Η CENTCOM επιτέθηκε σε τρια τάνκερ ως απάντηση σε επίθεση του IRGC 0 Το βασικό ερώτημα στον πόλεμο ΗΠΑ - Ιράν δεν είναι πλέον ποιος μπορεί να προκαλέσει το ισχυρότερο στρατιωτικό πλήγμα, αλλά ποιος μπορεί να αντέξει το κόστος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα
(upd7) Το γεωπολιτικό θερμόμετρο στον Περσικό Κόλπο χτυπά πραγματικά... κόκκινο, καθώς η πιθανότητα αποστολής νοτιοκορεατικού πολεμικού πλοίου στα Στενά του Hormuz απειλεί να ανοίξει ένα νέο, εξαιρετικά επικίνδυνο μέτωπο στη σύγκρουση των ΗΠΑ με το Ιράν.
Η Σεούλ βρίσκεται αντιμέτωπη με μια εξαιρετικά δύσκολη επιλογή: από τη μία πλευρά, οι πιέσεις της Ουάσινγκτον για ενεργότερη στρατιωτική συνδρομή και, από την άλλη, η ξεκάθαρη προειδοποίηση της Τεχεράνης ότι οποιαδήποτε συμμετοχή της Νότιας Κορέας σε επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν θα θεωρηθεί στρατιωτική εμπλοκή στον πόλεμο.
Το διακύβευμα, όμως, ξεπερνά κατά πολύ τις σχέσεις Ιράν – Νότιας Κορέας.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να λειτουργήσει ως προηγούμενο για την είσοδο και άλλων ξένων δυνάμεων στον Περσικό Κόλπο, ενισχύοντας την αμερικανική παρουσία και μεταβάλλοντας την ισορροπία των μετώπων.
Για την Τεχεράνη, αυτό είναι ένα σενάριο που δύσκολα θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό χωρίς αντίδραση… κάτι που επί της ουσίας σημαίνει πως η σύγκρουση πλέον θα πάρει παγκόσμιες διαστάσεις.
Ήδη διατυπώνονται φόβοι ότι το Hormuz οδεύει προς νέα ανάφλεξη μετά την επίθεση του στρατού των ΗΠΑ κατά τριών ιρανικών τάνκερ...
Κόλαση στο Hormuz
Ο στρατός των Ηνωμένων Πολιτειών ανακοίνωσε σήμερα Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου ότι οι δυνάμεις του έπληξαν τρία ιρανικά πλοία μεταφοράς αργού πετρελαίου, αφού οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) εκτόξευσαν βαλλιστικούς πυραύλους προς δύο πολεμικά πλοία του αμερικανικού Ναυτικού.
Οι νέες ανταλλαγές πληγμάτων απειλούν να κλιμακώσουν περαιτέρω τον λεγόμενο «πόλεμο της ναυσιπλοΐας» εντός και εκτός του Περσικού Κόλπου, καθώς το Ιράν επιχειρεί να εμποδίσει τη διέλευση πλοίων από τα Στενά του Hormuz χωρίς τη συγκατάθεσή του, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες εντείνουν τα πλήγματα κατά ιρανικών πλοίων.
Οι δύο πλευρές αντάλλαξαν πλήγματα νωρίτερα αυτή την εβδομάδα για πρώτη φορά έπειτα από περισσότερο από έναν μήνα, και οι νέες επιθέσεις αυξάνουν τον κίνδυνο ενός ακόμη κύκλου αντιποίνων.

Τι ανακοίνωσε η CENTCOM
«Ένα αμερικανικό αεροπλανοφόρο και ένα αντιτορπιλικό κατευθυνόμενων πυραύλων απέφυγαν επιτυχώς πολλαπλές απρόκλητες ιρανικές επιθέσεις», ανέφερε το Σάββατο η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM).
Σε απάντηση, οι αμερικανικές δυνάμεις «έθεσαν οριστικά εκτός λειτουργίας» τα ιρανικά πετρελαιοφόρα M/T Downy, ανοικτά των ακτών του νησιού Kharg, και M/T Stark 1, κοντά στο Jask.
Εκτός του Περσικού Κόλπου, σύμφωνα με τη CENTCOM, ένα άδειο δεξαμενόπλοιο μεταφοράς αργού πετρελαίου με την ονομασία M/T Kylo «καταστράφηκε ολοσχερώς», αφού επλήγη επανειλημμένα προκειμένου να τεθεί εκτός λειτουργίας.
«Το μήνυμα προς το IRGC πρέπει να είναι σαφές: εάν πυροβολήσετε εναντίον δύο δικών μας πλοίων, θα σας επιβάλουμε ακόμη μεγαλύτερο οικονομικό κόστος — θέτοντας εκτός δράσης τρία δικά σας», δήλωσε ο ναύαρχος Brad Cooper, διοικητής της CENTCOM.
Το κρατικό ιρανικό πρακτορείο IRNA μετέδωσε την ανακοίνωση της CENTCOM, προσθέτοντας ότι «Ιρανοί αξιωματούχοι τόνισαν πως θα απαντήσουν δυναμικά σε οποιαδήποτε επίθεση».
Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει κάποια δήλωση από την ανώτατη ηγεσία του Ιράν.
Νωρίτερα το Σάββατο, ιρανικά ειδησεογραφικά πρακτορεία είχαν αναφέρει ότι ένα πετρελαιοφόρο δέχθηκε πυραυλική επίθεση από αμερικανικές δυνάμεις κοντά στο νησί Kharg.
Σύμφωνα με το Tasnim, το πλοίο επλήγη από τέσσερα βλήματα που εκτοξεύθηκαν από τις αμερικανικές δυνάμεις.
Το πρακτορείο πρόσθεσε ότι δεν υπήρξαν θύματα.
Η σύγκρουση μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα ασταθή κατάσταση, με τις δύο πλευρές να μάχονται για τον έλεγχο των ζωτικής σημασίας Στενών του Hormuz, τα οποία έχουν καθοριστική σημασία για τον παγκόσμιο εφοδιασμό πετρελαίου.

Η πίεση του Trump προς τη Νότια Κορέα
Το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν οι πληροφορίες γύρω από το ενδεχόμενο αποστολής πολεμικού πλοίου της Νότιας Κορέας στον Περσικό Κόλπο.
Η υπόθεση δεν προέκυψε ξαφνικά.
Ο Donald Trump είχε κατ’ επανάληψη ασκήσει πίεση στη Σεούλ προκειμένου να συνδράμει τις Ηνωμένες Πολιτείες στο ζήτημα των Στενών του Hormuz.
Σε μία από τις παρεμβάσεις του είχε μάλιστα συνδέσει το θέμα με τις αμερικανονοτιοκορεατικές στρατιωτικές ασκήσεις, υποστηρίζοντας ότι η Πιονγκγιάνγκ δεν αποτελεί άμεση απειλή για την Ουάσινγκτον και εκφράζοντας παράλληλα τη δυσαρέσκειά του επειδή η Νότια Κορέα δεν είχε στηρίξει τις ΗΠΑ στο ζήτημα του Ιράν ούτε είχε αποστείλει πολεμικά πλοία στον Περσικό Κόλπο.
Η αρχική άρνηση της Σεούλ
Μετά τις πιέσεις του Trump, Νοτιοκορεάτες αξιωματούχοι είχαν εμφανιστεί κατηγορηματικοί.
Η Σεούλ δεν ήταν διατεθειμένη να στείλει στρατιωτικές δυνάμεις στον Περσικό Κόλπο, υπογραμμίζοντας ότι ο πόλεμος μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών δεν αποτελούσε δική της σύγκρουση.
Η στάση αυτή, ωστόσο, φαίνεται ότι στη συνέχεια άρχισε να μεταβάλλεται.

Η αλλαγή στάσης και το σχέδιο αποστολής
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Chosun Ilbo, η κυβέρνηση της Νότιας Κορέας ενημέρωσε την Ουάσινγκτον ότι είναι έτοιμη να αποστείλει στα Στενά του Hormuz πλοίο υποστήριξης μάχης και θαλάσσιας περιπολίας, μαζί με περίπου 150 στρατιωτικούς.
Κατά τις ίδιες πληροφορίες, είχαν ήδη κινηθεί διαδικασίες για την εξασφάλιση της απαιτούμενης κοινοβουλευτικής έγκρισης.
Το Bloomberg, επικαλούμενο το νοτιοκορεατικό τηλεοπτικό δίκτυο SBS, μετέδωσε ότι ανώτερος στρατιωτικός αξιωματούχος της Νότιας Κορέας επιβεβαίωσε πως η Σεούλ βρίσκεται σε συνομιλίες με χώρες της περιοχής για τη χρήση λιμανιών και τη δημιουργία επιχειρησιακής βάσης που θα μπορούσε να υποστηρίξει την ανάπτυξη νοτιοκορεατικών δυνάμεων στα Στενά του Hormuz.
Παράλληλα, είχε αναφερθεί ότι σχετικό νομοσχέδιο θα μπορούσε να κατατεθεί στο κοινοβούλιο ακόμη και εντός του τρέχοντος μήνα.
Η διάψευση από τον «Μπλε Οίκο»
Λίγο αργότερα, όμως, το προεδρικό γραφείο της Νότιας Κορέας επιχείρησε να χαμηλώσει τους τόνους.
Ο λεγόμενος «Μπλε Οίκος» χαρακτήρισε ανακριβείς τις πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η αποστολή πολεμικού πλοίου ήταν άμεσα επικείμενη.
Η επίσημη τοποθέτηση ήταν σαφής: καμία οριστική απόφαση δεν είχε ακόμη ληφθεί.
Η Σεούλ, ωστόσο, παραδέχθηκε ότι βρίσκεται σε στενές διαβουλεύσεις με τη διεθνή κοινότητα προκειμένου να εξεταστούν πρακτικοί τρόποι συμμετοχής στην αποκατάσταση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Hormuz.

Το Ιράν προειδοποιεί: «Θα θεωρηθεί συμμετοχή στον πόλεμο»
Η αντίδραση της Τεχεράνης ήταν ιδιαίτερα σκληρή.
Το Al Mayadeen μετέδωσε, επικαλούμενο υψηλόβαθμο Ιρανό αξιωματούχο στον τομέα της ασφάλειας και της πολιτικής, ότι η Νότια Κορέα δεν θα πρέπει να θυσιάσει τα συμφέροντα και το κύρος της για χάρη των επιθετικών πολιτικών των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το μήνυμα προς τη Σεούλ ήταν ουσιαστικά ένα τελεσίγραφο.
Κατά τον Ιρανό αξιωματούχο, οποιαδήποτε συμμετοχή της Νότιας Κορέας σε ενέργειες κατά του Ιράν στα Στενά του Hormuz θα εκληφθεί από την Τεχεράνη ως στρατιωτική συμμετοχή στον πόλεμο.
Πρόκειται για μια προειδοποίηση που αλλάζει δραματικά το επίπεδο κινδύνου για τη νοτιοκορεατική κυβέρνηση.
Το μεγάλο δίλημμα της Νότιας Κορέας
Οι μέχρι στιγμής πληροφορίες δείχνουν ότι η Σεούλ βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες στρατηγικές ανάγκες.
Η πρώτη είναι να ακολουθήσει την αμερικανική γραμμή και να ανταποκριθεί στις πιέσεις του Trump, προσβλέποντας στη συνέχιση της αμερικανικής στρατιωτικής ομπρέλας απέναντι στη Βόρεια Κορέα και, σε ευρύτερο επίπεδο, απέναντι στην Κίνα.
Η δεύτερη είναι να εμπλακεί στρατιωτικά στον Περσικό Κόλπο και να αποδεχθεί τον κίνδυνο άμεσης αντιπαράθεσης με το Ιράν, μια χώρα που διαθέτει σημαντικές πυραυλικές δυνατότητες και εκτεταμένη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Εάν η Νότια Κορέα προχωρήσει τελικά στην αποστολή πολεμικού πλοίου, το Ιράν θεωρείται εξαιρετικά πιθανό να απαντήσει με ισχυρά αντίμετρα.
Ο λόγος είναι ότι η παρουσία μιας ακόμη συμμαχικής προς τις ΗΠΑ δύναμης θα μπορούσε να διαταράξει την ισορροπία των μετώπων και, κυρίως, να ανοίξει τον δρόμο για την είσοδο και άλλων ξένων κρατών στον Περσικό Κόλπο.
Για την Τεχεράνη, ένα τέτοιο ντόμινο θα ήταν εξαιρετικά δυσμενές.

Ο πόλεμος στον έβδομο μήνα και η μάχη της αντοχής
Την ίδια ώρα, η ευρύτερη σύγκρουση στην περιοχή εισέρχεται σε μια νέα και πολύ πιο σύνθετη φάση.
Σύμφωνα με ανάλυση από την Al-Nashra, ο πόλεμος έχει πλέον μετακινηθεί από τη λογική ενός γρήγορου και αποφασιστικού πλήγματος σε μια μάχη αντοχής.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον ποιος μπορεί να προκαλέσει το ισχυρότερο στρατιωτικό πλήγμα, αλλά ποιος μπορεί να αντέξει το κόστος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ποντάρουν στη διεύρυνση της οικονομικής πίεσης, θεωρώντας ότι η εξάντληση της ιρανικής οικονομίας θα περιορίσει την ικανότητα της Τεχεράνης να συνεχίσει τη σύγκρουση.
Το Ιράν, αντίθετα, θεωρεί ότι όσο ο πόλεμος παρατείνεται τόσο αυξάνεται το οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό κόστος για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.
Η ιρανική εκτίμηση είναι ότι κάποια στιγμή η Ουάσινγκτον θα υποχρεωθεί να υποχωρήσει ή να αναζητήσει διέξοδο μέσω διαπραγματεύσεων.
Το λάθος των ΗΠΑ στην εξίσωση της «υποταγής»
Όπως αναφέρεται, το βασικό λάθος της αμερικανικής στρατηγικής είναι η υπόθεση πως η οικονομική πίεση μπορεί αυτομάτως να οδηγήσει σε πολιτική υποταγή.
Οι κυρώσεις έχουν αναμφίβολα επιβαρύνει σοβαρά την οικονομία και την κοινωνία του Ιράν.
Ωστόσο, η Τεχεράνη βρίσκεται αντιμέτωπη με κυρώσεις εδώ και περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες και, στο διάστημα αυτό, έχει αποκτήσει σημαντική εμπειρία στη διαχείρισή τους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν έχει πάψει να επηρεάζεται από τις κυρώσεις.
Σημαίνει, όμως ότι έχει μάθει να λειτουργεί υπό καθεστώς διαρκούς εξωτερικής πίεσης.

Η στρατηγική της Τεχεράνης: χρόνος, κόστος και φθορά
Σε αυτό το πλαίσιο, το Ιράν δεν χρειάζεται απαραίτητα να νικήσει στρατιωτικά τις Ηνωμένες Πολιτείες για να θεωρήσει ότι πέτυχε τους στόχους του.
Αρκεί να εμποδίσει την Ουάσινγκτον να πετύχει τους πολιτικούς της στόχους, να διατηρήσει τη συνοχή του πολιτικού συστήματος, να προστατεύσει σε σημαντικό βαθμό τις στρατιωτικές του δυνατότητες και να καταστήσει οποιαδήποτε περαιτέρω κλιμάκωση εξαιρετικά δαπανηρή για την αμερικανική πλευρά.
Με άλλα λόγια, η Τεχεράνη ποντάρει στον χρόνο.
Όσο περισσότερο παρατείνεται η σύγκρουση χωρίς σαφή αμερικανική πολιτική νίκη, τόσο ισχυρότερη θεωρεί ότι γίνεται η διαπραγματευτική της θέση.
Τα Στενά του Hormuz ως γεωπολιτικό όπλο
Σε αυτή τη στρατηγική, τα Στενά του Hormuz αποκτούν κεντρική σημασία.
Το Ιράν έχει καταφέρει να μετατρέψει τη γεωγραφική του θέση σε διαπραγματευτικό εργαλείο.
Οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα επηρεάζουν τις τιμές της ενέργειας, τα ασφάλιστρα, τις μεταφορές και συνολικά τη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας.
Το μήνυμα της Τεχεράνης δεν είναι ότι μπορεί να παραλύσει τον πλανήτη, αλλά ότι μπορεί να καταστήσει το κόστος ενός αποκλεισμού ή μιας στρατηγικής στραγγαλισμού του Ιράν εξαιρετικά υψηλό και για τρίτες χώρες.

Πώς εγκλωβίστηκαν οι ΗΠΑ
Το μεγάλο αμερικανικό πρόβλημα είναι ότι ο πόλεμος έχει απομακρυνθεί από το αρχικό σενάριο.
Η Ουάσινγκτον φέρεται να είχε υπολογίσει σε μια σύντομη σύγκρουση.
Αντί γι’ αυτό, ο πόλεμος έχει φτάσει στον έβδομο μήνα, ενώ η συνεχιζόμενη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή μετατρέπεται σε ολοένα βαρύτερο οικονομικό και πολιτικό φορτίο.
Από καθαρά στρατιωτική άποψη, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν σημαντική αεροπορική και ναυτική υπεροχή.
Το πρόβλημα είναι πολιτικό και στρατηγικό: η υπεροχή αυτή δεν έχει μέχρι στιγμής μεταφραστεί σε οριστικό πολιτικό αποτέλεσμα.
Οι ΗΠΑ μπορούν να πλήξουν στρατιωτικές και μη στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αλλά η αεροπορική υπεροχή από μόνη της δεν μπορεί να δημιουργήσει στην Τεχεράνη ένα πολιτικό σύστημα που θα αποδέχεται τους όρους της Ουάσινγκτον.
Μάλιστα, η ενίσχυση των επιθέσεων μπορεί να παράγει το αντίθετο αποτέλεσμα, περιορίζοντας τις πιθανότητες παραχωρήσεων και ενισχύοντας τη σκληρή γραμμή στο εσωτερικό του Ιράν.
Το ιρανικό οπλοστάσιο και ο «Άξονας της Αντίστασης»
Ένας ακόμη παράγοντας που περιπλέκει την εξίσωση είναι η στρατιωτική ισχύς του Ιράν.
Η χώρα διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα και περισσότερο διαφοροποιημένα πυραυλικά οπλοστάσια της περιοχής, καθώς και σημαντικές δυνατότητες μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Παράλληλα, διατηρεί δίκτυο συμμάχων και ένοπλων εταίρων στο Ιράκ, την Υεμένη, τον Λίβανο και αλλού.
Ωστόσο, η σχέση αυτή δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν να πρόκειται για έναν ενιαίο ιρανικό στρατό υπό απόλυτο έλεγχο της Τεχεράνης.
Κάθε δύναμη του λεγόμενου «Άξονα της Αντίστασης» διαθέτει τη δική της δυναμική και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να διευρύνει τη σύγκρουση με τις ΗΠΑ ή το Ισραήλ με σχετική αυτονομία.
Οι φιλοϊρανικές οργανώσεις στο Ιράκ μπορούν να αυξήσουν το κόστος της αμερικανικής παρουσίας.
Στην Υεμένη, το Ansar Allah μπορεί να επηρεάσει κρίσιμες θαλάσσιες οδούς.
Στον Λίβανο, η Hezbollah εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό παράγοντα αποτροπής έναντι του Ισραήλ.

Οι στόχοι των ΗΠΑ
Οι στόχοι των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στο Ιράν έχουν σταδιακά περιοριστεί ή μεταβληθεί.
Αρχικά, ο δηλωμένος στόχος ήταν η εξάλειψη του πυρηνικού και πυραυλικού προγράμματος του Ιράν, το οποίο οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θεωρούν απειλή.
Αργότερα, η στρατηγική διευρύνθηκε και συμπεριέλαβε την οικονομική πίεση με στόχο ευρύτερες παραχωρήσεις από την Τεχεράνη.
Σήμερα, η Ουάσινγκτον φαίνεται να επιδιώκει έναν συνδυασμό στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης, ώστε το Ιράν να οδηγηθεί στις διαπραγματεύσεις από ασθενέστερη θέση.
Εδώ ακριβώς, όμως, εντοπίζεται το στρατηγικό πρόβλημα.
Εάν ο στόχος είναι περιορισμένες παραχωρήσεις, η πίεση μπορεί να λειτουργήσει.
Εάν όμως ο πραγματικός στόχος είναι ριζική αλλαγή της συμπεριφοράς του ιρανικού συστήματος ή ακόμη και η ανατροπή του, τότε η αμερικανική εξίσωση δεν οδηγεί στο επιθυμητό αποτέλεσμα.
Trump και Netanyahu χρειάζονται «νίκη»
Στην εξίσωση εισέρχεται πλέον και ο πολιτικός χρόνος.
Οι ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι προγραμματισμένες για τις 3 Νοεμβρίου, με όλες τις έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων και το ένα τρίτο της Γερουσίας να κρίνονται στην κάλπη.
Ο πόλεμος με το Ιράν δεν αποτελεί πλέον ένα μακρινό ζήτημα εξωτερικής πολιτικής.
Οι επιπτώσεις στις τιμές των καυσίμων, στον πληθωρισμό και στο κόστος ζωής μεταφέρουν τη σύγκρουση στην καθημερινότητα του Αμερικανού ψηφοφόρου.
Πρόσφατες δημοσκοπήσεις καταγράφουν σημαντική πτώση της υποστήριξης προς τον πόλεμο και υποχώρηση της δημοτικότητας του Trump.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Αμερικανός πρόεδρος χρειάζεται ένα αποτέλεσμα που να μπορεί να παρουσιαστεί ως νίκη.
Ο στόχος της επόμενης φάσης, συνεπώς, μπορεί να μην είναι η πλήρης υποταγή του Ιράν αλλά μια συμφωνία που θα επιτρέψει στον Trump να υποστηρίξει ότι πέτυχε τους βασικούς αμερικανικούς στόχους.

Και ο Netanyahu βρίσκεται υπό πίεση
Παρόμοιοι υπολογισμοί γίνονται και στο Ισραήλ.
Οι ισραηλινές εκλογές έχουν προγραμματιστεί για τις 27 Οκτωβρίου 2026, λίγες ημέρες πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές.
Ο Benjamin Netanyahu βρίσκεται αντιμέτωπος με μια δύσκολη πολιτική μάχη και το ενδεχόμενο εκλογικής ήττας του δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Για τον λόγο αυτό, ένα απτό αποτέλεσμα στο μέτωπο του Ιράν είναι κρίσιμο και για τον ίδιο.
Ωστόσο ακόμη και ο Netanyahu γνωρίζει πως η ανατροπή του ιρανικού συστήματος αποτελεί εξαιρετικά μακρινό στόχο.
Επομένως, η επόμενη φάση της σύγκρουσης μπορεί να χαρακτηριστεί από την προσπάθεια τόσο του Trump όσο και του Netanyahu να παρουσιάσουν στο εσωτερικό τους μια εικόνα νίκης, ακόμη και αν αυτή απέχει από την πλήρη επίτευξη των αρχικών στόχων.
Δεν υπάρχουν διαπραγματεύσεις
Το Ιράν, από την πλευρά του, θα μπορούσε επίσης να αποδεχθεί ορισμένες παραχωρήσεις στο πλαίσιο μιας συμφωνίας.
Αυτό όμως απέχει πολύ από την έννοια της υποταγής.
Η Τεχεράνη θα μπορούσε να συμφωνήσει σε ρυθμίσεις που αφορούν τις κυρώσεις, τη ναυσιπλοΐα ή ορισμένες πτυχές του πυρηνικού και πυραυλικού της προγράμματος χωρίς να αποδεχθεί ότι ηττήθηκε.
Οι μέχρι στιγμής αναφορές, πάντως, δείχνουν ότι οι διαπραγματεύσεις ΗΠΑ–Ιράν παραμένουν σε αδιέξοδο, παρά τις μεσολαβητικές προσπάθειες του Κατάρ, του Ομάν και του Πακιστάν.
Τα Στενά του Hormuz, οι κυρώσεις και ο τερματισμός του πολέμου στον Λίβανο εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμα σημεία μιας πιθανής ευρύτερης συνεννόησης.
Μια νέα Μέση Ανατολή — αλλά όχι αυτή που σχεδίαζαν ΗΠΑ και Ισραήλ
Οι συνέπειες του πολέμου, όμως, δεν περιορίζονται στις τρεις βασικές εμπλεκόμενες πλευρές.
Το κόστος μεταφέρεται σε ολόκληρη την περιοχή και, μέσω των αγορών ενέργειας και των θαλάσσιων μεταφορών, στην παγκόσμια οικονομία.
Οι χώρες του Κόλπου έχουν ήδη εμπλακεί, άμεσα ή έμμεσα, στη νέα πραγματικότητα.
Τα Στενά του Hormuz δεν είναι απλώς ένα διαπραγματευτικό χαρτί ανάμεσα σε Ιράν και Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά μια ζωτικής σημασίας αρτηρία του παγκόσμιου εμπορίου.
Οι επιθέσεις σε πετρελαιοφόρα και η συνεχιζόμενη ανασφάλεια έχουν άμεσες επιπτώσεις στις αγορές ενέργειας, στα ασφάλιστρα και στο κόστος των μεταφορών.
Παράλληλα, όσο ο πόλεμος παρατείνεται, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να προκύψει πράγματι μια «νέα Μέση Ανατολή» — όχι όμως αναγκαστικά εκείνη που είχαν οραματιστεί οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.

Περισσότερα όπλα, λιγότερη εμπιστοσύνη στις ΗΠΑ
Η επόμενη φάση μπορεί να βρει την περιοχή πολύ πιο βαριά εξοπλισμένη, πολύ περισσότερο καχύποπτη απέναντι στις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας και πολύ πιο πρόθυμη να διαφοροποιήσει τις διεθνείς της συνεργασίες.
Ορισμένες χώρες του Κόλπου έχουν ήδη αρχίσει να επανεξετάζουν τις υπάρχουσες ρυθμίσεις ασφαλείας και ταυτόχρονα να αναζητούν νέους διαύλους επικοινωνίας με το Ιράν και άλλες μεγάλες δυνάμεις.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η έννοια της απόλυτης νίκης γίνεται ολοένα πιο δύσκολη.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να επιβαρύνουν σοβαρά την ιρανική οικονομία.
Το Ιράν μπορεί να αυξήσει δραματικά το πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό κόστος του πολέμου.
Το Ισραήλ μπορεί να αποκτήσει στρατιωτικά πλεονεκτήματα.
Αλλά κανένας από αυτούς τους παράγοντες δεν εγγυάται την επίτευξη των μέγιστων πολιτικών στόχων κάθε πλευράς.
Η μάχη πλέον είναι για την έξοδο χωρίς ήττα
Η εξίσωση που διαμορφώνεται είναι εξαιρετικά σκληρή.
Ο Trump χρειάζεται μια διέξοδο από το τέλμα του πολέμου με το Ιράν ώστε να ενισχύσει την πολιτική του θέση ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Ο Netanyahu χρειάζεται ένα αποτέλεσμα που να μπορεί να παρουσιαστεί ως νίκη πριν από τις ισραηλινές κάλπες.
Και το Ιράν επιμένει στη στρατηγική της αντοχής, επιδιώκοντας να φτάσει σε οποιαδήποτε μελλοντική διαπραγμάτευση από όσο το δυνατόν ισχυρότερη θέση.
Σε κάθε παρατεταμένο πόλεμο έρχεται κάποια στιγμή όπου η πλήρης στρατιωτική νίκη παύει να αποτελεί τον μοναδικό στόχο.
Τότε, το κρίσιμο ερώτημα γίνεται διαφορετικό:
Ποιος μπορεί να βγει από τη σύγκρουση χωρίς να παραδεχθεί ότι ηττήθηκε;
Επίδειξη ισχύος - Το ιρανικό σχέδιο για πόλεμο φθοράς στον Trump μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου με όπλο Hormuz και χρόνο
Η αυτοπεποίθηση του Ιράν ως προς την ικανότητά του να πλήττει στόχους στη Μέση Ανατολή εμφανίζεται ενισχυμένη, ενώ η Τεχεράνη φέρεται να εξετάζει τη συνέχιση της σύγκρουσης για μήνες, με στόχο να αυξήσει την πίεση στην Ουάσιγκτον και προσωπικά στον Donald Trump.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times, που επικαλείται εκτιμήσεις υπηρεσιών των ΗΠΑ και νυν και πρώην αξιωματούχους, η ιρανική ηγεσία θεωρεί ότι ένας παρατεταμένος πόλεμος μπορεί να μετατραπεί σε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο.
Ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η Τεχεράνη ενδέχεται να επιδιώξει τη διατήρηση της σύγκρουσης τουλάχιστον μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, το Νοέμβριο θεωρώντας ότι το αυξανόμενο οικονομικό κόστος θα ενισχύσει την πίεση στον Trump και στους Ρεπουμπλικανούς.
Κεντρικό στοιχείο αυτής της στρατηγικής φέρεται να είναι το Στενό του Hormuz.
Η διαταραχή της ναυσιπλοΐας έχει συμβάλει στην άνοδο των ενεργειακών τιμών, με το κόστος της βενζίνης να μεταφέρεται άμεσα στα αμερικανικά νοικοκυριά.
Η Τεχεράνη φέρεται να υπολογίζει ότι όσο μεγαλύτερη γίνεται η οικονομική επιβάρυνση, τόσο δυσκολότερη γίνεται πολιτικά η συνέχιση του πολέμου για την Ουάσιγκτον.
Το στοίχημα στην εξάντληση των αμερικανικών αποθεμάτων
Αμερικανικές πηγές εκτιμούν επίσης ότι το Ιράν θεωρεί πως οι ΗΠΑ θα δυσκολευτούν να πραγματοποιήσουν νέες μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις όσο μειώνονται τα διαθέσιμα αποθέματα ορισμένων πυρομαχικών και αναχαιτιστικών συστημάτων.
Η εκτίμηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά τις πρόσφατες πληροφορίες για περιορισμούς όσον αφορά τα αποθέματα σε πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς και Patriot, καθώς και τις διαρροές που προκάλεσαν εσωτερική έρευνα στον αμερικανικό στρατιωτικό μηχανισμό.
Την ίδια στιγμή, ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι θεωρούν πιθανότερο ότι, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, η Ουάσιγκτον θα επιχειρήσει να αυξήσει την πίεση μέσω οικονομικών κυρώσεων, αντί να προχωρήσει άμεσα σε νέα γενικευμένη στρατιωτική κλιμάκωση.

Το αδιέξοδο του Hormuz
Οι περιφερειακές εντάσεις έχουν κλιμακωθεί από τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις εναντίον του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, στις οποίες η Τεχεράνη απάντησε με πυραυλικά πλήγματα και επιθέσεις με drones εναντίον του Ισραήλ και αμερικανικών στόχων στην περιοχή.
Στις 18 Ιουνίου, Ουάσιγκτον και Τεχεράνη υπέγραψαν μνημόνιο κατανόησης για την ελευθερία ναυσιπλοΐας στο Στενό του Hormuz.
Η εφαρμογή του, όμως, έχει παγώσει λόγω σοβαρών διαφωνιών για το καθεστώς ασφαλείας και ελέγχου του στρατηγικού περάσματος.
Εάν οι αμερικανικές εκτιμήσεις είναι σωστές, η στρατηγική της Τεχεράνης δεν βασίζεται απαραίτητα σε μια γρήγορη στρατιωτική νίκη.
Βασίζεται σε κάτι διαφορετικό: στην πεποίθηση ότι ο χρόνος, το ενεργειακό κόστος και η εσωτερική πολιτική πίεση στις ΗΠΑ μπορούν να λειτουργήσουν υπέρ του Ιράν.
Με άλλα λόγια, το στοίχημα της Τεχεράνης φαίνεται να είναι ότι ένας πόλεμος που δεν μπορεί να κερδηθεί γρήγορα στο πεδίο μπορεί να κριθεί τελικά στην αμερικανική κάλπη.
www.bankingnews.gr
Η Σεούλ βρίσκεται αντιμέτωπη με μια εξαιρετικά δύσκολη επιλογή: από τη μία πλευρά, οι πιέσεις της Ουάσινγκτον για ενεργότερη στρατιωτική συνδρομή και, από την άλλη, η ξεκάθαρη προειδοποίηση της Τεχεράνης ότι οποιαδήποτε συμμετοχή της Νότιας Κορέας σε επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν θα θεωρηθεί στρατιωτική εμπλοκή στον πόλεμο.
Το διακύβευμα, όμως, ξεπερνά κατά πολύ τις σχέσεις Ιράν – Νότιας Κορέας.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να λειτουργήσει ως προηγούμενο για την είσοδο και άλλων ξένων δυνάμεων στον Περσικό Κόλπο, ενισχύοντας την αμερικανική παρουσία και μεταβάλλοντας την ισορροπία των μετώπων.
Για την Τεχεράνη, αυτό είναι ένα σενάριο που δύσκολα θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό χωρίς αντίδραση… κάτι που επί της ουσίας σημαίνει πως η σύγκρουση πλέον θα πάρει παγκόσμιες διαστάσεις.
Ήδη διατυπώνονται φόβοι ότι το Hormuz οδεύει προς νέα ανάφλεξη μετά την επίθεση του στρατού των ΗΠΑ κατά τριών ιρανικών τάνκερ...
Κόλαση στο Hormuz
Ο στρατός των Ηνωμένων Πολιτειών ανακοίνωσε σήμερα Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου ότι οι δυνάμεις του έπληξαν τρία ιρανικά πλοία μεταφοράς αργού πετρελαίου, αφού οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) εκτόξευσαν βαλλιστικούς πυραύλους προς δύο πολεμικά πλοία του αμερικανικού Ναυτικού.
Οι νέες ανταλλαγές πληγμάτων απειλούν να κλιμακώσουν περαιτέρω τον λεγόμενο «πόλεμο της ναυσιπλοΐας» εντός και εκτός του Περσικού Κόλπου, καθώς το Ιράν επιχειρεί να εμποδίσει τη διέλευση πλοίων από τα Στενά του Hormuz χωρίς τη συγκατάθεσή του, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες εντείνουν τα πλήγματα κατά ιρανικών πλοίων.
Οι δύο πλευρές αντάλλαξαν πλήγματα νωρίτερα αυτή την εβδομάδα για πρώτη φορά έπειτα από περισσότερο από έναν μήνα, και οι νέες επιθέσεις αυξάνουν τον κίνδυνο ενός ακόμη κύκλου αντιποίνων.

Τι ανακοίνωσε η CENTCOM
«Ένα αμερικανικό αεροπλανοφόρο και ένα αντιτορπιλικό κατευθυνόμενων πυραύλων απέφυγαν επιτυχώς πολλαπλές απρόκλητες ιρανικές επιθέσεις», ανέφερε το Σάββατο η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM).
Σε απάντηση, οι αμερικανικές δυνάμεις «έθεσαν οριστικά εκτός λειτουργίας» τα ιρανικά πετρελαιοφόρα M/T Downy, ανοικτά των ακτών του νησιού Kharg, και M/T Stark 1, κοντά στο Jask.
Εκτός του Περσικού Κόλπου, σύμφωνα με τη CENTCOM, ένα άδειο δεξαμενόπλοιο μεταφοράς αργού πετρελαίου με την ονομασία M/T Kylo «καταστράφηκε ολοσχερώς», αφού επλήγη επανειλημμένα προκειμένου να τεθεί εκτός λειτουργίας.
«Το μήνυμα προς το IRGC πρέπει να είναι σαφές: εάν πυροβολήσετε εναντίον δύο δικών μας πλοίων, θα σας επιβάλουμε ακόμη μεγαλύτερο οικονομικό κόστος — θέτοντας εκτός δράσης τρία δικά σας», δήλωσε ο ναύαρχος Brad Cooper, διοικητής της CENTCOM.
Το Ιράν ετοιμάζει συντριπτική απάντησηNEW: U.S. Central Command said it struck three Iranian oil tankers after the IRGC launched ballistic missiles at two U.S. Navy warships.
— Clash Report (@clashreport) September 5, 2026
CENTCOM said the American vessels avoided the attacks and no U.S. personnel were injured.
In response, U.S. forces disabled the M/T Downy and… pic.twitter.com/EQaFvrZu81
Το κρατικό ιρανικό πρακτορείο IRNA μετέδωσε την ανακοίνωση της CENTCOM, προσθέτοντας ότι «Ιρανοί αξιωματούχοι τόνισαν πως θα απαντήσουν δυναμικά σε οποιαδήποτε επίθεση».
Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει κάποια δήλωση από την ανώτατη ηγεσία του Ιράν.
Νωρίτερα το Σάββατο, ιρανικά ειδησεογραφικά πρακτορεία είχαν αναφέρει ότι ένα πετρελαιοφόρο δέχθηκε πυραυλική επίθεση από αμερικανικές δυνάμεις κοντά στο νησί Kharg.
Σύμφωνα με το Tasnim, το πλοίο επλήγη από τέσσερα βλήματα που εκτοξεύθηκαν από τις αμερικανικές δυνάμεις.
Το πρακτορείο πρόσθεσε ότι δεν υπήρξαν θύματα.
Η σύγκρουση μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα ασταθή κατάσταση, με τις δύο πλευρές να μάχονται για τον έλεγχο των ζωτικής σημασίας Στενών του Hormuz, τα οποία έχουν καθοριστική σημασία για τον παγκόσμιο εφοδιασμό πετρελαίου.

Η πίεση του Trump προς τη Νότια Κορέα
Το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν οι πληροφορίες γύρω από το ενδεχόμενο αποστολής πολεμικού πλοίου της Νότιας Κορέας στον Περσικό Κόλπο.
Η υπόθεση δεν προέκυψε ξαφνικά.
Ο Donald Trump είχε κατ’ επανάληψη ασκήσει πίεση στη Σεούλ προκειμένου να συνδράμει τις Ηνωμένες Πολιτείες στο ζήτημα των Στενών του Hormuz.
Σε μία από τις παρεμβάσεις του είχε μάλιστα συνδέσει το θέμα με τις αμερικανονοτιοκορεατικές στρατιωτικές ασκήσεις, υποστηρίζοντας ότι η Πιονγκγιάνγκ δεν αποτελεί άμεση απειλή για την Ουάσινγκτον και εκφράζοντας παράλληλα τη δυσαρέσκειά του επειδή η Νότια Κορέα δεν είχε στηρίξει τις ΗΠΑ στο ζήτημα του Ιράν ούτε είχε αποστείλει πολεμικά πλοία στον Περσικό Κόλπο.
Η αρχική άρνηση της Σεούλ
Μετά τις πιέσεις του Trump, Νοτιοκορεάτες αξιωματούχοι είχαν εμφανιστεί κατηγορηματικοί.
Η Σεούλ δεν ήταν διατεθειμένη να στείλει στρατιωτικές δυνάμεις στον Περσικό Κόλπο, υπογραμμίζοντας ότι ο πόλεμος μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών δεν αποτελούσε δική της σύγκρουση.
Η στάση αυτή, ωστόσο, φαίνεται ότι στη συνέχεια άρχισε να μεταβάλλεται.

Η αλλαγή στάσης και το σχέδιο αποστολής
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Chosun Ilbo, η κυβέρνηση της Νότιας Κορέας ενημέρωσε την Ουάσινγκτον ότι είναι έτοιμη να αποστείλει στα Στενά του Hormuz πλοίο υποστήριξης μάχης και θαλάσσιας περιπολίας, μαζί με περίπου 150 στρατιωτικούς.
Κατά τις ίδιες πληροφορίες, είχαν ήδη κινηθεί διαδικασίες για την εξασφάλιση της απαιτούμενης κοινοβουλευτικής έγκρισης.
Το Bloomberg, επικαλούμενο το νοτιοκορεατικό τηλεοπτικό δίκτυο SBS, μετέδωσε ότι ανώτερος στρατιωτικός αξιωματούχος της Νότιας Κορέας επιβεβαίωσε πως η Σεούλ βρίσκεται σε συνομιλίες με χώρες της περιοχής για τη χρήση λιμανιών και τη δημιουργία επιχειρησιακής βάσης που θα μπορούσε να υποστηρίξει την ανάπτυξη νοτιοκορεατικών δυνάμεων στα Στενά του Hormuz.
Παράλληλα, είχε αναφερθεί ότι σχετικό νομοσχέδιο θα μπορούσε να κατατεθεί στο κοινοβούλιο ακόμη και εντός του τρέχοντος μήνα.
Η διάψευση από τον «Μπλε Οίκο»
Λίγο αργότερα, όμως, το προεδρικό γραφείο της Νότιας Κορέας επιχείρησε να χαμηλώσει τους τόνους.
Ο λεγόμενος «Μπλε Οίκος» χαρακτήρισε ανακριβείς τις πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η αποστολή πολεμικού πλοίου ήταν άμεσα επικείμενη.
Η επίσημη τοποθέτηση ήταν σαφής: καμία οριστική απόφαση δεν είχε ακόμη ληφθεί.
Η Σεούλ, ωστόσο, παραδέχθηκε ότι βρίσκεται σε στενές διαβουλεύσεις με τη διεθνή κοινότητα προκειμένου να εξεταστούν πρακτικοί τρόποι συμμετοχής στην αποκατάσταση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Hormuz.

Το Ιράν προειδοποιεί: «Θα θεωρηθεί συμμετοχή στον πόλεμο»
Η αντίδραση της Τεχεράνης ήταν ιδιαίτερα σκληρή.
Το Al Mayadeen μετέδωσε, επικαλούμενο υψηλόβαθμο Ιρανό αξιωματούχο στον τομέα της ασφάλειας και της πολιτικής, ότι η Νότια Κορέα δεν θα πρέπει να θυσιάσει τα συμφέροντα και το κύρος της για χάρη των επιθετικών πολιτικών των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το μήνυμα προς τη Σεούλ ήταν ουσιαστικά ένα τελεσίγραφο.
Κατά τον Ιρανό αξιωματούχο, οποιαδήποτε συμμετοχή της Νότιας Κορέας σε ενέργειες κατά του Ιράν στα Στενά του Hormuz θα εκληφθεί από την Τεχεράνη ως στρατιωτική συμμετοχή στον πόλεμο.
Πρόκειται για μια προειδοποίηση που αλλάζει δραματικά το επίπεδο κινδύνου για τη νοτιοκορεατική κυβέρνηση.
Το μεγάλο δίλημμα της Νότιας Κορέας
Οι μέχρι στιγμής πληροφορίες δείχνουν ότι η Σεούλ βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες στρατηγικές ανάγκες.
Η πρώτη είναι να ακολουθήσει την αμερικανική γραμμή και να ανταποκριθεί στις πιέσεις του Trump, προσβλέποντας στη συνέχιση της αμερικανικής στρατιωτικής ομπρέλας απέναντι στη Βόρεια Κορέα και, σε ευρύτερο επίπεδο, απέναντι στην Κίνα.
Η δεύτερη είναι να εμπλακεί στρατιωτικά στον Περσικό Κόλπο και να αποδεχθεί τον κίνδυνο άμεσης αντιπαράθεσης με το Ιράν, μια χώρα που διαθέτει σημαντικές πυραυλικές δυνατότητες και εκτεταμένη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Εάν η Νότια Κορέα προχωρήσει τελικά στην αποστολή πολεμικού πλοίου, το Ιράν θεωρείται εξαιρετικά πιθανό να απαντήσει με ισχυρά αντίμετρα.
Ο λόγος είναι ότι η παρουσία μιας ακόμη συμμαχικής προς τις ΗΠΑ δύναμης θα μπορούσε να διαταράξει την ισορροπία των μετώπων και, κυρίως, να ανοίξει τον δρόμο για την είσοδο και άλλων ξένων κρατών στον Περσικό Κόλπο.
Για την Τεχεράνη, ένα τέτοιο ντόμινο θα ήταν εξαιρετικά δυσμενές.

Ο πόλεμος στον έβδομο μήνα και η μάχη της αντοχής
Την ίδια ώρα, η ευρύτερη σύγκρουση στην περιοχή εισέρχεται σε μια νέα και πολύ πιο σύνθετη φάση.
Σύμφωνα με ανάλυση από την Al-Nashra, ο πόλεμος έχει πλέον μετακινηθεί από τη λογική ενός γρήγορου και αποφασιστικού πλήγματος σε μια μάχη αντοχής.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον ποιος μπορεί να προκαλέσει το ισχυρότερο στρατιωτικό πλήγμα, αλλά ποιος μπορεί να αντέξει το κόστος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ποντάρουν στη διεύρυνση της οικονομικής πίεσης, θεωρώντας ότι η εξάντληση της ιρανικής οικονομίας θα περιορίσει την ικανότητα της Τεχεράνης να συνεχίσει τη σύγκρουση.
Το Ιράν, αντίθετα, θεωρεί ότι όσο ο πόλεμος παρατείνεται τόσο αυξάνεται το οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό κόστος για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.
Η ιρανική εκτίμηση είναι ότι κάποια στιγμή η Ουάσινγκτον θα υποχρεωθεί να υποχωρήσει ή να αναζητήσει διέξοδο μέσω διαπραγματεύσεων.
Το λάθος των ΗΠΑ στην εξίσωση της «υποταγής»
Όπως αναφέρεται, το βασικό λάθος της αμερικανικής στρατηγικής είναι η υπόθεση πως η οικονομική πίεση μπορεί αυτομάτως να οδηγήσει σε πολιτική υποταγή.
Οι κυρώσεις έχουν αναμφίβολα επιβαρύνει σοβαρά την οικονομία και την κοινωνία του Ιράν.
Ωστόσο, η Τεχεράνη βρίσκεται αντιμέτωπη με κυρώσεις εδώ και περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες και, στο διάστημα αυτό, έχει αποκτήσει σημαντική εμπειρία στη διαχείρισή τους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν έχει πάψει να επηρεάζεται από τις κυρώσεις.
Σημαίνει, όμως ότι έχει μάθει να λειτουργεί υπό καθεστώς διαρκούς εξωτερικής πίεσης.

Η στρατηγική της Τεχεράνης: χρόνος, κόστος και φθορά
Σε αυτό το πλαίσιο, το Ιράν δεν χρειάζεται απαραίτητα να νικήσει στρατιωτικά τις Ηνωμένες Πολιτείες για να θεωρήσει ότι πέτυχε τους στόχους του.
Αρκεί να εμποδίσει την Ουάσινγκτον να πετύχει τους πολιτικούς της στόχους, να διατηρήσει τη συνοχή του πολιτικού συστήματος, να προστατεύσει σε σημαντικό βαθμό τις στρατιωτικές του δυνατότητες και να καταστήσει οποιαδήποτε περαιτέρω κλιμάκωση εξαιρετικά δαπανηρή για την αμερικανική πλευρά.
Με άλλα λόγια, η Τεχεράνη ποντάρει στον χρόνο.
Όσο περισσότερο παρατείνεται η σύγκρουση χωρίς σαφή αμερικανική πολιτική νίκη, τόσο ισχυρότερη θεωρεί ότι γίνεται η διαπραγματευτική της θέση.
Τα Στενά του Hormuz ως γεωπολιτικό όπλο
Σε αυτή τη στρατηγική, τα Στενά του Hormuz αποκτούν κεντρική σημασία.
Το Ιράν έχει καταφέρει να μετατρέψει τη γεωγραφική του θέση σε διαπραγματευτικό εργαλείο.
Οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα επηρεάζουν τις τιμές της ενέργειας, τα ασφάλιστρα, τις μεταφορές και συνολικά τη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας.
Το μήνυμα της Τεχεράνης δεν είναι ότι μπορεί να παραλύσει τον πλανήτη, αλλά ότι μπορεί να καταστήσει το κόστος ενός αποκλεισμού ή μιας στρατηγικής στραγγαλισμού του Ιράν εξαιρετικά υψηλό και για τρίτες χώρες.

Πώς εγκλωβίστηκαν οι ΗΠΑ
Το μεγάλο αμερικανικό πρόβλημα είναι ότι ο πόλεμος έχει απομακρυνθεί από το αρχικό σενάριο.
Η Ουάσινγκτον φέρεται να είχε υπολογίσει σε μια σύντομη σύγκρουση.
Αντί γι’ αυτό, ο πόλεμος έχει φτάσει στον έβδομο μήνα, ενώ η συνεχιζόμενη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή μετατρέπεται σε ολοένα βαρύτερο οικονομικό και πολιτικό φορτίο.
Από καθαρά στρατιωτική άποψη, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν σημαντική αεροπορική και ναυτική υπεροχή.
Το πρόβλημα είναι πολιτικό και στρατηγικό: η υπεροχή αυτή δεν έχει μέχρι στιγμής μεταφραστεί σε οριστικό πολιτικό αποτέλεσμα.
Οι ΗΠΑ μπορούν να πλήξουν στρατιωτικές και μη στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αλλά η αεροπορική υπεροχή από μόνη της δεν μπορεί να δημιουργήσει στην Τεχεράνη ένα πολιτικό σύστημα που θα αποδέχεται τους όρους της Ουάσινγκτον.
Μάλιστα, η ενίσχυση των επιθέσεων μπορεί να παράγει το αντίθετο αποτέλεσμα, περιορίζοντας τις πιθανότητες παραχωρήσεων και ενισχύοντας τη σκληρή γραμμή στο εσωτερικό του Ιράν.
Το ιρανικό οπλοστάσιο και ο «Άξονας της Αντίστασης»
Ένας ακόμη παράγοντας που περιπλέκει την εξίσωση είναι η στρατιωτική ισχύς του Ιράν.
Η χώρα διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα και περισσότερο διαφοροποιημένα πυραυλικά οπλοστάσια της περιοχής, καθώς και σημαντικές δυνατότητες μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Παράλληλα, διατηρεί δίκτυο συμμάχων και ένοπλων εταίρων στο Ιράκ, την Υεμένη, τον Λίβανο και αλλού.
Ωστόσο, η σχέση αυτή δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν να πρόκειται για έναν ενιαίο ιρανικό στρατό υπό απόλυτο έλεγχο της Τεχεράνης.
Κάθε δύναμη του λεγόμενου «Άξονα της Αντίστασης» διαθέτει τη δική της δυναμική και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να διευρύνει τη σύγκρουση με τις ΗΠΑ ή το Ισραήλ με σχετική αυτονομία.
Οι φιλοϊρανικές οργανώσεις στο Ιράκ μπορούν να αυξήσουν το κόστος της αμερικανικής παρουσίας.
Στην Υεμένη, το Ansar Allah μπορεί να επηρεάσει κρίσιμες θαλάσσιες οδούς.
Στον Λίβανο, η Hezbollah εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό παράγοντα αποτροπής έναντι του Ισραήλ.

Οι στόχοι των ΗΠΑ
Οι στόχοι των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στο Ιράν έχουν σταδιακά περιοριστεί ή μεταβληθεί.
Αρχικά, ο δηλωμένος στόχος ήταν η εξάλειψη του πυρηνικού και πυραυλικού προγράμματος του Ιράν, το οποίο οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θεωρούν απειλή.
Αργότερα, η στρατηγική διευρύνθηκε και συμπεριέλαβε την οικονομική πίεση με στόχο ευρύτερες παραχωρήσεις από την Τεχεράνη.
Σήμερα, η Ουάσινγκτον φαίνεται να επιδιώκει έναν συνδυασμό στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης, ώστε το Ιράν να οδηγηθεί στις διαπραγματεύσεις από ασθενέστερη θέση.
Εδώ ακριβώς, όμως, εντοπίζεται το στρατηγικό πρόβλημα.
Εάν ο στόχος είναι περιορισμένες παραχωρήσεις, η πίεση μπορεί να λειτουργήσει.
Εάν όμως ο πραγματικός στόχος είναι ριζική αλλαγή της συμπεριφοράς του ιρανικού συστήματος ή ακόμη και η ανατροπή του, τότε η αμερικανική εξίσωση δεν οδηγεί στο επιθυμητό αποτέλεσμα.
Trump και Netanyahu χρειάζονται «νίκη»
Στην εξίσωση εισέρχεται πλέον και ο πολιτικός χρόνος.
Οι ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι προγραμματισμένες για τις 3 Νοεμβρίου, με όλες τις έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων και το ένα τρίτο της Γερουσίας να κρίνονται στην κάλπη.
Ο πόλεμος με το Ιράν δεν αποτελεί πλέον ένα μακρινό ζήτημα εξωτερικής πολιτικής.
Οι επιπτώσεις στις τιμές των καυσίμων, στον πληθωρισμό και στο κόστος ζωής μεταφέρουν τη σύγκρουση στην καθημερινότητα του Αμερικανού ψηφοφόρου.
Πρόσφατες δημοσκοπήσεις καταγράφουν σημαντική πτώση της υποστήριξης προς τον πόλεμο και υποχώρηση της δημοτικότητας του Trump.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Αμερικανός πρόεδρος χρειάζεται ένα αποτέλεσμα που να μπορεί να παρουσιαστεί ως νίκη.
Ο στόχος της επόμενης φάσης, συνεπώς, μπορεί να μην είναι η πλήρης υποταγή του Ιράν αλλά μια συμφωνία που θα επιτρέψει στον Trump να υποστηρίξει ότι πέτυχε τους βασικούς αμερικανικούς στόχους.

Και ο Netanyahu βρίσκεται υπό πίεση
Παρόμοιοι υπολογισμοί γίνονται και στο Ισραήλ.
Οι ισραηλινές εκλογές έχουν προγραμματιστεί για τις 27 Οκτωβρίου 2026, λίγες ημέρες πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές.
Ο Benjamin Netanyahu βρίσκεται αντιμέτωπος με μια δύσκολη πολιτική μάχη και το ενδεχόμενο εκλογικής ήττας του δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Για τον λόγο αυτό, ένα απτό αποτέλεσμα στο μέτωπο του Ιράν είναι κρίσιμο και για τον ίδιο.
Ωστόσο ακόμη και ο Netanyahu γνωρίζει πως η ανατροπή του ιρανικού συστήματος αποτελεί εξαιρετικά μακρινό στόχο.
Επομένως, η επόμενη φάση της σύγκρουσης μπορεί να χαρακτηριστεί από την προσπάθεια τόσο του Trump όσο και του Netanyahu να παρουσιάσουν στο εσωτερικό τους μια εικόνα νίκης, ακόμη και αν αυτή απέχει από την πλήρη επίτευξη των αρχικών στόχων.
Δεν υπάρχουν διαπραγματεύσεις
Το Ιράν, από την πλευρά του, θα μπορούσε επίσης να αποδεχθεί ορισμένες παραχωρήσεις στο πλαίσιο μιας συμφωνίας.
Αυτό όμως απέχει πολύ από την έννοια της υποταγής.
Η Τεχεράνη θα μπορούσε να συμφωνήσει σε ρυθμίσεις που αφορούν τις κυρώσεις, τη ναυσιπλοΐα ή ορισμένες πτυχές του πυρηνικού και πυραυλικού της προγράμματος χωρίς να αποδεχθεί ότι ηττήθηκε.
Οι μέχρι στιγμής αναφορές, πάντως, δείχνουν ότι οι διαπραγματεύσεις ΗΠΑ–Ιράν παραμένουν σε αδιέξοδο, παρά τις μεσολαβητικές προσπάθειες του Κατάρ, του Ομάν και του Πακιστάν.
Τα Στενά του Hormuz, οι κυρώσεις και ο τερματισμός του πολέμου στον Λίβανο εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμα σημεία μιας πιθανής ευρύτερης συνεννόησης.
Μια νέα Μέση Ανατολή — αλλά όχι αυτή που σχεδίαζαν ΗΠΑ και Ισραήλ
Οι συνέπειες του πολέμου, όμως, δεν περιορίζονται στις τρεις βασικές εμπλεκόμενες πλευρές.
Το κόστος μεταφέρεται σε ολόκληρη την περιοχή και, μέσω των αγορών ενέργειας και των θαλάσσιων μεταφορών, στην παγκόσμια οικονομία.
Οι χώρες του Κόλπου έχουν ήδη εμπλακεί, άμεσα ή έμμεσα, στη νέα πραγματικότητα.
Τα Στενά του Hormuz δεν είναι απλώς ένα διαπραγματευτικό χαρτί ανάμεσα σε Ιράν και Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά μια ζωτικής σημασίας αρτηρία του παγκόσμιου εμπορίου.
Οι επιθέσεις σε πετρελαιοφόρα και η συνεχιζόμενη ανασφάλεια έχουν άμεσες επιπτώσεις στις αγορές ενέργειας, στα ασφάλιστρα και στο κόστος των μεταφορών.
Παράλληλα, όσο ο πόλεμος παρατείνεται, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να προκύψει πράγματι μια «νέα Μέση Ανατολή» — όχι όμως αναγκαστικά εκείνη που είχαν οραματιστεί οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.

Περισσότερα όπλα, λιγότερη εμπιστοσύνη στις ΗΠΑ
Η επόμενη φάση μπορεί να βρει την περιοχή πολύ πιο βαριά εξοπλισμένη, πολύ περισσότερο καχύποπτη απέναντι στις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας και πολύ πιο πρόθυμη να διαφοροποιήσει τις διεθνείς της συνεργασίες.
Ορισμένες χώρες του Κόλπου έχουν ήδη αρχίσει να επανεξετάζουν τις υπάρχουσες ρυθμίσεις ασφαλείας και ταυτόχρονα να αναζητούν νέους διαύλους επικοινωνίας με το Ιράν και άλλες μεγάλες δυνάμεις.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η έννοια της απόλυτης νίκης γίνεται ολοένα πιο δύσκολη.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να επιβαρύνουν σοβαρά την ιρανική οικονομία.
Το Ιράν μπορεί να αυξήσει δραματικά το πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό κόστος του πολέμου.
Το Ισραήλ μπορεί να αποκτήσει στρατιωτικά πλεονεκτήματα.
Αλλά κανένας από αυτούς τους παράγοντες δεν εγγυάται την επίτευξη των μέγιστων πολιτικών στόχων κάθε πλευράς.
Η μάχη πλέον είναι για την έξοδο χωρίς ήττα
Η εξίσωση που διαμορφώνεται είναι εξαιρετικά σκληρή.
Ο Trump χρειάζεται μια διέξοδο από το τέλμα του πολέμου με το Ιράν ώστε να ενισχύσει την πολιτική του θέση ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Ο Netanyahu χρειάζεται ένα αποτέλεσμα που να μπορεί να παρουσιαστεί ως νίκη πριν από τις ισραηλινές κάλπες.
Και το Ιράν επιμένει στη στρατηγική της αντοχής, επιδιώκοντας να φτάσει σε οποιαδήποτε μελλοντική διαπραγμάτευση από όσο το δυνατόν ισχυρότερη θέση.
Σε κάθε παρατεταμένο πόλεμο έρχεται κάποια στιγμή όπου η πλήρης στρατιωτική νίκη παύει να αποτελεί τον μοναδικό στόχο.
Τότε, το κρίσιμο ερώτημα γίνεται διαφορετικό:
Ποιος μπορεί να βγει από τη σύγκρουση χωρίς να παραδεχθεί ότι ηττήθηκε;
Επίδειξη ισχύος - Το ιρανικό σχέδιο για πόλεμο φθοράς στον Trump μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου με όπλο Hormuz και χρόνο
Η αυτοπεποίθηση του Ιράν ως προς την ικανότητά του να πλήττει στόχους στη Μέση Ανατολή εμφανίζεται ενισχυμένη, ενώ η Τεχεράνη φέρεται να εξετάζει τη συνέχιση της σύγκρουσης για μήνες, με στόχο να αυξήσει την πίεση στην Ουάσιγκτον και προσωπικά στον Donald Trump.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times, που επικαλείται εκτιμήσεις υπηρεσιών των ΗΠΑ και νυν και πρώην αξιωματούχους, η ιρανική ηγεσία θεωρεί ότι ένας παρατεταμένος πόλεμος μπορεί να μετατραπεί σε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο.
Ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η Τεχεράνη ενδέχεται να επιδιώξει τη διατήρηση της σύγκρουσης τουλάχιστον μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, το Νοέμβριο θεωρώντας ότι το αυξανόμενο οικονομικό κόστος θα ενισχύσει την πίεση στον Trump και στους Ρεπουμπλικανούς.
Κεντρικό στοιχείο αυτής της στρατηγικής φέρεται να είναι το Στενό του Hormuz.
Η διαταραχή της ναυσιπλοΐας έχει συμβάλει στην άνοδο των ενεργειακών τιμών, με το κόστος της βενζίνης να μεταφέρεται άμεσα στα αμερικανικά νοικοκυριά.
Η Τεχεράνη φέρεται να υπολογίζει ότι όσο μεγαλύτερη γίνεται η οικονομική επιβάρυνση, τόσο δυσκολότερη γίνεται πολιτικά η συνέχιση του πολέμου για την Ουάσιγκτον.
Το στοίχημα στην εξάντληση των αμερικανικών αποθεμάτων
Αμερικανικές πηγές εκτιμούν επίσης ότι το Ιράν θεωρεί πως οι ΗΠΑ θα δυσκολευτούν να πραγματοποιήσουν νέες μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις όσο μειώνονται τα διαθέσιμα αποθέματα ορισμένων πυρομαχικών και αναχαιτιστικών συστημάτων.
Η εκτίμηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά τις πρόσφατες πληροφορίες για περιορισμούς όσον αφορά τα αποθέματα σε πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς και Patriot, καθώς και τις διαρροές που προκάλεσαν εσωτερική έρευνα στον αμερικανικό στρατιωτικό μηχανισμό.
Την ίδια στιγμή, ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι θεωρούν πιθανότερο ότι, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, η Ουάσιγκτον θα επιχειρήσει να αυξήσει την πίεση μέσω οικονομικών κυρώσεων, αντί να προχωρήσει άμεσα σε νέα γενικευμένη στρατιωτική κλιμάκωση.

Το αδιέξοδο του Hormuz
Οι περιφερειακές εντάσεις έχουν κλιμακωθεί από τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις εναντίον του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, στις οποίες η Τεχεράνη απάντησε με πυραυλικά πλήγματα και επιθέσεις με drones εναντίον του Ισραήλ και αμερικανικών στόχων στην περιοχή.
Στις 18 Ιουνίου, Ουάσιγκτον και Τεχεράνη υπέγραψαν μνημόνιο κατανόησης για την ελευθερία ναυσιπλοΐας στο Στενό του Hormuz.
Η εφαρμογή του, όμως, έχει παγώσει λόγω σοβαρών διαφωνιών για το καθεστώς ασφαλείας και ελέγχου του στρατηγικού περάσματος.
Εάν οι αμερικανικές εκτιμήσεις είναι σωστές, η στρατηγική της Τεχεράνης δεν βασίζεται απαραίτητα σε μια γρήγορη στρατιωτική νίκη.
Βασίζεται σε κάτι διαφορετικό: στην πεποίθηση ότι ο χρόνος, το ενεργειακό κόστος και η εσωτερική πολιτική πίεση στις ΗΠΑ μπορούν να λειτουργήσουν υπέρ του Ιράν.
Με άλλα λόγια, το στοίχημα της Τεχεράνης φαίνεται να είναι ότι ένας πόλεμος που δεν μπορεί να κερδηθεί γρήγορα στο πεδίο μπορεί να κριθεί τελικά στην αμερικανική κάλπη.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών