Οι εκλογικές αναμετρήσεις σε Ισραήλ (27/10) και ΗΠΑ (3/11) συνδέονται άμεσα με την πιθανότητα ενός νέου πολέμου στον Περσικό Κόλπο
(upd 2) Το ερώτημα που πλανάται πλέον πάνω από τη Μέση Ανατολή δεν είναι απλώς αν θα υπάρξει μια ακόμη στρατιωτική επιχείρηση.
Είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ βρίσκονται μπροστά σε έναν νέο κύκλο σύγκρουσης με το Ιράν, ικανό να μετατρέψει μια ήδη εύφλεκτη περιοχή σε πεδίο πολύ ευρύτερης αναμέτρησης.
Η χρονική συγκυρία είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη.
Στις 27 Οκτωβρίου το Ισραήλ οδηγείται στις κάλπες ενώ στις 3 Νοεμβρίου διεξάγονται οι ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η σύμπτωση των δύο αναμετρήσεων τροφοδοτεί ερωτήματα για το κατά πόσο η στρατιωτική κλιμάκωση χρησιμοποιείται πλέον όχι μόνο ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, αλλά και ως στοιχείο εσωτερικού πολιτικού υπολογισμού.
Η ημερομηνία των ισραηλινών εκλογών και η πίεση που αντιμετωπίζει ο Benjamin Netanyahu έχουν επιβεβαιωθεί από σειρά πρόσφατων δημοσιευμάτων.
Μια μεγάλης κλίμακας επίθεση πριν από τις εκλογές δεν εμφανίζεται αυτή τη στιγμή ως το πιθανότερο σενάριο.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος υποχωρεί.
Περιορισμένα πλήγματα, επιχειρήσεις ακριβείας, μια λανθασμένη εκτίμηση προθέσεων ή ένα επεισόδιο που θα χρησιμοποιηθεί ως αφορμή μπορούν να λειτουργήσουν ως σπινθήρας.
Και στο επίκεντρο αυτής της αβεβαιότητας βρίσκεται για ακόμη μία φορά η Ουάσιγκτον.

Η αμερικανική αντίφαση
Η κυβέρνηση του Donald Trump εμφανίζεται να μιλά ταυτόχρονα τη γλώσσα της διαπραγμάτευσης και τη γλώσσα της συντριβής.
Από τη μία πλευρά, εξακολουθούν να υπάρχουν έμμεσες συνομιλίες και μεσολαβητικές προσπάθειες για το Στενό του Ηormuz και την ευρύτερη σύγκρουση.
Από την άλλη, ο ίδιος ο Trump έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξης ή εντατικοποίησης των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων μετά τις ενδιάμεσες εκλογές.
Σε συνέντευξή του που δημοσιεύθηκε την 1η Οκτωβρίου, ο Trump δήλωσε ότι νέα στρατιωτική δράση μετά τις εκλογές είναι πιθανή εάν η Ουάσιγκτον δεν θεωρήσει ικανοποιητική μια συμφωνία με την Τεχεράνη.
Παράλληλα χρησιμοποίησε εξαιρετικά επιθετική γλώσσα για το μέλλον του Ιράν και της πυρηνικής του ικανότητας.
Το πρόβλημα είναι προφανές: όταν η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο συνδέει τόσο ανοιχτά τον χρόνο μιας πιθανής κλιμάκωσης με το εκλογικό ημερολόγιο, δημιουργείται εύλογα η εντύπωση ότι η στρατιωτική στρατηγική υποτάσσεται εν μέρει στην εσωτερική πολιτική.
Δεν πρόκειται για μια αμελητέα λεπτομέρεια.
Ο πόλεμος δεν μπορεί να λειτουργεί ως προεκλογικό ημερολόγιο.
Και η τύχη μιας ολόκληρης περιοχής δεν θα έπρεπε να εξαρτάται από το εάν μια κυβέρνηση θεωρεί ότι ένα στρατιωτικό πλήγμα θα ήταν περισσότερο ή λιγότερο επιζήμιο πριν από την κάλπη.

Το κόστος που η Ουάσιγκτον γνωρίζει πολύ καλά
Υπάρχει ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η αμερικανική κυβέρνηση εμφανίζεται πιο πρόθυμη να μεταθέσει μια μεγάλη κλιμάκωση μετά τις 3 Νοεμβρίου: η οικονομία.
Ο πόλεμος με το Ιράν και οι αναταράξεις στο Στενό του Ηormuz έχουν ήδη επιβαρύνει τις ενεργειακές αγορές.
Οι υψηλές τιμές καυσίμων και η γενικότερη ακρίβεια αποτελούν πολιτικό πρόβλημα για τον Trump και τους Ρεπουμπλικάνους ενόψει των εκλογών.
Πρόσφατες αναλύσεις καταγράφουν έντονη δυσαρέσκεια των Αμερικανών ψηφοφόρων για τον πληθωρισμό και το ενεργειακό κόστος.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η κυνική πλευρά της αμερικανικής στρατηγικής.
Αν μια κλιμάκωση θεωρείται επικίνδυνη επειδή μπορεί να αυξήσει τη βενζίνη πριν από τις εκλογές, γιατί θα καταστεί περισσότερο υπεύθυνη λίγες ημέρες αργότερα;
Οι συνέπειες για τους λαούς της περιοχής θα είναι ίδιες.
Οι κίνδυνοι για τις ενεργειακές αγορές θα παραμείνουν.
Το ενδεχόμενο περιφερειακής διάχυσης δεν θα εξαφανιστεί επειδή θα έχουν κλείσει οι κάλπες στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η συσσώρευση στρατιωτικής ισχύος
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η πραγματική στρατιωτική εικόνα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύουν σημαντικά τις δυνάμεις τους στη Μέση Ανατολή.
Πρόσφατες πληροφορίες κάνουν λόγο για την ανάπτυξη περίπου 9.000 επιπλέον στρατιωτών, καθώς και νέων ναυτικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένου του USS Theodore Roosevelt και της αμφίβιας δύναμης του USS Makin Island.
Συνολικά γίνεται λόγος για την αποστολή 20.000 στρατιωτών και 150 αεροσκαφών.
Μια τέτοια ανάπτυξη μπορεί φυσικά να παρουσιαστεί ως αποτροπή.
Όμως η αποτροπή και η προετοιμασία επίθεσης συχνά χρησιμοποιούν ακριβώς τα ίδια μέσα.
Αυτό είναι και το μεγάλο πρόβλημα των περιόδων έντασης: η μία πλευρά ισχυρίζεται ότι ενισχύεται για να αποτρέψει τον αντίπαλο, ενώ ο αντίπαλος βλέπει τις ίδιες κινήσεις ως προετοιμασία επίθεσης και αποφασίζει να κινηθεί πρώτος.
Έτσι γεννιούνται οι πόλεμοι που υποτίθεται ότι κανείς δεν ήθελε.

Ο Netanyahu και ο φόβος πριν από τις κάλπες
Στο Ισραήλ, ο Benjamin Netanyahu πρόσθεσε ακόμη ένα στρώμα αβεβαιότητας.
Στις 29 Σεπτεμβρίου, από την αεροπορική βάση Tel Nof, δήλωσε ότι υπάρχουν ενδείξεις πως «οι εχθροί» του Ισραήλ ενδέχεται να επιχειρήσουν επίθεση πριν από τις εκλογές.
Προειδοποίησε ότι το «μακρύ χέρι» του Ισραήλ μπορεί να φτάσει τους αντιπάλους του οπουδήποτε και οποτεδήποτε.
Η δήλωση προκάλεσε έντονη πολιτική αντίδραση.
Το ουσιώδες εδώ δεν είναι αν ο Netanyahu έχει ή δεν έχει πραγματικές πληροφορίες.
Είναι ότι η ασφάλεια και η προεκλογική πολιτική έχουν μπλεχτεί σε έναν εξαιρετικά επικίνδυνο βαθμό.
Όταν ένας πολιτικός ηγέτης, λίγες εβδομάδες πριν από κρίσιμες εκλογές, προειδοποιεί για επικείμενους εχθρούς χωρίς να παρουσιάζει σαφή δημόσια τεκμηρίωση, δημιουργεί αναπόφευκτα υπόνοιες ότι ο φόβος γίνεται πολιτικό εργαλείο.
Και όταν η Ουάσιγκτον βρίσκεται ταυτόχρονα σε στρατιωτική κινητοποίηση, η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνη.

Το αμερικανικό τελεσίγραφο
Η σύγκρουση δεν αφορά μόνο το πότε θα πραγματοποιηθούν επιχειρήσεις αλλά και τους όρους που θέτει η Ουάσιγκτον.
Δημοσιευμένες πληροφορίες αναφέρουν ότι αμερικανικές απαιτήσεις προς το Ιράν έχουν συμπεριλάβει, μεταξύ άλλων, παράδοση περίπου 400 κιλών εμπλουτισμένου ουρανίου, περιορισμό των ενεργών πυρηνικών εγκαταστάσεων και σύνδεση της κατάπαυσης των εχθροπραξιών με ευρύτερες διαπραγματεύσεις.
Το Ιράν από την πλευρά του θέτει δικούς του όρους, ενώ στις 4 Οκτωβρίου δήλωσε ότι το Στενό του Hormuz δεν θα επιστρέψει σε κανονική λειτουργία αν δεν εκπληρωθούν οι δεσμεύσεις που θεωρεί ότι έχουν αναλάβει οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι επαφές συνεχίζονται μέσω διαμεσολαβητών, μεταξύ άλλων του Κατάρ.
Δεν χρειάζεται κάποιος να υιοθετεί τις θέσεις της Τεχεράνης για να αναγνωρίσει το βασικό πρόβλημα: η αμερικανική διπλωματία συχνά λειτουργεί με τη λογική ότι η διαπραγμάτευση πρέπει να αρχίσει αφού ο αντίπαλος έχει πρώτα αποδεχθεί το μεγαλύτερο μέρος των αμερικανικών απαιτήσεων.
Αυτό όμως δεν είναι πραγματική διαπραγμάτευση.
Είναι τελεσίγραφο με διπλωματική ορολογία.

Ποιος πραγματικά οδηγεί προς τον επόμενο πόλεμο;
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν κάθε δικαίωμα να ανησυχούν για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, τις πυραυλικές του δυνατότητες ή τις περιφερειακές δραστηριότητες της Τεχεράνης.
Αλλά άλλο πράγμα η ανησυχία και άλλο η διαρκής στρατιωτικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής.
Η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να εμφανίζεται ταυτόχρονα ως εγγυητής της σταθερότητας και ως η δύναμη που μεταφέρει αεροπλανοφόρα, χιλιάδες στρατιώτες και όλο και βαρύτερες απειλές στην ίδια περιοχή.
Δεν μπορεί επίσης να απαιτεί από όλους τους άλλους απόλυτη αυτοσυγκράτηση, ενώ διατηρεί για τον εαυτό της το δικαίωμα να αποφασίζει μονομερώς πότε η διπλωματία «απέτυχε» και πότε πρέπει να αρχίσουν οι βόμβες.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι το λάθος
Ίσως τελικά ο μεγαλύτερος κίνδυνος να μην είναι ένα προγραμματισμένο σχέδιο για έναν τεράστιο πόλεμο πριν από τις εκλογές.
Είναι το ατύχημα.
Μια έκρηξη σε στρατιωτική εγκατάσταση.
Ένα drone που θα παρερμηνευθεί.
Ένα αεροσκάφος που θα καταρριφθεί.
Μια λανθασμένη πληροφορία από ραντάρ. Μια επίθεση από ένοπλη οργάνωση που θα αποδοθεί αμέσως σε κρατικό παράγοντα.
Όταν δεκάδες χιλιάδες στρατιωτικοί, πλοία, αεροσκάφη και πυραυλικά συστήματα βρίσκονται σε επιφυλακή, το περιθώριο λάθους μικραίνει δραματικά.
Και γι' αυτό η ευθύνη της ισχυρότερης πλευράς είναι μεγαλύτερη, όχι μικρότερη.
Οι επόμενες εβδομάδες πιθανότατα δεν θα φέρουν έναν «Τρίτο Πόλεμο» με την κυριολεκτική έννοια του όρου.
Όμως η στρατιωτική συσσώρευση, η προεκλογική εκμετάλλευση του φόβου και η λογική των τελεσιγράφων συνθέτουν ακριβώς το περιβάλλον μέσα στο οποίο οι περιορισμένες συγκρούσεις μπορούν να ξεφύγουν από τον έλεγχο.
Αν η Ουάσιγκτον θέλει πραγματικά να αποτρέψει έναν νέο μεγάλο πόλεμο, δεν αρκεί να τον αναβάλει μέχρι να περάσουν οι αμερικανικές εκλογές.
Πρέπει να σταματήσει να αντιμετωπίζει τη στρατιωτική ισχύ ως υποκατάστατο της πολιτικής.
Γιατί το πιο επικίνδυνο στοιχείο σήμερα δεν είναι ότι όλες οι πλευρές επιθυμούν έναν μεγάλο πόλεμο.
Είναι ότι έχουν δημιουργήσει τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορεί να ξεκινήσει ακόμη και χωρίς να τον επιθυμούν.

Το Ιράν επεκτείνει την εμβέλεια των πυραύλων του – Στόχος τα αεροπλανοφόρα των ΗΠΑ
Το Ιράν εξετάζει σοβαρά την περαιτέρω αύξηση της εμβέλειας και της ταχύτητας του πυραυλικού του οπλοστασίου, με στόχο να μπορεί να πλήττει αμερικανικά αεροπλανοφόρα ακόμη και σε μεγαλύτερες αποστάσεις από τις ιρανικές ακτές.
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού στρατού Mohammad Akraminia δήλωσε ότι η Τεχεράνη έχει καταλήξει στην ανάγκη ανάπτυξης πυραύλων μεγαλύτερης εμβέλειας, καθώς οι αμερικανικές ναυτικές δυνάμεις επιχειρούν πλέον σε μεγάλες αποστάσεις από το Ιράν.
Ιρανικές πηγές υποστηρίζουν ότι ο πύραυλος Qassem Basir διαθέτει εμβέλεια περίπου 1.200 χιλιομέτρων και δυνατότητα προσβολής κινούμενων ναυτικών στόχων.
Η συγκεκριμένη δυνατότητα θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η προσβολή ενός κινούμενου πολεμικού πλοίου απαιτεί όχι μόνο μεγάλη εμβέλεια αλλά και προηγμένα συστήματα εντοπισμού, καθοδήγησης και συνεχούς ενημέρωσης της θέσης του στόχου.
www.bankingnews.gr
Είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ βρίσκονται μπροστά σε έναν νέο κύκλο σύγκρουσης με το Ιράν, ικανό να μετατρέψει μια ήδη εύφλεκτη περιοχή σε πεδίο πολύ ευρύτερης αναμέτρησης.
Η χρονική συγκυρία είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη.
Στις 27 Οκτωβρίου το Ισραήλ οδηγείται στις κάλπες ενώ στις 3 Νοεμβρίου διεξάγονται οι ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η σύμπτωση των δύο αναμετρήσεων τροφοδοτεί ερωτήματα για το κατά πόσο η στρατιωτική κλιμάκωση χρησιμοποιείται πλέον όχι μόνο ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, αλλά και ως στοιχείο εσωτερικού πολιτικού υπολογισμού.
Η ημερομηνία των ισραηλινών εκλογών και η πίεση που αντιμετωπίζει ο Benjamin Netanyahu έχουν επιβεβαιωθεί από σειρά πρόσφατων δημοσιευμάτων.
Μια μεγάλης κλίμακας επίθεση πριν από τις εκλογές δεν εμφανίζεται αυτή τη στιγμή ως το πιθανότερο σενάριο.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος υποχωρεί.
Περιορισμένα πλήγματα, επιχειρήσεις ακριβείας, μια λανθασμένη εκτίμηση προθέσεων ή ένα επεισόδιο που θα χρησιμοποιηθεί ως αφορμή μπορούν να λειτουργήσουν ως σπινθήρας.
Και στο επίκεντρο αυτής της αβεβαιότητας βρίσκεται για ακόμη μία φορά η Ουάσιγκτον.

Η αμερικανική αντίφαση
Η κυβέρνηση του Donald Trump εμφανίζεται να μιλά ταυτόχρονα τη γλώσσα της διαπραγμάτευσης και τη γλώσσα της συντριβής.
Από τη μία πλευρά, εξακολουθούν να υπάρχουν έμμεσες συνομιλίες και μεσολαβητικές προσπάθειες για το Στενό του Ηormuz και την ευρύτερη σύγκρουση.
Από την άλλη, ο ίδιος ο Trump έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξης ή εντατικοποίησης των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων μετά τις ενδιάμεσες εκλογές.
Σε συνέντευξή του που δημοσιεύθηκε την 1η Οκτωβρίου, ο Trump δήλωσε ότι νέα στρατιωτική δράση μετά τις εκλογές είναι πιθανή εάν η Ουάσιγκτον δεν θεωρήσει ικανοποιητική μια συμφωνία με την Τεχεράνη.
Παράλληλα χρησιμοποίησε εξαιρετικά επιθετική γλώσσα για το μέλλον του Ιράν και της πυρηνικής του ικανότητας.
Το πρόβλημα είναι προφανές: όταν η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο συνδέει τόσο ανοιχτά τον χρόνο μιας πιθανής κλιμάκωσης με το εκλογικό ημερολόγιο, δημιουργείται εύλογα η εντύπωση ότι η στρατιωτική στρατηγική υποτάσσεται εν μέρει στην εσωτερική πολιτική.
Δεν πρόκειται για μια αμελητέα λεπτομέρεια.
Ο πόλεμος δεν μπορεί να λειτουργεί ως προεκλογικό ημερολόγιο.
Και η τύχη μιας ολόκληρης περιοχής δεν θα έπρεπε να εξαρτάται από το εάν μια κυβέρνηση θεωρεί ότι ένα στρατιωτικό πλήγμα θα ήταν περισσότερο ή λιγότερο επιζήμιο πριν από την κάλπη.

Το κόστος που η Ουάσιγκτον γνωρίζει πολύ καλά
Υπάρχει ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η αμερικανική κυβέρνηση εμφανίζεται πιο πρόθυμη να μεταθέσει μια μεγάλη κλιμάκωση μετά τις 3 Νοεμβρίου: η οικονομία.
Ο πόλεμος με το Ιράν και οι αναταράξεις στο Στενό του Ηormuz έχουν ήδη επιβαρύνει τις ενεργειακές αγορές.
Οι υψηλές τιμές καυσίμων και η γενικότερη ακρίβεια αποτελούν πολιτικό πρόβλημα για τον Trump και τους Ρεπουμπλικάνους ενόψει των εκλογών.
Πρόσφατες αναλύσεις καταγράφουν έντονη δυσαρέσκεια των Αμερικανών ψηφοφόρων για τον πληθωρισμό και το ενεργειακό κόστος.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η κυνική πλευρά της αμερικανικής στρατηγικής.
Αν μια κλιμάκωση θεωρείται επικίνδυνη επειδή μπορεί να αυξήσει τη βενζίνη πριν από τις εκλογές, γιατί θα καταστεί περισσότερο υπεύθυνη λίγες ημέρες αργότερα;
Οι συνέπειες για τους λαούς της περιοχής θα είναι ίδιες.
Οι κίνδυνοι για τις ενεργειακές αγορές θα παραμείνουν.
Το ενδεχόμενο περιφερειακής διάχυσης δεν θα εξαφανιστεί επειδή θα έχουν κλείσει οι κάλπες στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η συσσώρευση στρατιωτικής ισχύος
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η πραγματική στρατιωτική εικόνα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύουν σημαντικά τις δυνάμεις τους στη Μέση Ανατολή.
Πρόσφατες πληροφορίες κάνουν λόγο για την ανάπτυξη περίπου 9.000 επιπλέον στρατιωτών, καθώς και νέων ναυτικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένου του USS Theodore Roosevelt και της αμφίβιας δύναμης του USS Makin Island.
Συνολικά γίνεται λόγος για την αποστολή 20.000 στρατιωτών και 150 αεροσκαφών.
Μια τέτοια ανάπτυξη μπορεί φυσικά να παρουσιαστεί ως αποτροπή.
Όμως η αποτροπή και η προετοιμασία επίθεσης συχνά χρησιμοποιούν ακριβώς τα ίδια μέσα.
Αυτό είναι και το μεγάλο πρόβλημα των περιόδων έντασης: η μία πλευρά ισχυρίζεται ότι ενισχύεται για να αποτρέψει τον αντίπαλο, ενώ ο αντίπαλος βλέπει τις ίδιες κινήσεις ως προετοιμασία επίθεσης και αποφασίζει να κινηθεί πρώτος.
Έτσι γεννιούνται οι πόλεμοι που υποτίθεται ότι κανείς δεν ήθελε.

Ο Netanyahu και ο φόβος πριν από τις κάλπες
Στο Ισραήλ, ο Benjamin Netanyahu πρόσθεσε ακόμη ένα στρώμα αβεβαιότητας.
Στις 29 Σεπτεμβρίου, από την αεροπορική βάση Tel Nof, δήλωσε ότι υπάρχουν ενδείξεις πως «οι εχθροί» του Ισραήλ ενδέχεται να επιχειρήσουν επίθεση πριν από τις εκλογές.
Προειδοποίησε ότι το «μακρύ χέρι» του Ισραήλ μπορεί να φτάσει τους αντιπάλους του οπουδήποτε και οποτεδήποτε.
Η δήλωση προκάλεσε έντονη πολιτική αντίδραση.
Το ουσιώδες εδώ δεν είναι αν ο Netanyahu έχει ή δεν έχει πραγματικές πληροφορίες.
Είναι ότι η ασφάλεια και η προεκλογική πολιτική έχουν μπλεχτεί σε έναν εξαιρετικά επικίνδυνο βαθμό.
Όταν ένας πολιτικός ηγέτης, λίγες εβδομάδες πριν από κρίσιμες εκλογές, προειδοποιεί για επικείμενους εχθρούς χωρίς να παρουσιάζει σαφή δημόσια τεκμηρίωση, δημιουργεί αναπόφευκτα υπόνοιες ότι ο φόβος γίνεται πολιτικό εργαλείο.
Και όταν η Ουάσιγκτον βρίσκεται ταυτόχρονα σε στρατιωτική κινητοποίηση, η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνη.

Το αμερικανικό τελεσίγραφο
Η σύγκρουση δεν αφορά μόνο το πότε θα πραγματοποιηθούν επιχειρήσεις αλλά και τους όρους που θέτει η Ουάσιγκτον.
Δημοσιευμένες πληροφορίες αναφέρουν ότι αμερικανικές απαιτήσεις προς το Ιράν έχουν συμπεριλάβει, μεταξύ άλλων, παράδοση περίπου 400 κιλών εμπλουτισμένου ουρανίου, περιορισμό των ενεργών πυρηνικών εγκαταστάσεων και σύνδεση της κατάπαυσης των εχθροπραξιών με ευρύτερες διαπραγματεύσεις.
Το Ιράν από την πλευρά του θέτει δικούς του όρους, ενώ στις 4 Οκτωβρίου δήλωσε ότι το Στενό του Hormuz δεν θα επιστρέψει σε κανονική λειτουργία αν δεν εκπληρωθούν οι δεσμεύσεις που θεωρεί ότι έχουν αναλάβει οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι επαφές συνεχίζονται μέσω διαμεσολαβητών, μεταξύ άλλων του Κατάρ.
Δεν χρειάζεται κάποιος να υιοθετεί τις θέσεις της Τεχεράνης για να αναγνωρίσει το βασικό πρόβλημα: η αμερικανική διπλωματία συχνά λειτουργεί με τη λογική ότι η διαπραγμάτευση πρέπει να αρχίσει αφού ο αντίπαλος έχει πρώτα αποδεχθεί το μεγαλύτερο μέρος των αμερικανικών απαιτήσεων.
Αυτό όμως δεν είναι πραγματική διαπραγμάτευση.
Είναι τελεσίγραφο με διπλωματική ορολογία.

Ποιος πραγματικά οδηγεί προς τον επόμενο πόλεμο;
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν κάθε δικαίωμα να ανησυχούν για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, τις πυραυλικές του δυνατότητες ή τις περιφερειακές δραστηριότητες της Τεχεράνης.
Αλλά άλλο πράγμα η ανησυχία και άλλο η διαρκής στρατιωτικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής.
Η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να εμφανίζεται ταυτόχρονα ως εγγυητής της σταθερότητας και ως η δύναμη που μεταφέρει αεροπλανοφόρα, χιλιάδες στρατιώτες και όλο και βαρύτερες απειλές στην ίδια περιοχή.
Δεν μπορεί επίσης να απαιτεί από όλους τους άλλους απόλυτη αυτοσυγκράτηση, ενώ διατηρεί για τον εαυτό της το δικαίωμα να αποφασίζει μονομερώς πότε η διπλωματία «απέτυχε» και πότε πρέπει να αρχίσουν οι βόμβες.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι το λάθος
Ίσως τελικά ο μεγαλύτερος κίνδυνος να μην είναι ένα προγραμματισμένο σχέδιο για έναν τεράστιο πόλεμο πριν από τις εκλογές.
Είναι το ατύχημα.
Μια έκρηξη σε στρατιωτική εγκατάσταση.
Ένα drone που θα παρερμηνευθεί.
Ένα αεροσκάφος που θα καταρριφθεί.
Μια λανθασμένη πληροφορία από ραντάρ. Μια επίθεση από ένοπλη οργάνωση που θα αποδοθεί αμέσως σε κρατικό παράγοντα.
Όταν δεκάδες χιλιάδες στρατιωτικοί, πλοία, αεροσκάφη και πυραυλικά συστήματα βρίσκονται σε επιφυλακή, το περιθώριο λάθους μικραίνει δραματικά.
Και γι' αυτό η ευθύνη της ισχυρότερης πλευράς είναι μεγαλύτερη, όχι μικρότερη.
Οι επόμενες εβδομάδες πιθανότατα δεν θα φέρουν έναν «Τρίτο Πόλεμο» με την κυριολεκτική έννοια του όρου.
Όμως η στρατιωτική συσσώρευση, η προεκλογική εκμετάλλευση του φόβου και η λογική των τελεσιγράφων συνθέτουν ακριβώς το περιβάλλον μέσα στο οποίο οι περιορισμένες συγκρούσεις μπορούν να ξεφύγουν από τον έλεγχο.
Αν η Ουάσιγκτον θέλει πραγματικά να αποτρέψει έναν νέο μεγάλο πόλεμο, δεν αρκεί να τον αναβάλει μέχρι να περάσουν οι αμερικανικές εκλογές.
Πρέπει να σταματήσει να αντιμετωπίζει τη στρατιωτική ισχύ ως υποκατάστατο της πολιτικής.
Γιατί το πιο επικίνδυνο στοιχείο σήμερα δεν είναι ότι όλες οι πλευρές επιθυμούν έναν μεγάλο πόλεμο.
Είναι ότι έχουν δημιουργήσει τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορεί να ξεκινήσει ακόμη και χωρίς να τον επιθυμούν.

Το Ιράν επεκτείνει την εμβέλεια των πυραύλων του – Στόχος τα αεροπλανοφόρα των ΗΠΑ
Το Ιράν εξετάζει σοβαρά την περαιτέρω αύξηση της εμβέλειας και της ταχύτητας του πυραυλικού του οπλοστασίου, με στόχο να μπορεί να πλήττει αμερικανικά αεροπλανοφόρα ακόμη και σε μεγαλύτερες αποστάσεις από τις ιρανικές ακτές.
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού στρατού Mohammad Akraminia δήλωσε ότι η Τεχεράνη έχει καταλήξει στην ανάγκη ανάπτυξης πυραύλων μεγαλύτερης εμβέλειας, καθώς οι αμερικανικές ναυτικές δυνάμεις επιχειρούν πλέον σε μεγάλες αποστάσεις από το Ιράν.
Ιρανικές πηγές υποστηρίζουν ότι ο πύραυλος Qassem Basir διαθέτει εμβέλεια περίπου 1.200 χιλιομέτρων και δυνατότητα προσβολής κινούμενων ναυτικών στόχων.
Η συγκεκριμένη δυνατότητα θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η προσβολή ενός κινούμενου πολεμικού πλοίου απαιτεί όχι μόνο μεγάλη εμβέλεια αλλά και προηγμένα συστήματα εντοπισμού, καθοδήγησης και συνεχούς ενημέρωσης της θέσης του στόχου.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών