Έρευνα-φωτιά του Panorama φέρνει στο φως αδιανόητες πρακτικές φοροδιαφυγής: Πώς γιοτ, επαύλεις και 10 δισ. δολάρια του Ρώσου ολιγάρχη «εξαφανίστηκαν» από τους λογαριασμούς με αναδρομικές ημερομηνίες και τη σφραγίδα του κολοσσού των Big Four…
Η μεγαλύτερη λογιστική εταιρεία στον κόσμο συνέβαλε στην παραποίηση εγγράφων, προκειμένου να αποκρυφτεί ο πλούτος του Roman Abramovich και να αποφευχθεί η καταβολή φόρων, σύμφωνα με έρευνα της εκπομπής BBC Panorama.
Οι οικονομικές καταστάσεις που εγκρίθηκαν από την Deloitte στην Κύπρο είχαν ως αποτέλεσμα περιουσιακά στοιχεία, όπως υπερπολυτελή γιοτ, επαύλεις και ιδιωτικά αεροσκάφη, συνολικής αξίας 672 εκατομμυρίων δολαρίων (508 εκατομμυρίων λιρών), να εξαφανιστούν από τους εταιρικούς λογαριασμούς του Abramovich.
Η Deloitte φαίνεται επίσης να παρείχε συμβουλές σχετικά με ένα σχέδιο φοροδιαφυγής, το οποίο αποσκοπούσε στην αποφυγή ενός τεράστιου φορολογικού λογαριασμού που αφορούσε την περιουσία του ολιγάρχη, μέσω της παραποίησης εγγράφων.

Ο δικηγόρος Andrew Mitchell KC, ειδικός στο δίκαιο των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, δήλωσε ότι τα στοιχεία που παρουσίασε η εκπομπή Panorama καταδεικνύουν πως το σχέδιο αποτελούσε «ξεκάθαρη» φοροδιαφυγή και ότι «δεν θα μπορούσε να είναι πιο απροκάλυπτη».
Οι δικηγόροι του Roman Abramovich δήλωσαν ότι ο ίδιος αρνείται πως φοροαπέφυγε ή απέκρυψε φόρους και περιουσιακά στοιχεία.
Υποστήριξαν δε ότι η εκπομπή Panorama δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι γνώριζε, ενέκρινε ή έδωσε εντολή για την παραποίηση οποιουδήποτε εγγράφου.
Πρόσθεσαν, επίσης, ότι ήταν θεμιτό να βασίζεται στις συμβουλές επαγγελματιών.
Η Deloitte Cyprus δήλωσε ότι «ενεργεί σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία».
Σε κάθε περίπτωση, τα ευρήματα αποκαλύπτονται έπειτα από κοινή έρευνα της εκπομπής BBC Panorama και του Bureau of Investigative Journalism.
Ο πιο γνωστός Ρώσος στο Λονδίνο
Επί σχεδόν δύο δεκαετίες, ο Roman Abramovich ήταν ο πιο γνωστός Ρώσος ολιγάρχης στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Ήταν ευπρόσδεκτος στο Λονδίνο, όπου αγόρασε την Chelsea το 2003 και χρηματοδότησε την πιο επιτυχημένη περίοδο στην ιστορία του συλλόγου.
Ωστόσο, μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, η βρετανική κυβέρνηση του επέβαλε κυρώσεις, θεωρώντας τον στενό συνεργάτη του προέδρου Vladimir Putin, και τον ανάγκασε να πουλήσει τον ποδοσφαιρικό σύλλογο.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Abramovich ζει στην Τουρκία, η οποία αποτελεί ασφαλές καταφύγιο για τον ίδιο, καθώς δεν επέβαλε κυρώσεις σε βάρος του.
Στο νησί Jersey, στη Μάγχη, περιουσιακά στοιχεία του αξίας 5,4 δισεκατομμυρίων λιρών παραμένουν δεσμευμένα, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη ποινική έρευνα εδώ και τέσσερα χρόνια.
Οι δικηγόροι του ολιγάρχη δήλωσαν στο BBC ότι αρνείται τις κατηγορίες στο πλαίσιο της έρευνας στο Jersey και υποστηρίζει ότι αυτή «διενεργήθηκε για πολιτικούς σκοπούς».
Η έρευνά του BBC αποκάλυψε νέα στοιχεία σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας της επιχειρηματικής αυτοκρατορίας του Abramovich.
Παράλληλα, εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την ακεραιότητα ορισμένων από τους επαγγελματίες συμβούλους του.
Τα στοιχεία περιλαμβάνονται σε μια διαρροή που αποτελείται από χιλιάδες έγγραφα σχετικά με τα οικονομικά του ολιγάρχη και τη λειτουργία ενός δικτύου υπεράκτιων εταιρειών, τις οποίες διαχειρίζονταν από την Κύπρο, μια χώρα που στο παρελθόν αποτελούσε δημοφιλή φορολογικό παράδεισο για τους Ρώσους.
Τα δε έγγραφα καλύπτουν την περίοδο από το 1995 έως το 2022.
Το BBC και συνεργαζόμενα μέσα ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων οι εφημερίδες The Guardian, το Paper Trail Media, το Organised Crime and Corruption Reporting Project και το Cyprus Investigative Reporting Network, καθώς και το Bureau of Investigative Journalism, δημοσιεύουν από το 2023 ρεπορτάζ βασισμένα στα αρχεία που διέρρευσαν, στο πλαίσιο της έρευνας Cyprus Confidential του International Consortium of Investigative Journalists.
Το 2022, η εκπομπή Panorama είχε επίσης μεταδώσει ρεπορτάζ σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο Abramovich απέκτησε την περιουσία του , αγοράζοντας τη δεκαετία του 1990 μια ρωσική κρατική πετρελαϊκή εταιρεία και πουλώντας την ξανά στο κράτος, μία δεκαετία αργότερα, αποκομίζοντας κέρδη δισεκατομμυρίων.
Ο ίδιος έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι οι κατηγορίες περί διαφθοράς σχετικά με τη συγκεκριμένη συμφωνία είναι ψευδείς.
Τα κέρδη του Abramovich από τις πετρελαϊκές συμφωνίες του στη Ρωσία διοχετεύονταν μέσω ενός δικτύου υπεράκτιων εταιρειών.
Τη διαχείρισή τους από την Κύπρο είχε αναλάβει μια εταιρεία παροχής εταιρικών υπηρεσιών με την επωνυμία MeritServus, με έδρα τη Λεμεσό, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του νησιού.
Η «βοήθεια» της Deloitte
Μέχρι το 2005, η Deloitte, η οποία σήμερα είναι η μεγαλύτερη από τις «Big Four», τις τέσσερις μεγάλες εταιρείες που κυριαρχούν στον κλάδο της λογιστικής και των ελεγκτικών υπηρεσιών, ήταν ιδιοκτήτρια της MeritServus.
Μετά τον διαχωρισμό τους, οι δύο εταιρείες συνεργάζονταν στενά με συνεργάτες του Abramovich για τη διαχείριση της παγκόσμιας περιουσίας του.
Τα έγγραφα της MeritServus που διέρρευσαν αποκαλύπτουν ορισμένες από τις πρακτικές τους.
Το πρώτο δείγμα εγγράφων στα οποία είχαν τεθεί αναδρομικές ημερομηνίες χρονολογείται από το 2006, όταν ένας νέος νόμος στην Κύπρο επέβαλε τη δημοσιοποίηση των λογαριασμών των εταιρειών.
Ο νέος νόμος περί διαφάνειας απειλούσε να αποκαλύψει τα μυστικά του τεράστιου πλούτου του Abramovich.
Η Deloitte Cyprus είχε συντάξει σχέδια οικονομικών καταστάσεων για το 2003 για την κυπριακή εταιρεία του, Amiscan Investments, αλλά δεν τα είχε ακόμη οριστικοποιήσει.
Οι λογαριασμοί περιλάμβαναν πολυτελή ακίνητα αξίας 672 εκατομμυρίων δολαρίων.
Στα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνονταν μια έπαυλη στο West Sussex, ένα πολυτελές διαμέρισμα στο Λονδίνο και ένα κτήμα στη νότια Γαλλία, καθώς και ελικόπτερα, ιδιωτικά αεροσκάφη και ένας μικρός στόλος σκαφών που ανήκαν τότε στον ολιγάρχη, μεταξύ των οποίων και το Pelorus, αξίας 147,5 εκατομμυρίων δολαρίων.
Για να κρατήσουν τα στοιχεία αυτά μυστικά, οι συνεργάτες του Abramovich και η MeritServus αποφάσισαν να ξαναγράψουν την… ιστορία.
Κατάρτισαν ένα σχέδιο για να παρακάμψουν τον νόμο περί διαφάνειας, μεταβιβάζοντας τα περιουσιακά στοιχεία στη μητρική εταιρεία της Amiscan στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (BVI), όπου θα μπορούσαν να παραμείνουν κρυφά.
Παράλληλα, έθεσαν αναδρομική ημερομηνία στη μεταβίβαση, κατά τρία χρόνια νωρίτερα, ώστε να φαίνεται ότι αυτή είχε πραγματοποιηθεί το 2003.
Η Deloitte Cyprus εξέτασε τα έγγραφα με τις αναδρομικές ημερομηνίες και δήλωσε ότι ήταν «επαρκή» για να επιτρέψουν την αφαίρεση των περιουσιακών στοιχείων από τους λογαριασμούς της Amiscan.
Όταν οι οικονομικές καταστάσεις του 2003 εγκρίθηκαν από την Deloitte το 2006, οι κατοικίες, τα αεροσκάφη και τα γιοτ εξαφανίστηκαν με μια απλή υπογραφή.
Από τα περιουσιακά στοιχεία παρέμειναν μόνο 75.000 δολάρια.
Η Deloitte ενέκρινε τις οικονομικές καταστάσεις, παρόλο που τα έγγραφα που διέρρευσαν δείχνουν ότι γνώριζε πως παρουσίαζαν μια εντελώς παραπλανητική εικόνα.

Ο Lord Sikka, καθηγητής λογιστικής στο University of Sheffield, δήλωσε ότι η παραποίηση των ημερομηνιών των συναλλαγών και η μη δημοσίευση αληθών και δίκαιων οικονομικών καταστάσεων συνιστούσαν «παραβίαση μιας εκ του νόμου υποχρέωσης» και ήταν «ιδιαίτερα σκανδαλώδεις πρακτικές».
Η εκπομπή Panorama εντόπισε επίσης στοιχεία που δείχνουν ότι έγγραφα με αναδρομικές ημερομηνίες είχαν χρησιμοποιηθεί σε ένα σχέδιο φοροδιαφυγής.
Η υπόθεση αφορούσε μια άλλη κυπριακή εταιρεία του Abramovich, την Kravin Investments, η οποία διατηρούσε σχεδόν 2 δισεκατομμύρια δολάρια σε τραπεζικούς λογαριασμούς το 2003.
Η εταιρεία αποκόμιζε μεγάλα ποσά από τόκους και, επομένως, η εταιρεία του Roman Abramovich θα έπρεπε να καταβάλλει φόρο επί των τόκων αυτών στις κυπριακές αρχές.
Ωστόσο, οι σύμβουλοί του είχαν μια άλλη ιδέα για να ξαναγράψουν την ιστορία.
Σε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έστειλε η MeritServus τον Αύγουστο του 2005 στους Ρώσους συνεργάτες του Abramovich, αναφερόταν ότι είχε εκπονηθεί ένα σχέδιο έπειτα από συνάντηση με την Deloitte.
«Εάν συμφωνείτε, θα χρειαστεί να τροποποιηθούν αναλόγως οι οικονομικές καταστάσεις και τα λογιστικά αρχεία για τα έτη 2003 και 2004» ανέφερε το μήνυμα.
Η MeritServus ενημέρωσε τους Ρώσους συνεργάτες του ολιγάρχη ότι οι «Προσωρινές Φορολογικές Εκτιμήσεις για το 2005» της Kravin θα υποβάλλονταν με τρόπο που θα εμφάνιζε την εταιρεία να μην έχει αποκομίσει κανένα εισόδημα από τα χρήματα αυτά.
Έναν μήνα αργότερα, ένας συνεργάτης στη Ρωσία απάντησε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: «Συμφωνώ».
Στη συνέχεια, η MeritServus δημιούργησε μια σειρά εγγράφων με αναδρομικές ημερομηνίες, τα οποία παρουσίαζαν ψευδώς ότι η Kravin απλώς διακρατούσε και επένδυε τα κεφάλαια για λογαριασμό της μητρικής εταιρείας της στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (BVI).
Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργούνταν η εντύπωση ότι τα χρήματα δεν ανήκαν στην πραγματικότητα στην Kravin και, συνεπώς, ότι η εταιρεία δεν ήταν υπόχρεη στην καταβολή φόρου στην Κύπρο.
Σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τον Σεπτέμβριο του 2005, η Deloitte ανέφερε ότι «θα πρέπει να γίνουν ορισμένες αλλαγές στους λογαριασμούς (υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών, έσοδα από τόκους, λογαριασμός κερδών και ζημιών)», εξαιτίας των τροποποιήσεων με αναδρομικές ημερομηνίες στα περιουσιακά στοιχεία της Kravin.

Παραποίηση
Επομένως, η Deloitte φέρεται να παρείχε συμβουλές σχετικά με την παραποίηση οικονομικών αρχείων.
Τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι επέτρεψε στην εταιρεία του Abramovich να αποφύγει την καταβολή φόρων ύψους εκατομμυρίων.
Ο Andrew Mitchell KC μάς είπε ότι το συγκεκριμένο σχέδιο συνιστούσε «ξεκάθαρη» φοροδιαφυγή. «Αν αυτό είχε συμβεί στην Αγγλία και αφορούσε ποσά εκατομμυρίων, η His Majesty’s Revenue and Customs θα εξέταζε το ενδεχόμενο άσκησης ποινικής δίωξης», δήλωσε.
Ο Κύπριος βουλευτής Χρήστος Χριστοφίδης δήλωσε ότι, εάν είχε υπάρξει φοροδιαφυγή, τότε «πρέπει να δούμε πώς μπορούμε να πάρουμε πίσω τα χρήματά μας και πώς, εάν κάποιοι είναι ένοχοι, θα πρέπει να πληρώσουν το τίμημα σύμφωνα με τον νόμο μας».
Εκτός από τα έγγραφα των οποίων η ημερομηνία είχε τροποποιηθεί εκ των υστέρων με τη συνδρομή της Deloitte, οι σύμβουλοι του Abramovich στη MeritServus παραποίησαν και ένα τρίτο σύνολο αρχείων.
Η υπόθεση αφορούσε την τεράστια επιχειρηματική περιουσία του ολιγάρχη —περισσότερα από 10 δισ. δολάρια— η οποία βρισκόταν στην Κύπρο και ανήκε σε εταιρεία με την επωνυμία Electus Investments.
Η MeritServus άλλαξε εκ των υστέρων τις ημερομηνίες των εγγράφων, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η Electus δεν ήταν ιδιοκτήτρια της περιουσίας.
Χρησιμοποίησε μια άλλη εταιρεία του Abramovich με ακριβώς την ίδια επωνυμία, Electus Investments, η οποία όμως αυτή τη φορά είχε έδρα στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (BVI), όπου δεν υπήρχε υποχρέωση δημοσιοποίησης των οικονομικών καταστάσεων.
Τα ηλεκτρονικά μηνύματα δείχνουν ότι το 2006 η MeritServus αναγνώριζε πως η περιουσία ανήκε στην Electus Cyprus.
Ωστόσο, πρότεινε και πάλι να ξαναγράψει το παρελθόν, αυτήν τη φορά «για να μεταβιβάσει την πραγματική κυριότητα στην Electus Investments στις BVI» και να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η αλλαγή είχε πραγματοποιηθεί τρία χρόνια νωρίτερα.
Η MeritServus υπέγραψε έγγραφα και τους έδωσε αναδρομικές ημερομηνίες, τα οποία ψευδώς εμφάνιζαν την εταιρεία στις BVI ως ιδιοκτήτρια της περιουσίας των 10 δισ. δολαρίων από τις 20 Νοεμβρίου 2003.
Έτσι, όταν δημοσιοποιήθηκαν οι οικονομικές καταστάσεις της κυπριακής εταιρείας με την ίδια επωνυμία, φαινόταν ότι αυτή διέθετε περιουσιακά στοιχεία αξίας μόλις 145.000 δολαρίων.
Τα δισεκατομμύρια του Roman Abramovich είχαν εξαφανιστεί από τα χαρτιά.
Ο Andrew Mitchell KC δήλωσε στο Panorama: «Αυτό που προκύπτει από την υπόθεση είναι ότι υπάρχουν επαγγελματίες πρόθυμοι να παρακάμψουν και να παραβιάσουν τους κανόνες του επαγγέλματός τους και, κατά συνέπεια, τον νόμο.

Και φαίνεται ότι δεν σταματούν κυριολεκτικά μπροστά σε τίποτα όταν πρόκειται για τη δημιουργία εγγράφων».
Ο Vladimir Milov, αναπληρωτής υπουργός Ενέργειας της Ρωσίας την περίοδο που ο Abramovich οικοδομούσε την επιχειρηματική του αυτοκρατορία και σήμερα επικριτής της ρωσικής κυβέρνησης, δήλωσε: «Για κάθε Ρώσο ολιγάρχη ή διεφθαρμένο ολιγάρχη από τη Μέση Ανατολή ή την Αφρική, υπάρχει ένας ολόκληρος στρατός δυτικών παρόχων χρηματοοικονομικών και νομικών υπηρεσιών, καθώς και υπηρεσιών δημοσίων σχέσεων, οι οποίοι δέχονται πρόθυμα χρήματα για να ξεπλύνουν τη φήμη τους και να τους παρουσιάσουν ως φυσιολογικούς ανθρώπους».
Αρνούμενοι οποιαδήποτε παρανομία εκ μέρους του ολιγάρχη, οι δικηγόροι του Roman Abramovich δήλωσαν ότι ο ίδιος «δεν συμμετείχε στην καθημερινή λειτουργία αυτών των εταιρειών» και ότι, όταν οι επαγγελματίες σύμβουλοί του πρότειναν συγκεκριμένες διευθετήσεις, «η εμπιστοσύνη σε αυτές τις συμβουλές ήταν απολύτως ορθή και νόμιμη».
Η Deloitte Cyprus δήλωσε ότι δεν μπορούσε να σχολιάσει τις συγκεκριμένες καταγγελίες, καθώς τα έγγραφα ήταν ηλικίας άνω των 20 ετών και δεν ήταν πλέον προσβάσιμα.
Η MeritServus έκλεισε μετά τη διαρροή εγγράφων γνωστή ως Cyprus Confidential.
www.bankingnews.gr
Οι οικονομικές καταστάσεις που εγκρίθηκαν από την Deloitte στην Κύπρο είχαν ως αποτέλεσμα περιουσιακά στοιχεία, όπως υπερπολυτελή γιοτ, επαύλεις και ιδιωτικά αεροσκάφη, συνολικής αξίας 672 εκατομμυρίων δολαρίων (508 εκατομμυρίων λιρών), να εξαφανιστούν από τους εταιρικούς λογαριασμούς του Abramovich.
Η Deloitte φαίνεται επίσης να παρείχε συμβουλές σχετικά με ένα σχέδιο φοροδιαφυγής, το οποίο αποσκοπούσε στην αποφυγή ενός τεράστιου φορολογικού λογαριασμού που αφορούσε την περιουσία του ολιγάρχη, μέσω της παραποίησης εγγράφων.
Ο δικηγόρος Andrew Mitchell KC, ειδικός στο δίκαιο των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, δήλωσε ότι τα στοιχεία που παρουσίασε η εκπομπή Panorama καταδεικνύουν πως το σχέδιο αποτελούσε «ξεκάθαρη» φοροδιαφυγή και ότι «δεν θα μπορούσε να είναι πιο απροκάλυπτη».
Οι δικηγόροι του Roman Abramovich δήλωσαν ότι ο ίδιος αρνείται πως φοροαπέφυγε ή απέκρυψε φόρους και περιουσιακά στοιχεία.
Υποστήριξαν δε ότι η εκπομπή Panorama δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι γνώριζε, ενέκρινε ή έδωσε εντολή για την παραποίηση οποιουδήποτε εγγράφου.
Πρόσθεσαν, επίσης, ότι ήταν θεμιτό να βασίζεται στις συμβουλές επαγγελματιών.
Η Deloitte Cyprus δήλωσε ότι «ενεργεί σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία».
Σε κάθε περίπτωση, τα ευρήματα αποκαλύπτονται έπειτα από κοινή έρευνα της εκπομπής BBC Panorama και του Bureau of Investigative Journalism.
Ο πιο γνωστός Ρώσος στο Λονδίνο
Επί σχεδόν δύο δεκαετίες, ο Roman Abramovich ήταν ο πιο γνωστός Ρώσος ολιγάρχης στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Ήταν ευπρόσδεκτος στο Λονδίνο, όπου αγόρασε την Chelsea το 2003 και χρηματοδότησε την πιο επιτυχημένη περίοδο στην ιστορία του συλλόγου.
Ωστόσο, μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, η βρετανική κυβέρνηση του επέβαλε κυρώσεις, θεωρώντας τον στενό συνεργάτη του προέδρου Vladimir Putin, και τον ανάγκασε να πουλήσει τον ποδοσφαιρικό σύλλογο.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Abramovich ζει στην Τουρκία, η οποία αποτελεί ασφαλές καταφύγιο για τον ίδιο, καθώς δεν επέβαλε κυρώσεις σε βάρος του.
Στο νησί Jersey, στη Μάγχη, περιουσιακά στοιχεία του αξίας 5,4 δισεκατομμυρίων λιρών παραμένουν δεσμευμένα, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη ποινική έρευνα εδώ και τέσσερα χρόνια.
Οι δικηγόροι του ολιγάρχη δήλωσαν στο BBC ότι αρνείται τις κατηγορίες στο πλαίσιο της έρευνας στο Jersey και υποστηρίζει ότι αυτή «διενεργήθηκε για πολιτικούς σκοπούς».
Η έρευνά του BBC αποκάλυψε νέα στοιχεία σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας της επιχειρηματικής αυτοκρατορίας του Abramovich.
Παράλληλα, εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την ακεραιότητα ορισμένων από τους επαγγελματίες συμβούλους του.
Τα στοιχεία περιλαμβάνονται σε μια διαρροή που αποτελείται από χιλιάδες έγγραφα σχετικά με τα οικονομικά του ολιγάρχη και τη λειτουργία ενός δικτύου υπεράκτιων εταιρειών, τις οποίες διαχειρίζονταν από την Κύπρο, μια χώρα που στο παρελθόν αποτελούσε δημοφιλή φορολογικό παράδεισο για τους Ρώσους.
Τα δε έγγραφα καλύπτουν την περίοδο από το 1995 έως το 2022.
Το BBC και συνεργαζόμενα μέσα ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων οι εφημερίδες The Guardian, το Paper Trail Media, το Organised Crime and Corruption Reporting Project και το Cyprus Investigative Reporting Network, καθώς και το Bureau of Investigative Journalism, δημοσιεύουν από το 2023 ρεπορτάζ βασισμένα στα αρχεία που διέρρευσαν, στο πλαίσιο της έρευνας Cyprus Confidential του International Consortium of Investigative Journalists.
Το 2022, η εκπομπή Panorama είχε επίσης μεταδώσει ρεπορτάζ σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο Abramovich απέκτησε την περιουσία του , αγοράζοντας τη δεκαετία του 1990 μια ρωσική κρατική πετρελαϊκή εταιρεία και πουλώντας την ξανά στο κράτος, μία δεκαετία αργότερα, αποκομίζοντας κέρδη δισεκατομμυρίων.
Ο ίδιος έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι οι κατηγορίες περί διαφθοράς σχετικά με τη συγκεκριμένη συμφωνία είναι ψευδείς.
Τα κέρδη του Abramovich από τις πετρελαϊκές συμφωνίες του στη Ρωσία διοχετεύονταν μέσω ενός δικτύου υπεράκτιων εταιρειών.
Τη διαχείρισή τους από την Κύπρο είχε αναλάβει μια εταιρεία παροχής εταιρικών υπηρεσιών με την επωνυμία MeritServus, με έδρα τη Λεμεσό, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του νησιού.
Η «βοήθεια» της Deloitte
Μέχρι το 2005, η Deloitte, η οποία σήμερα είναι η μεγαλύτερη από τις «Big Four», τις τέσσερις μεγάλες εταιρείες που κυριαρχούν στον κλάδο της λογιστικής και των ελεγκτικών υπηρεσιών, ήταν ιδιοκτήτρια της MeritServus.
Μετά τον διαχωρισμό τους, οι δύο εταιρείες συνεργάζονταν στενά με συνεργάτες του Abramovich για τη διαχείριση της παγκόσμιας περιουσίας του.
Τα έγγραφα της MeritServus που διέρρευσαν αποκαλύπτουν ορισμένες από τις πρακτικές τους.
Το πρώτο δείγμα εγγράφων στα οποία είχαν τεθεί αναδρομικές ημερομηνίες χρονολογείται από το 2006, όταν ένας νέος νόμος στην Κύπρο επέβαλε τη δημοσιοποίηση των λογαριασμών των εταιρειών.
Ο νέος νόμος περί διαφάνειας απειλούσε να αποκαλύψει τα μυστικά του τεράστιου πλούτου του Abramovich.
Η Deloitte Cyprus είχε συντάξει σχέδια οικονομικών καταστάσεων για το 2003 για την κυπριακή εταιρεία του, Amiscan Investments, αλλά δεν τα είχε ακόμη οριστικοποιήσει.
Οι λογαριασμοί περιλάμβαναν πολυτελή ακίνητα αξίας 672 εκατομμυρίων δολαρίων.
Στα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνονταν μια έπαυλη στο West Sussex, ένα πολυτελές διαμέρισμα στο Λονδίνο και ένα κτήμα στη νότια Γαλλία, καθώς και ελικόπτερα, ιδιωτικά αεροσκάφη και ένας μικρός στόλος σκαφών που ανήκαν τότε στον ολιγάρχη, μεταξύ των οποίων και το Pelorus, αξίας 147,5 εκατομμυρίων δολαρίων.
Για να κρατήσουν τα στοιχεία αυτά μυστικά, οι συνεργάτες του Abramovich και η MeritServus αποφάσισαν να ξαναγράψουν την… ιστορία.
Κατάρτισαν ένα σχέδιο για να παρακάμψουν τον νόμο περί διαφάνειας, μεταβιβάζοντας τα περιουσιακά στοιχεία στη μητρική εταιρεία της Amiscan στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (BVI), όπου θα μπορούσαν να παραμείνουν κρυφά.
Παράλληλα, έθεσαν αναδρομική ημερομηνία στη μεταβίβαση, κατά τρία χρόνια νωρίτερα, ώστε να φαίνεται ότι αυτή είχε πραγματοποιηθεί το 2003.
Η Deloitte Cyprus εξέτασε τα έγγραφα με τις αναδρομικές ημερομηνίες και δήλωσε ότι ήταν «επαρκή» για να επιτρέψουν την αφαίρεση των περιουσιακών στοιχείων από τους λογαριασμούς της Amiscan.
Όταν οι οικονομικές καταστάσεις του 2003 εγκρίθηκαν από την Deloitte το 2006, οι κατοικίες, τα αεροσκάφη και τα γιοτ εξαφανίστηκαν με μια απλή υπογραφή.
Από τα περιουσιακά στοιχεία παρέμειναν μόνο 75.000 δολάρια.
Η Deloitte ενέκρινε τις οικονομικές καταστάσεις, παρόλο που τα έγγραφα που διέρρευσαν δείχνουν ότι γνώριζε πως παρουσίαζαν μια εντελώς παραπλανητική εικόνα.
Ο Lord Sikka, καθηγητής λογιστικής στο University of Sheffield, δήλωσε ότι η παραποίηση των ημερομηνιών των συναλλαγών και η μη δημοσίευση αληθών και δίκαιων οικονομικών καταστάσεων συνιστούσαν «παραβίαση μιας εκ του νόμου υποχρέωσης» και ήταν «ιδιαίτερα σκανδαλώδεις πρακτικές».
Η εκπομπή Panorama εντόπισε επίσης στοιχεία που δείχνουν ότι έγγραφα με αναδρομικές ημερομηνίες είχαν χρησιμοποιηθεί σε ένα σχέδιο φοροδιαφυγής.
Η υπόθεση αφορούσε μια άλλη κυπριακή εταιρεία του Abramovich, την Kravin Investments, η οποία διατηρούσε σχεδόν 2 δισεκατομμύρια δολάρια σε τραπεζικούς λογαριασμούς το 2003.
Η εταιρεία αποκόμιζε μεγάλα ποσά από τόκους και, επομένως, η εταιρεία του Roman Abramovich θα έπρεπε να καταβάλλει φόρο επί των τόκων αυτών στις κυπριακές αρχές.
Ωστόσο, οι σύμβουλοί του είχαν μια άλλη ιδέα για να ξαναγράψουν την ιστορία.
Σε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έστειλε η MeritServus τον Αύγουστο του 2005 στους Ρώσους συνεργάτες του Abramovich, αναφερόταν ότι είχε εκπονηθεί ένα σχέδιο έπειτα από συνάντηση με την Deloitte.
«Εάν συμφωνείτε, θα χρειαστεί να τροποποιηθούν αναλόγως οι οικονομικές καταστάσεις και τα λογιστικά αρχεία για τα έτη 2003 και 2004» ανέφερε το μήνυμα.
Η MeritServus ενημέρωσε τους Ρώσους συνεργάτες του ολιγάρχη ότι οι «Προσωρινές Φορολογικές Εκτιμήσεις για το 2005» της Kravin θα υποβάλλονταν με τρόπο που θα εμφάνιζε την εταιρεία να μην έχει αποκομίσει κανένα εισόδημα από τα χρήματα αυτά.
Έναν μήνα αργότερα, ένας συνεργάτης στη Ρωσία απάντησε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: «Συμφωνώ».
Στη συνέχεια, η MeritServus δημιούργησε μια σειρά εγγράφων με αναδρομικές ημερομηνίες, τα οποία παρουσίαζαν ψευδώς ότι η Kravin απλώς διακρατούσε και επένδυε τα κεφάλαια για λογαριασμό της μητρικής εταιρείας της στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (BVI).
Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργούνταν η εντύπωση ότι τα χρήματα δεν ανήκαν στην πραγματικότητα στην Kravin και, συνεπώς, ότι η εταιρεία δεν ήταν υπόχρεη στην καταβολή φόρου στην Κύπρο.
Σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τον Σεπτέμβριο του 2005, η Deloitte ανέφερε ότι «θα πρέπει να γίνουν ορισμένες αλλαγές στους λογαριασμούς (υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών, έσοδα από τόκους, λογαριασμός κερδών και ζημιών)», εξαιτίας των τροποποιήσεων με αναδρομικές ημερομηνίες στα περιουσιακά στοιχεία της Kravin.
Παραποίηση
Επομένως, η Deloitte φέρεται να παρείχε συμβουλές σχετικά με την παραποίηση οικονομικών αρχείων.
Τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι επέτρεψε στην εταιρεία του Abramovich να αποφύγει την καταβολή φόρων ύψους εκατομμυρίων.
Ο Andrew Mitchell KC μάς είπε ότι το συγκεκριμένο σχέδιο συνιστούσε «ξεκάθαρη» φοροδιαφυγή. «Αν αυτό είχε συμβεί στην Αγγλία και αφορούσε ποσά εκατομμυρίων, η His Majesty’s Revenue and Customs θα εξέταζε το ενδεχόμενο άσκησης ποινικής δίωξης», δήλωσε.
Ο Κύπριος βουλευτής Χρήστος Χριστοφίδης δήλωσε ότι, εάν είχε υπάρξει φοροδιαφυγή, τότε «πρέπει να δούμε πώς μπορούμε να πάρουμε πίσω τα χρήματά μας και πώς, εάν κάποιοι είναι ένοχοι, θα πρέπει να πληρώσουν το τίμημα σύμφωνα με τον νόμο μας».
Εκτός από τα έγγραφα των οποίων η ημερομηνία είχε τροποποιηθεί εκ των υστέρων με τη συνδρομή της Deloitte, οι σύμβουλοι του Abramovich στη MeritServus παραποίησαν και ένα τρίτο σύνολο αρχείων.
Η υπόθεση αφορούσε την τεράστια επιχειρηματική περιουσία του ολιγάρχη —περισσότερα από 10 δισ. δολάρια— η οποία βρισκόταν στην Κύπρο και ανήκε σε εταιρεία με την επωνυμία Electus Investments.
Η MeritServus άλλαξε εκ των υστέρων τις ημερομηνίες των εγγράφων, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η Electus δεν ήταν ιδιοκτήτρια της περιουσίας.
Χρησιμοποίησε μια άλλη εταιρεία του Abramovich με ακριβώς την ίδια επωνυμία, Electus Investments, η οποία όμως αυτή τη φορά είχε έδρα στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (BVI), όπου δεν υπήρχε υποχρέωση δημοσιοποίησης των οικονομικών καταστάσεων.
Τα ηλεκτρονικά μηνύματα δείχνουν ότι το 2006 η MeritServus αναγνώριζε πως η περιουσία ανήκε στην Electus Cyprus.
Ωστόσο, πρότεινε και πάλι να ξαναγράψει το παρελθόν, αυτήν τη φορά «για να μεταβιβάσει την πραγματική κυριότητα στην Electus Investments στις BVI» και να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η αλλαγή είχε πραγματοποιηθεί τρία χρόνια νωρίτερα.
Η MeritServus υπέγραψε έγγραφα και τους έδωσε αναδρομικές ημερομηνίες, τα οποία ψευδώς εμφάνιζαν την εταιρεία στις BVI ως ιδιοκτήτρια της περιουσίας των 10 δισ. δολαρίων από τις 20 Νοεμβρίου 2003.
Έτσι, όταν δημοσιοποιήθηκαν οι οικονομικές καταστάσεις της κυπριακής εταιρείας με την ίδια επωνυμία, φαινόταν ότι αυτή διέθετε περιουσιακά στοιχεία αξίας μόλις 145.000 δολαρίων.
Τα δισεκατομμύρια του Roman Abramovich είχαν εξαφανιστεί από τα χαρτιά.
Ο Andrew Mitchell KC δήλωσε στο Panorama: «Αυτό που προκύπτει από την υπόθεση είναι ότι υπάρχουν επαγγελματίες πρόθυμοι να παρακάμψουν και να παραβιάσουν τους κανόνες του επαγγέλματός τους και, κατά συνέπεια, τον νόμο.
Και φαίνεται ότι δεν σταματούν κυριολεκτικά μπροστά σε τίποτα όταν πρόκειται για τη δημιουργία εγγράφων».
Ο Vladimir Milov, αναπληρωτής υπουργός Ενέργειας της Ρωσίας την περίοδο που ο Abramovich οικοδομούσε την επιχειρηματική του αυτοκρατορία και σήμερα επικριτής της ρωσικής κυβέρνησης, δήλωσε: «Για κάθε Ρώσο ολιγάρχη ή διεφθαρμένο ολιγάρχη από τη Μέση Ανατολή ή την Αφρική, υπάρχει ένας ολόκληρος στρατός δυτικών παρόχων χρηματοοικονομικών και νομικών υπηρεσιών, καθώς και υπηρεσιών δημοσίων σχέσεων, οι οποίοι δέχονται πρόθυμα χρήματα για να ξεπλύνουν τη φήμη τους και να τους παρουσιάσουν ως φυσιολογικούς ανθρώπους».
Αρνούμενοι οποιαδήποτε παρανομία εκ μέρους του ολιγάρχη, οι δικηγόροι του Roman Abramovich δήλωσαν ότι ο ίδιος «δεν συμμετείχε στην καθημερινή λειτουργία αυτών των εταιρειών» και ότι, όταν οι επαγγελματίες σύμβουλοί του πρότειναν συγκεκριμένες διευθετήσεις, «η εμπιστοσύνη σε αυτές τις συμβουλές ήταν απολύτως ορθή και νόμιμη».
Η Deloitte Cyprus δήλωσε ότι δεν μπορούσε να σχολιάσει τις συγκεκριμένες καταγγελίες, καθώς τα έγγραφα ήταν ηλικίας άνω των 20 ετών και δεν ήταν πλέον προσβάσιμα.
Η MeritServus έκλεισε μετά τη διαρροή εγγράφων γνωστή ως Cyprus Confidential.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών