Τελευταία Νέα
Διεθνή

«Τα χαμένα τριάντα χρόνια»: Η Δύση έχει απογοητεύσει απελπιστικά την ανθρωπότητα

«Τα χαμένα τριάντα χρόνια»: Η Δύση έχει απογοητεύσει απελπιστικά την ανθρωπότητα
Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν αποσύρει τις μάχιμες δυνάμεις τους το 2011, όμως επέστρεψαν τρία χρόνια αργότερα, στο πλαίσιο της διεθνούς εκστρατείας κατά του Ισλαμικού Κράτους

Η είδηση της αποχώρησης των αμερικανικών στρατευμάτων από το Ιράκ θα μπορούσε εύκολα να περάσει σχεδόν απαρατήρητη. Οι υποσχέσεις για αποχώρηση ήταν πολλές, όπως και οι αναβολές.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν αποσύρει τις μάχιμες δυνάμεις τους το 2011, όμως επέστρεψαν τρία χρόνια αργότερα, στο πλαίσιο της διεθνούς εκστρατείας κατά του Ισλαμικού Κράτους. Τώρα, η ολοκλήρωση της Επιχείρησης «Εγγενής Αποφασιστικότητα» σηματοδοτεί μια νέα φάση στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Βαγδάτης.

Η εισβολή του 2003

Η στρατιωτική αποχώρηση δεν συνεπάγεται διακοπή της συνεργασίας των δύο χωρών. Έχει, όμως, ιδιαίτερο πολιτικό και γεωστρατηγικό βάρος.
Η στιγμή προσφέρεται για έναν απολογισμό μιας περιόδου που άλλαξε όχι μόνο το Ιράκ, αλλά ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Η εισβολή του 2003 ανέτρεψε το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν και εγκαινίασε μια μακρά περίοδο κατοχής, ένοπλης αντίστασης, εμφύλιων συγκρούσεων, τρομοκρατίας και πολιτικής αναδιάρθρωσης.

Το σημερινό Ιράκ δεν θυμίζει σε τίποτα το κράτος που υπήρχε πριν από την αμερικανική εισβολή.

Από ένα συγκεντρωτικό αυταρχικό σύστημα πέρασε σε μια ομοσπονδιακή πολιτική δομή, στην οποία η κατανομή των κορυφαίων αξιωμάτων ακολουθεί, στην πράξη, εθνοτικές και θρησκευτικές ισορροπίες: η προεδρία αναλαμβάνεται κατά παράδοση από Κούρδο, η πρωθυπουργία από Σιίτη και η προεδρία του κοινοβουλίου από Σουνίτη.

Δύο βαριές κληρονομιές

Η αποχώρηση από το Ιράκ προκαλεί αναπόφευκτα συγκρίσεις με το Αφγανιστάν.
Εκεί, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους πολέμησαν επί περίπου δύο δεκαετίες. Οι Ταλιμπάν, που είχαν εκδιωχθεί από την εξουσία το 2001, επέστρεψαν στην Καμπούλ το 2021 μετά την κατάρρευση της αφγανικής κυβέρνησης.
Οι δραματικές εικόνες από το αεροδρόμιο της Καμπούλ έγιναν σύμβολο της χαοτικής αμερικανικής αποχώρησης και της αγωνίας χιλιάδων Αφγανών που φοβούνταν για το μέλλον τους.
Το Ιράκ ακολούθησε διαφορετική πορεία. Όμως και εκεί, δύο δεκαετίες ξένης στρατιωτικής παρουσίας άφησαν πίσω τους ένα περίπλοκο πολιτικό σύστημα, βαθιές κοινωνικές πληγές και ένα νέο περιφερειακό συσχετισμό δυνάμεων.
Ίσως η σημαντικότερη γεωπολιτική συνέπεια της ανατροπής του Σαντάμ Χουσεΐν ήταν η ενίσχυση της ιρανικής επιρροής.
Για δεκαετίες, το Ιράκ αποτελούσε βασικό αντίβαρο στο Ιράν. Οι δύο χώρες πολέμησαν μεταξύ 1980 και 1988 σε μία από τις αιματηρότερες συγκρούσεις του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα.
Μετά το 2003, όμως, η άνοδος σιιτικών πολιτικών δυνάμεων στο Ιράκ δημιούργησε νέους διαύλους επιρροής για την Τεχεράνη.
Δυτικοί αναλυτές έχουν επανειλημμένα υποστηρίξει ότι το Ιράν απέκτησε μέσω του Ιράκ έναν κρίσιμο γεωγραφικό και πολιτικό διάδρομο προς τη Συρία και τον Λίβανο. Το κατά πόσο η Βαγδάτη μπορεί να διατηρήσει ισορροπία ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη αποτελεί πλέον ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα για το μέλλον της χώρας.

Ο σύμμαχος που χάθηκε

Οι σχέσεις της Ουάσιγκτον με τον Σαντάμ Χουσεΐν είχαν περάσει από πολλές φάσεις.
Κατά τον πόλεμο Ιράν–Ιράκ, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετώπιζαν τη Βαγδάτη ως χρήσιμο αντίβαρο απέναντι στην επαναστατική Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν.
Η εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ το 1990 άλλαξε ριζικά αυτή τη σχέση.
Ακολούθησε η Επιχείρηση «Καταιγίδα της Ερήμου» το 1991 και, δώδεκα χρόνια αργότερα, η εισβολή που οδήγησε στην ανατροπή του ιρακινού καθεστώτος.
Από τις πιο εμβληματικές στιγμές της περιόδου πριν από την εισβολή του 2003 παραμένει η παρουσίαση του τότε Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Κόλιν Πάουελ στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ υποστήριζε ότι το Ιράκ διατηρούσε προγράμματα όπλων μαζικής καταστροφής.
Μετά την εισβολή, τα αποθέματα που είχαν περιγραφεί ως βασική απειλή δεν βρέθηκαν.
Το γεγονός αυτό επηρέασε βαθιά τη διεθνή συζήτηση για την αξιοπιστία των πληροφοριών που χρησιμοποιούνται για τη δικαιολόγηση στρατιωτικών επεμβάσεων.
Είκοσι και πλέον χρόνια μετά, το διεθνές περιβάλλον είναι εντελώς διαφορετικό.
Οι μεγάλης κλίμακας χερσαίες επεμβάσεις έχουν τεράστιο οικονομικό, στρατιωτικό και πολιτικό κόστος. Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες καλούνται να κατανείμουν πόρους σε πολλαπλά μέτωπα — από την Ευρώπη μέχρι τον Ινδο-Ειρηνικό και τη Μέση Ανατολή.
Οι σύμμαχοι της Ουάσιγκτον επίσης δεν αντιμετωπίζουν πλέον όλες τις αμερικανικές στρατιωτικές επιλογές με την ίδια πολιτική συνοχή που χαρακτήριζε προηγούμενες δεκαετίες.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τη στρατιωτική ισχύ για μία νέα μεγάλη επέμβαση.
Είναι αν υπάρχει η πολιτική βούληση — στην Ουάσιγκτον και μεταξύ των συμμάχων της — να επωμιστούν ξανά το κόστος μιας τέτοιας επιλογής.
Από τη Γιουγκοσλαβία και το Αφγανιστάν μέχρι το Ιράκ, τη Λιβύη και τις αναταράξεις της Αραβικής Άνοιξης, οι στρατιωτικές και πολιτικές παρεμβάσεις της Δύσης αποτέλεσαν αντικείμενο έντονης διεθνούς διαμάχης.
Για τους υποστηρικτές τους, ορισμένες από αυτές τις επεμβάσεις αποσκοπούσαν στην αντιμετώπιση αυταρχικών καθεστώτων, τρομοκρατικών οργανώσεων ή ανθρωπιστικών κρίσεων.
Για τους επικριτές τους, τα αποτελέσματα συχνά περιλάμβαναν αποσταθεροποίηση, παρατεταμένες συγκρούσεις και την ανάδυση νέων απειλών.
Το βέβαιο είναι ότι οι εμπειρίες των τελευταίων δεκαετιών έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο κράτη σε ολόκληρο τον κόσμο αντιμετωπίζουν τη δυτική στρατιωτική ισχύ.
Η αποχώρηση από το Ιράκ δεν κλείνει απλώς έναν στρατιωτικό κύκλο.
Κλείνει ένα κεφάλαιο μιας ολόκληρης εποχής κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως κυρίαρχη δύναμη του μεταψυχροπολεμικού κόσμου, επιχείρησαν να χρησιμοποιήσουν τη στρατιωτική, οικονομική και πολιτική τους ισχύ για να επηρεάσουν την πορεία ολόκληρων περιοχών.
Το αν αυτή η περίοδος έκανε τον κόσμο ασφαλέστερο ή περισσότερο ασταθή παραμένει αντικείμενο βαθιάς πολιτικής και ιστορικής αντιπαράθεσης.
Ένα πράγμα, όμως, δύσκολα αμφισβητείται:
Είκοσι και πλέον χρόνια μετά την εισβολή του 2003, το Ιράκ παραμένει μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις των τεράστιων συνεπειών που μπορεί να έχει μια στρατιωτική επέμβαση — όχι μόνο για τη χώρα όπου διεξάγεται, αλλά για ολόκληρη τη διεθνή τάξη.

www.bankingnews.gr 

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης