκια των προθεσμιακών. Μάλιστα, τραπεζικά στελέχη εκτιμούν ότι για όσο χρονικό διάστημα οι πύλες της διατραπεζικής αγοράς θα παραμένουν κλειστές για τις ελληνικές τράπεζες τα επιτόκια που θα δίνουν στους πελάτες τους θα παραμείνουν υψηλά.
Τέλος, κερδισμένες βγαίνουν και οι ελληνικές τράπεζες, καθώς μειώνεται το επιτόκιο που πληρώνουν στην ΕΚΤ προκειμένου να έχουν πρόσβαση στα προγράμματα ρευστότητάς της. Η μείωση του 0,25 της μονάδας δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητη, μια και η «ψαλίδα» ανάμεσα στα χαρτοφυλάκια των δανείων τους και αυτά των καταθέσεών τους ανέρχεται σε αρκετές δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ.
Στον αντίποδα όλων αυτών, η μείωση των επιτοκίων από την ΕΚΤ προκάλεσε σημαντικές απώλειες στο ευρώ. Η ισοτιμία του ενιαίου νομίσματος σε σχέση με το δολάριο διαμορφώνεται κάτω από το 1,24, γεγονός που σημαίνει ότι το ευρώ έχασε όλα τα κέρδη που είχε αποκομίσει μετά τις αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής. Μάλιστα, μια μερίδα αναλυτών εκτιμά ότι έπεται και συνέχεια, μια και η κρίση στην Ευρωζώνη αναμένεται να χειροτερέψει. Και κάνουν προβλέψεις για «βουτιά» της ισοτιμίας στα επίπεδα του 1,22 ή ακόμα και στο 1,89, καταγράφοντας χαμηλό πολλών ετών.
Δημήτρης Πεφάνης
www.bankingnews.gr
Πέρα από τις μακροοικονομικές επιπτώσεις στην Ευρωζώνη, η μείωση των επιτοκίων έχει άμεσο αντίκτυπο σε εκατομμύρια Έλληνες δανειολήπτες οι οποίοι έχουν χρέη σε στεγαστικά ή καταναλωτικά δάνεια που επιβαρύνονται με κυμαινόμενο επιτόκιο. Σε μια εποχή που τα «χαράτσια» και το κόστος ζωής αυξάνονται σχεδόν σε καθημερινή βάση, η κίνηση της ΕΚΤ δίνει «ανάσα» στον προϋπολογισμό των νοικοκυριών, τα οποία βλέπουν τη δόση τους να μειώνεται κατά κάποιες δεκάδες ευρώ ανά μήνα. Μάλιστα, αν ληφθούν υπ’ όψιν και οι δύο προηγούμενες μειώσεις, σε διάστημα συνολικά οκτώ μηνών το όφελος για ένα μέσο δάνειο ξεπερνά τα 60 ή και τα 70 ευρώ ανά μήνα.
Για να μιλήσουμε με αριθμούς, το Νοέμβριο του 2011, όταν το επιτόκιο της ΕΚΤ ήταν ακόμη 1,5%, ένα στεγαστικό δάνειο 200.000 ευρώ για 30 χρόνια επιβαρυνόταν με μέσο κόστος χρήματος 4% (Επιτόκιο ΕΚΤ 1,5% πλέον τραπεζικού περιθωρίου 2,5%). Αυτό σημαίνει ότι ο δανειολήπτης πλήρωνε στην τράπεζα 955 ευρώ κάθε μήνα για το χρέος του. Σήμερα, μετά και τη νέα μείωση από την ΕΚΤ, το επιτόκιο για το ίδιο δάνειο διαμορφώνεται στο 3,25% (Επιτόκιο ΕΚΤ 0,75% πλέον τραπεζικού περιθωρίου 2,5%) και η μηνιαία δόση ανέρχεται σε 870 ευρώ. Δηλαδή, σε οκτώ μήνες η επιβάρυνση για το ίδιο στεγαστικό δάνειο έχει πέσει κατά 85 ευρώ ανά δόση ή συνολικά 1.020 ευρώ ανά έτος.
Αν πάρουμε ένα πιο ακραίο παράδειγμα, οφειλής 250.000 ευρώ για 35 έτη, το όφελος για το δανειολήπτη είναι ακόμη μεγαλύτερο. Το Νοέμβριο του 2011, με τελικό επιτόκιο 4% η δόση ήταν 1.107 ευρώ ενώ μετά τη χθεσινή μείωση, με τελικό επιτόκιο 3,25% πέφτει στα 997 ευρώ. Προκύπτει δηλαδή όφελος 110 ευρώ ανά μήνα ή 1.320 ευρώ το χρόνο.
Αντίστοιχα κερδισμένοι βγαίνουν και οι δανειολήπτες με στεγαστικά το επιτόκιο των οποίων βασίζεται στο διατραπεζικό επιτόκιο Euribor Τριμήνου. Το Euribor 3M σήμερα βρίσκεται στο 0,641%, έχοντας μάλιστα προεξοφλήσει ως ένα βαθμό μια επόμενη μείωση των επιτοκίων από την ΕΚΤ, ακόμη και εντός του 2012. Στις αρχές Νοεμβρίου του 2011, το Euribor 3M ήταν στο 1,585%.
Αν πάρουμε λοιπόν το δάνειο του πρώτου παραδείγματος (200.000 ευρώ για 30 χρόνια) τα δεδομένα έχουν ως εξής: το Νοέμβριο του 2011, το τελικό επιτόκιο ήταν 4,05% (Euribor 3M 1,585% πλέον τραπεζικού περιθωρίου 2,5%) και η μηνιαία δόση ανερχόταν στα 965 ευρώ. Σήμερα, το τελικό επιτόκιο διαμορφώνεται στο 3,141% (Euribor 3M 0,641% πλέον τραπεζικού περιθωρίου 2,5%) και η δόση έχει πέσει στα 858,5 ευρώ. Προκύπτει δηλαδή όφελος 106,5 ευρώ το μήνα ή 1.278 ευρώ το χρόνο για το δανειολήπτη.
Οφέλη, αλλά σαφώς μικρότερα, προκύπτουν και στα καταναλωτικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, για δάνεια της τάξης των 20.000 ευρώ, με επιτόκια κοντά στο 10% με 12% η μείωση της δόσης είναι της τάξης των 5 με 10 ευρώ ανά μήνα, ανάλογα και με τη διάρκεια του δανείου.
Στον αντίποδα «χαμένοι» βγαίνουν όσοι είχαν κλειδώσει τότε τα στεγαστικά τους δάνεια με σταθερό επιτόκιο, καθώς δεν επωφελούνται από τις μειώσεις των επιτοκίων. Με δεδομένο ότι μέσα στο 2011, το επιτόκιο για το καλύτερο 5ετές σταθερό στεγαστικό δάνειο με δυσκολία έπεφτε κάτω από το 4,5% με 5%, τα διαφυγόντα κέρδη φτάνουν ακόμη και τις δύο μονάδες. Στον αντίποδα, η μείωση των επιτοκίων από την ΕΚΤ αναμένεται να πιέσει τις τράπεζες στο να ρίξουν από εδώ και στο εξής τον πήχη και στα σταθερά επιτόκια. Αυτό σημαίνει ότι, αν κάποιος πιστεύει ότι η εποχή των πολύ χαμηλών επιτοκίων δεν θα διαρκέσει για πάντα, αξίζει να «κλειδώσει» σταθερά επιτόκια της τάξης του 4% (ή και παρακάτω) για τα επόμενα τρία ή πέντε χρόνια.
Στον αντίποδα, στο ύψος τους, πάνω από το 5% παραμένουν οι αποδόσεις των καταθέσεων. Η ανάγκη των τραπεζών για ρευστότητα, αλλά και ο αγώνας δρόμου που κάνουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να προσελκύσουν όσο το δυνατόν περισσότερα από τα χρήματα που επιστρέφουν στο γκισέ, κρατά σταθερά υψηλά τα επιτόκια των προθεσμιακών. Μάλιστα, τραπεζικά στελέχη εκτιμούν ότι για όσο χρονικό διάστημα οι πύλες της διατραπεζικής αγοράς θα παραμένουν κλειστές για τις ελληνικές τράπεζες τα επιτόκια που θα δίνουν στους πελάτες τους θα παραμείνουν υψηλά.
Τέλος, κερδισμένες βγαίνουν και οι ελληνικές τράπεζες, καθώς μειώνεται το επιτόκιο που πληρώνουν στην ΕΚΤ προκειμένου να έχουν πρόσβαση στα προγράμματα ρευστότητάς της. Η μείωση του 0,25 της μονάδας δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητη, μια και η «ψαλίδα» ανάμεσα στα χαρτοφυλάκια των δανείων τους και αυτά των καταθέσεών τους ανέρχεται σε αρκετές δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ.
Στον αντίποδα όλων αυτών, η μείωση των επιτοκίων από την ΕΚΤ προκάλεσε σημαντικές απώλειες στο ευρώ. Η ισοτιμία του ενιαίου νομίσματος σε σχέση με το δολάριο διαμορφώνεται κάτω από το 1,24, γεγονός που σημαίνει ότι το ευρώ έχασε όλα τα κέρδη που είχε αποκομίσει μετά τις αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής. Μάλιστα, μια μερίδα αναλυτών εκτιμά ότι έπεται και συνέχεια, μια και η κρίση στην Ευρωζώνη αναμένεται να χειροτερέψει. Και κάνουν προβλέψεις για «βουτιά» της ισοτιμίας στα επίπεδα του 1,22 ή ακόμα και στο 1,89, καταγράφοντας χαμηλό πολλών ετών.
Δημήτρης Πεφάνης
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών