Οι ιρανικοί βαλλιστικοί πύραυλοι έπληξαν την «αχίλλειο πτέρνα» της Αμερικής – Ο John Mearsheimer προειδοποιεί ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να μην επιστρέψει στις βάσεις του Κόλπου
Ο πόλεμος των ΗΠΑ με το Ιράν μπορεί να αποδειχθεί πολύ διαφορετικός από αυτόν που σχεδίαζε η Ουάσιγκτον.
Το μεγάλο πρόβλημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι μόνο πόσοι πύραυλοι εκτοξεύθηκαν, πόσα αεροσκάφη χάθηκαν ή πόσα δισεκατομμύρια δολάρια θα χρειαστούν για την αναπλήρωση των πυρομαχικών.
Το πραγματικό στρατηγικό πλήγμα βρίσκεται αλλού: στην ίδια τη δυνατότητα των ΗΠΑ να διατηρήσουν το στρατιωτικό τους αποτύπωμα στη Μέση Ανατολή.
Για δεκαετίες, η αμερικανική ισχύς στον Περσικό Κόλπο στηρίχθηκε σε ένα τεράστιο δίκτυο βάσεων, ραντάρ, αεροπορικών εγκαταστάσεων, αποθηκών πυρομαχικών, κέντρων διοίκησης και ναυτικών υποδομών.
Ο πόλεμος με το Ιράν έδειξε ότι αυτό το δίκτυο δεν είναι πλέον απρόσβλητο.
Αντίθετα, αποτελεί έναν τεράστιο και προβλέψιμο στόχο.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα της σύγκρουσης.
John Mearsheimer: Οι ΗΠΑ μπορεί να μην επιστρέψουν στις βάσεις του Κόλπου
Ο διακεκριμένος Αμερικανός θεωρητικός των διεθνών σχέσεων John Mearsheimer έθεσε το ζήτημα με ιδιαίτερα σκληρούς όρους.
Όπως υποστήριξε, οι βαλλιστικοί πύραυλοι του Ιράν αποδείχθηκαν εξαιρετικά αποτελεσματικοί και φονικοί απέναντι στις αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στην περιοχή, με σχεδόν όλες να έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές ή καταστροφές.
Η εκτίμηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή δεν προέρχεται από Ιρανό αξιωματούχο αλλά από έναν από τους πλέον γνωστούς Αμερικανούς αναλυτές της διεθνούς πολιτικής.
Ο Mearsheimer προχωρά ακόμη περισσότερο.
Θεωρεί δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι, μετά το τέλος του πολέμου, οι ΗΠΑ θα θελήσουν να επενδύσουν εκ νέου τεράστια ποσά για να ανοικοδομήσουν τις βάσεις τους και να επιστρέψουν σε αυτές τον στρατιωτικό εξοπλισμό που απομακρύνθηκε ή καταστράφηκε.
Ακόμη σημαντικότερο: εκτιμά ότι δεν είναι καθόλου βέβαιο πως οι ίδιες οι χώρες του Κόλπου θα θέλουν να φιλοξενήσουν ξανά τόσο μεγάλο αριθμό αμερικανικών δυνάμεων.
Αυτό είναι το πραγματικό στρατηγικό διακύβευμα.
Γιατί μια βάση μπορεί να ξαναχτιστεί.
Αυτό που δεν ξαναχτίζεται εύκολα είναι η εμπιστοσύνη ότι η βάση μπορεί να λειτουργήσει με ασφάλεια.
Από «άτρωτο καταφύγιο» σε στόχο του Ιράν
Το αμερικανικό στρατιωτικό δίκτυο στον Κόλπο σχεδιάστηκε με την παραδοχή ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν τις βάσεις τους ως ασφαλή σημεία προβολής ισχύος.
Ο πόλεμος με το Ιράν ανέτρεψε αυτή την υπόθεση.
Αμερικανικές εγκαταστάσεις σε Κατάρ, Μπαχρέιν, Κουβέιτ, Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, Ιορδανία και άλλες περιοχές βρέθηκαν στο στόχαστρο ιρανικών πυραύλων και drones.
Αναλύσεις με βάση δορυφορικά δεδομένα έχουν καταγράψει ζημιές σε αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις σε ολόκληρη την περιοχή.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο εάν μια βάση μπορεί να δεχθεί πλήγμα.
Το πρόβλημα είναι ότι, από τη στιγμή που ο αντίπαλος μπορεί να την εντοπίσει και να την πλήξει επανειλημμένα, η βάση παύει να αποτελεί ασφαλή πλατφόρμα προβολής ισχύος.
Αυτό αλλάζει ολόκληρη τη στρατηγική εξίσωση.
Η Ουάσιγκτον μπορεί θεωρητικά να διατηρήσει τις βάσεις.
Το ερώτημα είναι εάν μπορεί να τις χρησιμοποιεί αποτελεσματικά χωρίς να υποχρεώνεται να διαθέτει τεράστιους πόρους μόνο για την προστασία τους.
Al Udeid και Fifth Fleet: Όταν χτυπιούνται τα «νεύρα» της αμερικανικής ισχύος
Η σημασία των ζημιών γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν αφορούν εγκαταστάσεις που δεν είναι απλώς αεροπορικές βάσεις.
Η Al Udeid Air Base στο Κατάρ αποτελεί κομβικό σημείο για την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Μέση Ανατολή.
Στο Μπαχρέιν βρίσκεται η έδρα του US Fifth Fleet, ενός από τους βασικούς πυλώνες της αμερικανικής ναυτικής ισχύος στην περιοχή.
Στο Κουβέιτ βρίσκονται σημαντικές εγκαταστάσεις υποστήριξης και προώθησης αμερικανικών δυνάμεων.
Με άλλα λόγια, το Ιράν δεν χρειάζεται να καταστρέψει κάθε αμερικανική βάση για να επιτύχει στρατηγικό αποτέλεσμα.
Αρκεί να καταστήσει μη αξιόπιστους τους κρίσιμους κόμβους του αμερικανικού δικτύου.
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από μια κλασική στρατιωτική ήττα.
Είναι μια μορφή στρατηγικής φθοράς.
Το Ιράν χτύπησε και την αμερικανική «ομπρέλα» άμυνας
Ένα ακόμη πιο σοβαρό ζήτημα είναι ότι οι επιθέσεις δεν αφορούν μόνο διαδρόμους, υπόστεγα ή εγκαταστάσεις προσωπικού.
Αναλύσεις για τον πόλεμο έχουν επισημάνει ζημιές σε ραντάρ, συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης και αντιπυραυλικές υποδομές.
Η καταστροφή ή υποβάθμιση τέτοιων συστημάτων έχει δυσανάλογη σημασία.
Ένα κατεστραμμένο κτίριο μπορεί να ξαναχτιστεί.
Ένα αεροσκάφος μπορεί να αντικατασταθεί.
Όμως όταν πλήττεται το δίκτυο εντοπισμού – προειδοποίησης – αναχαίτισης – διοίκησης, τότε μειώνεται η συνολική αποτελεσματικότητα της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας.
Και εδώ εμφανίζεται ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της Ουάσιγκτον: οι ΗΠΑ έχουν τεράστια στρατιωτική ισχύ, αλλά η ισχύς αυτή απαιτεί υποδομές για να λειτουργήσει.
Το Ιράν χτύπησε ακριβώς αυτές τις υποδομές.
Το δεύτερο χτύπημα: Οι ΗΠΑ «καίνε» τα πυραυλικά τους αποθέματα
Το πρόβλημα των βάσεων συνδυάζεται με ένα δεύτερο, εξίσου σοβαρό ζήτημα: τα αποθέματα πυραύλων.
Το προηγούμενο υλικό που εξετάσαμε δείχνει ότι η κατανάλωση κρίσιμων πυραυλικών συστημάτων έχει δημιουργήσει τεράστιο κενό μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης.
Patriot, THAAD, Tomahawk, ATACMS, PrSM, JASSM και ναυτικοί πύραυλοι SM-2/3/6 έχουν βρεθεί στο επίκεντρο της πίεσης.
Το πρόβλημα είναι ότι η αμερικανική πολεμική βιομηχανία δεν μπορεί να αναπληρώσει μέσα σε λίγους μήνες όσα καταναλώθηκαν σε έναν παρατεταμένο πόλεμο.
Και εδώ υπάρχει μια κρίσιμη ασυμμετρία.
Το Ιράν μπορεί να παράγει σχετικά φθηνότερα επιθετικά μέσα.
Οι ΗΠΑ πρέπει να χρησιμοποιούν πανάκριβους πυραύλους αναχαίτισης για να τα αντιμετωπίσουν.
Έτσι, ακόμη και όταν η αμερικανική άμυνα πετυχαίνει την αναχαίτιση, το οικονομικό κόστος μπορεί να είναι δυσανάλογο.
Gerard Baker: Ούτε η οικονομική πίεση φαίνεται να λυγίζει την Τεχεράνη
Σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και η εκτίμηση του Gerard Baker, αρθρογράφου και πρώην αρχισυντάκτη της Wall Street Journal.
Το συμπέρασμα που αποδίδεται στον Baker είναι εξαιρετικά σκληρό για τη στρατηγική της Ουάσιγκτον:
Η οικονομική πίεση δεν φαίνεται να οδηγεί το Ιράν σε υποχώρηση.
Παράλληλα, σύμφωνα με την ίδια τοποθέτηση, οι Ιρανοί δεν εμφανίζονται διατεθειμένοι να κάνουν παραχωρήσεις για τα Στενά του Hormuz, ενώ οι ΗΠΑ έχουν ήδη χάσει σημαντικό μέρος των πυραυλικών τους αποθεμάτων.
Αυτό δημιουργεί έναν επικίνδυνο συνδυασμό: η Αμερική δυσκολεύεται να πιέσει στρατιωτικά το Ιράν, δυσκολεύεται να το πιέσει οικονομικά και δεν μπορεί να θεωρεί πλέον δεδομένο τον έλεγχο του περιφερειακού στρατιωτικού της δικτύου.
Το Hormuz είναι το απόλυτο τεστ
Και στο κέντρο όλων βρίσκεται το Στενό του Hormuz.
Πρόκειται για το σημείο όπου η στρατιωτική, ενεργειακή και οικονομική διάσταση του πολέμου συναντώνται.
Για τις ΗΠΑ, ο έλεγχος της περιοχής δεν είναι απλώς ζήτημα στρατιωτικού κύρους.
Είναι ζήτημα παγκόσμιας οικονομικής ισχύος.
Εάν η Τεχεράνη μπορεί να διατηρεί σημαντική επιρροή στα Στενά, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απειλεί τις αμερικανικές βάσεις και να επιβάλλει κόστος στις αμερικανικές δυνάμεις, τότε η Ουάσιγκτον βρίσκεται μπροστά σε ένα στρατηγικό παράδοξο:
διαθέτει τον ισχυρότερο στρατό στον κόσμο, αλλά δυσκολεύεται να μετατρέψει αυτή την ισχύ σε σταθερό έλεγχο του Περσικού Κόλπου.
Το μεγάλο αμερικανικό πρόβλημα: Τι γίνεται μετά τον πόλεμο;
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο σημαντική ερώτηση.
Όχι ποιος κέρδισε την επόμενη μάχη.
Αλλά ποιος θα μπορεί να παραμείνει στην περιοχή μετά τον πόλεμο.
Εάν οι ΗΠΑ επιστρέψουν στις βάσεις τους, θα πρέπει να επενδύσουν τεράστια ποσά για την ανοικοδόμηση και την προστασία τους.
Θα πρέπει να ενισχύσουν τα αντιπυραυλικά συστήματα.
Θα πρέπει να αυξήσουν τις περιπολίες.
Θα πρέπει να προστατεύσουν τις γραμμές ανεφοδιασμού.
Θα πρέπει να διατηρούν μεγαλύτερα αποθέματα αναχαίτισης.
Και κυρίως θα πρέπει να αποδεχθούν ότι κάθε μεγάλη βάση στον Κόλπο μπορεί να αποτελεί στόχο.
Αυτό σημαίνει τεράστιο κόστος.
Από την άλλη πλευρά, εάν η Ουάσιγκτον μειώσει την παρουσία της, δημιουργείται κενό ισχύος.
Και αυτό το κενό δεν θα μείνει κενό για πολύ.
Η Τεχεράνη μπορεί να έχει πετύχει κάτι μεγαλύτερο από μια στρατιωτική νίκη
Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο συμπέρασμα για τις ΗΠΑ.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να καταστρέψει τον αμερικανικό στρατό.
Δεν χρειάζεται να βυθίσει τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα.
Δεν χρειάζεται να επιτύχει απόλυτη στρατιωτική νίκη.
Αρκεί να καταστήσει υπερβολικά ακριβή, επικίνδυνη και πολιτικά δύσκολη την αμερικανική παρουσία στη Μέση Ανατολή.
Εάν το πετύχει, τότε η στρατηγική ισορροπία αλλάζει χωρίς να χρειάζεται να υπάρξει κλασική ήττα στο πεδίο της μάχης.
Και αυτό συνδέεται άμεσα με την εκτίμηση του John Mearsheimer ότι οι ΗΠΑ μπορεί να μην επιλέξουν να ανοικοδομήσουν πλήρως τις βάσεις τους, ενώ ούτε οι χώρες του Κόλπου είναι βέβαιο ότι θα επιθυμούν την επιστροφή μιας τόσο μεγάλης αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας.
Το πραγματικό «Βατερλώ» της Ουάσιγκτον
Εάν αυτή η εξέλιξη επιβεβαιωθεί, το μεγάλο πλήγμα για την κυβέρνηση Donald Trump δεν θα είναι απλώς οι απώλειες σε πυραύλους ή τα δισεκατομμύρια που θα απαιτηθούν για την αναπλήρωση του αμερικανικού οπλοστασίου.
Θα είναι η απώλεια στρατηγικού βάθους.
Οι ΗΠΑ επί δεκαετίες μπορούσαν να επιχειρούν στη Μέση Ανατολή έχοντας στη διάθεσή τους ένα πυκνό δίκτυο ασφαλών εγκαταστάσεων.
Ο πόλεμος με το Ιράν έδειξε ότι αυτό το μοντέλο έχει όρια.
Και εάν η Τεχεράνη κατάφερε να αποδείξει ότι μπορεί να απειλήσει ταυτόχρονα βάσεις, ραντάρ, υποδομές, ναυτικές εγκαταστάσεις και ενεργειακές οδούς, τότε το κόστος της αμερικανικής παρουσίας στον Κόλπο αυξάνεται δραματικά.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο η στρατιωτική σύγκρουση μετατρέπεται σε γεωπολιτική ήττα χωρίς να απαιτείται ολοκληρωτική στρατιωτική ήττα.
Το νέο μεγάλο ερώτημα
Η κρίσιμη ερώτηση πλέον δεν είναι εάν οι ΗΠΑ μπορούν να επιστρέψουν στον Περσικό Κόλπο.
Μπορούν.
Το ερώτημα είναι εάν μπορούν να επιστρέψουν με το ίδιο επίπεδο στρατιωτικής παρουσίας, με το ίδιο κόστος και με την ίδια αίσθηση ασφάλειας.
Και εκεί βρίσκεται η μεγάλη επιτυχία που επιχειρεί να εμφανίσει η Τεχεράνη:
το Ιράν μπορεί να βγει από έναν πόλεμο όχι ως η χώρα που κατέστρεψε την Αμερική, αλλά ως η χώρα που απέδειξε ότι μπορεί να καταστήσει την αμερικανική παρουσία στη Μέση Ανατολή υπερβολικά ακριβή και επικίνδυνη.
Αν αυτό παγιωθεί, τότε ο πόλεμος δεν θα έχει αλλάξει μόνο τις ισορροπίες γύρω από το Ιράν.
Θα έχει αλλάξει ολόκληρη την αρχιτεκτονική ασφαλείας του Περσικού Κόλπου.
www.bankingnews.gr
Το μεγάλο πρόβλημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι μόνο πόσοι πύραυλοι εκτοξεύθηκαν, πόσα αεροσκάφη χάθηκαν ή πόσα δισεκατομμύρια δολάρια θα χρειαστούν για την αναπλήρωση των πυρομαχικών.
Το πραγματικό στρατηγικό πλήγμα βρίσκεται αλλού: στην ίδια τη δυνατότητα των ΗΠΑ να διατηρήσουν το στρατιωτικό τους αποτύπωμα στη Μέση Ανατολή.
Για δεκαετίες, η αμερικανική ισχύς στον Περσικό Κόλπο στηρίχθηκε σε ένα τεράστιο δίκτυο βάσεων, ραντάρ, αεροπορικών εγκαταστάσεων, αποθηκών πυρομαχικών, κέντρων διοίκησης και ναυτικών υποδομών.
Ο πόλεμος με το Ιράν έδειξε ότι αυτό το δίκτυο δεν είναι πλέον απρόσβλητο.
Αντίθετα, αποτελεί έναν τεράστιο και προβλέψιμο στόχο.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα της σύγκρουσης.
John Mearsheimer: Οι ΗΠΑ μπορεί να μην επιστρέψουν στις βάσεις του Κόλπου
Ο διακεκριμένος Αμερικανός θεωρητικός των διεθνών σχέσεων John Mearsheimer έθεσε το ζήτημα με ιδιαίτερα σκληρούς όρους.
Όπως υποστήριξε, οι βαλλιστικοί πύραυλοι του Ιράν αποδείχθηκαν εξαιρετικά αποτελεσματικοί και φονικοί απέναντι στις αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στην περιοχή, με σχεδόν όλες να έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές ή καταστροφές.
Η εκτίμηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή δεν προέρχεται από Ιρανό αξιωματούχο αλλά από έναν από τους πλέον γνωστούς Αμερικανούς αναλυτές της διεθνούς πολιτικής.
Ο Mearsheimer προχωρά ακόμη περισσότερο.
Θεωρεί δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι, μετά το τέλος του πολέμου, οι ΗΠΑ θα θελήσουν να επενδύσουν εκ νέου τεράστια ποσά για να ανοικοδομήσουν τις βάσεις τους και να επιστρέψουν σε αυτές τον στρατιωτικό εξοπλισμό που απομακρύνθηκε ή καταστράφηκε.
Ακόμη σημαντικότερο: εκτιμά ότι δεν είναι καθόλου βέβαιο πως οι ίδιες οι χώρες του Κόλπου θα θέλουν να φιλοξενήσουν ξανά τόσο μεγάλο αριθμό αμερικανικών δυνάμεων.
Αυτό είναι το πραγματικό στρατηγικό διακύβευμα.
Γιατί μια βάση μπορεί να ξαναχτιστεί.
Αυτό που δεν ξαναχτίζεται εύκολα είναι η εμπιστοσύνη ότι η βάση μπορεί να λειτουργήσει με ασφάλεια.
Από «άτρωτο καταφύγιο» σε στόχο του Ιράν
Το αμερικανικό στρατιωτικό δίκτυο στον Κόλπο σχεδιάστηκε με την παραδοχή ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν τις βάσεις τους ως ασφαλή σημεία προβολής ισχύος.
Ο πόλεμος με το Ιράν ανέτρεψε αυτή την υπόθεση.
Αμερικανικές εγκαταστάσεις σε Κατάρ, Μπαχρέιν, Κουβέιτ, Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, Ιορδανία και άλλες περιοχές βρέθηκαν στο στόχαστρο ιρανικών πυραύλων και drones.
Αναλύσεις με βάση δορυφορικά δεδομένα έχουν καταγράψει ζημιές σε αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις σε ολόκληρη την περιοχή.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο εάν μια βάση μπορεί να δεχθεί πλήγμα.
Το πρόβλημα είναι ότι, από τη στιγμή που ο αντίπαλος μπορεί να την εντοπίσει και να την πλήξει επανειλημμένα, η βάση παύει να αποτελεί ασφαλή πλατφόρμα προβολής ισχύος.
Αυτό αλλάζει ολόκληρη τη στρατηγική εξίσωση.
Η Ουάσιγκτον μπορεί θεωρητικά να διατηρήσει τις βάσεις.
Το ερώτημα είναι εάν μπορεί να τις χρησιμοποιεί αποτελεσματικά χωρίς να υποχρεώνεται να διαθέτει τεράστιους πόρους μόνο για την προστασία τους.
Al Udeid και Fifth Fleet: Όταν χτυπιούνται τα «νεύρα» της αμερικανικής ισχύος
Η σημασία των ζημιών γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν αφορούν εγκαταστάσεις που δεν είναι απλώς αεροπορικές βάσεις.
Η Al Udeid Air Base στο Κατάρ αποτελεί κομβικό σημείο για την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Μέση Ανατολή.
Στο Μπαχρέιν βρίσκεται η έδρα του US Fifth Fleet, ενός από τους βασικούς πυλώνες της αμερικανικής ναυτικής ισχύος στην περιοχή.
Στο Κουβέιτ βρίσκονται σημαντικές εγκαταστάσεις υποστήριξης και προώθησης αμερικανικών δυνάμεων.
Με άλλα λόγια, το Ιράν δεν χρειάζεται να καταστρέψει κάθε αμερικανική βάση για να επιτύχει στρατηγικό αποτέλεσμα.
Αρκεί να καταστήσει μη αξιόπιστους τους κρίσιμους κόμβους του αμερικανικού δικτύου.
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από μια κλασική στρατιωτική ήττα.
Είναι μια μορφή στρατηγικής φθοράς.
Το Ιράν χτύπησε και την αμερικανική «ομπρέλα» άμυνας
Ένα ακόμη πιο σοβαρό ζήτημα είναι ότι οι επιθέσεις δεν αφορούν μόνο διαδρόμους, υπόστεγα ή εγκαταστάσεις προσωπικού.
Αναλύσεις για τον πόλεμο έχουν επισημάνει ζημιές σε ραντάρ, συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης και αντιπυραυλικές υποδομές.
Η καταστροφή ή υποβάθμιση τέτοιων συστημάτων έχει δυσανάλογη σημασία.
Ένα κατεστραμμένο κτίριο μπορεί να ξαναχτιστεί.
Ένα αεροσκάφος μπορεί να αντικατασταθεί.
Όμως όταν πλήττεται το δίκτυο εντοπισμού – προειδοποίησης – αναχαίτισης – διοίκησης, τότε μειώνεται η συνολική αποτελεσματικότητα της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας.
Και εδώ εμφανίζεται ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της Ουάσιγκτον: οι ΗΠΑ έχουν τεράστια στρατιωτική ισχύ, αλλά η ισχύς αυτή απαιτεί υποδομές για να λειτουργήσει.
Το Ιράν χτύπησε ακριβώς αυτές τις υποδομές.
Το δεύτερο χτύπημα: Οι ΗΠΑ «καίνε» τα πυραυλικά τους αποθέματα
Το πρόβλημα των βάσεων συνδυάζεται με ένα δεύτερο, εξίσου σοβαρό ζήτημα: τα αποθέματα πυραύλων.
Το προηγούμενο υλικό που εξετάσαμε δείχνει ότι η κατανάλωση κρίσιμων πυραυλικών συστημάτων έχει δημιουργήσει τεράστιο κενό μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης.
Patriot, THAAD, Tomahawk, ATACMS, PrSM, JASSM και ναυτικοί πύραυλοι SM-2/3/6 έχουν βρεθεί στο επίκεντρο της πίεσης.
Το πρόβλημα είναι ότι η αμερικανική πολεμική βιομηχανία δεν μπορεί να αναπληρώσει μέσα σε λίγους μήνες όσα καταναλώθηκαν σε έναν παρατεταμένο πόλεμο.
Και εδώ υπάρχει μια κρίσιμη ασυμμετρία.
Το Ιράν μπορεί να παράγει σχετικά φθηνότερα επιθετικά μέσα.
Οι ΗΠΑ πρέπει να χρησιμοποιούν πανάκριβους πυραύλους αναχαίτισης για να τα αντιμετωπίσουν.
Έτσι, ακόμη και όταν η αμερικανική άμυνα πετυχαίνει την αναχαίτιση, το οικονομικό κόστος μπορεί να είναι δυσανάλογο.
Gerard Baker: Ούτε η οικονομική πίεση φαίνεται να λυγίζει την Τεχεράνη
Σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και η εκτίμηση του Gerard Baker, αρθρογράφου και πρώην αρχισυντάκτη της Wall Street Journal.
Το συμπέρασμα που αποδίδεται στον Baker είναι εξαιρετικά σκληρό για τη στρατηγική της Ουάσιγκτον:
Η οικονομική πίεση δεν φαίνεται να οδηγεί το Ιράν σε υποχώρηση.
Παράλληλα, σύμφωνα με την ίδια τοποθέτηση, οι Ιρανοί δεν εμφανίζονται διατεθειμένοι να κάνουν παραχωρήσεις για τα Στενά του Hormuz, ενώ οι ΗΠΑ έχουν ήδη χάσει σημαντικό μέρος των πυραυλικών τους αποθεμάτων.
Αυτό δημιουργεί έναν επικίνδυνο συνδυασμό: η Αμερική δυσκολεύεται να πιέσει στρατιωτικά το Ιράν, δυσκολεύεται να το πιέσει οικονομικά και δεν μπορεί να θεωρεί πλέον δεδομένο τον έλεγχο του περιφερειακού στρατιωτικού της δικτύου.
Το Hormuz είναι το απόλυτο τεστ
Και στο κέντρο όλων βρίσκεται το Στενό του Hormuz.
Πρόκειται για το σημείο όπου η στρατιωτική, ενεργειακή και οικονομική διάσταση του πολέμου συναντώνται.
Για τις ΗΠΑ, ο έλεγχος της περιοχής δεν είναι απλώς ζήτημα στρατιωτικού κύρους.
Είναι ζήτημα παγκόσμιας οικονομικής ισχύος.
Εάν η Τεχεράνη μπορεί να διατηρεί σημαντική επιρροή στα Στενά, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απειλεί τις αμερικανικές βάσεις και να επιβάλλει κόστος στις αμερικανικές δυνάμεις, τότε η Ουάσιγκτον βρίσκεται μπροστά σε ένα στρατηγικό παράδοξο:
διαθέτει τον ισχυρότερο στρατό στον κόσμο, αλλά δυσκολεύεται να μετατρέψει αυτή την ισχύ σε σταθερό έλεγχο του Περσικού Κόλπου.
Το μεγάλο αμερικανικό πρόβλημα: Τι γίνεται μετά τον πόλεμο;
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο σημαντική ερώτηση.
Όχι ποιος κέρδισε την επόμενη μάχη.
Αλλά ποιος θα μπορεί να παραμείνει στην περιοχή μετά τον πόλεμο.
Εάν οι ΗΠΑ επιστρέψουν στις βάσεις τους, θα πρέπει να επενδύσουν τεράστια ποσά για την ανοικοδόμηση και την προστασία τους.
Θα πρέπει να ενισχύσουν τα αντιπυραυλικά συστήματα.
Θα πρέπει να αυξήσουν τις περιπολίες.
Θα πρέπει να προστατεύσουν τις γραμμές ανεφοδιασμού.
Θα πρέπει να διατηρούν μεγαλύτερα αποθέματα αναχαίτισης.
Και κυρίως θα πρέπει να αποδεχθούν ότι κάθε μεγάλη βάση στον Κόλπο μπορεί να αποτελεί στόχο.
Αυτό σημαίνει τεράστιο κόστος.
Από την άλλη πλευρά, εάν η Ουάσιγκτον μειώσει την παρουσία της, δημιουργείται κενό ισχύος.
Και αυτό το κενό δεν θα μείνει κενό για πολύ.
Η Τεχεράνη μπορεί να έχει πετύχει κάτι μεγαλύτερο από μια στρατιωτική νίκη
Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο συμπέρασμα για τις ΗΠΑ.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να καταστρέψει τον αμερικανικό στρατό.
Δεν χρειάζεται να βυθίσει τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα.
Δεν χρειάζεται να επιτύχει απόλυτη στρατιωτική νίκη.
Αρκεί να καταστήσει υπερβολικά ακριβή, επικίνδυνη και πολιτικά δύσκολη την αμερικανική παρουσία στη Μέση Ανατολή.
Εάν το πετύχει, τότε η στρατηγική ισορροπία αλλάζει χωρίς να χρειάζεται να υπάρξει κλασική ήττα στο πεδίο της μάχης.
Και αυτό συνδέεται άμεσα με την εκτίμηση του John Mearsheimer ότι οι ΗΠΑ μπορεί να μην επιλέξουν να ανοικοδομήσουν πλήρως τις βάσεις τους, ενώ ούτε οι χώρες του Κόλπου είναι βέβαιο ότι θα επιθυμούν την επιστροφή μιας τόσο μεγάλης αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας.
Το πραγματικό «Βατερλώ» της Ουάσιγκτον
Εάν αυτή η εξέλιξη επιβεβαιωθεί, το μεγάλο πλήγμα για την κυβέρνηση Donald Trump δεν θα είναι απλώς οι απώλειες σε πυραύλους ή τα δισεκατομμύρια που θα απαιτηθούν για την αναπλήρωση του αμερικανικού οπλοστασίου.
Θα είναι η απώλεια στρατηγικού βάθους.
Οι ΗΠΑ επί δεκαετίες μπορούσαν να επιχειρούν στη Μέση Ανατολή έχοντας στη διάθεσή τους ένα πυκνό δίκτυο ασφαλών εγκαταστάσεων.
Ο πόλεμος με το Ιράν έδειξε ότι αυτό το μοντέλο έχει όρια.
Και εάν η Τεχεράνη κατάφερε να αποδείξει ότι μπορεί να απειλήσει ταυτόχρονα βάσεις, ραντάρ, υποδομές, ναυτικές εγκαταστάσεις και ενεργειακές οδούς, τότε το κόστος της αμερικανικής παρουσίας στον Κόλπο αυξάνεται δραματικά.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο η στρατιωτική σύγκρουση μετατρέπεται σε γεωπολιτική ήττα χωρίς να απαιτείται ολοκληρωτική στρατιωτική ήττα.
Το νέο μεγάλο ερώτημα
Η κρίσιμη ερώτηση πλέον δεν είναι εάν οι ΗΠΑ μπορούν να επιστρέψουν στον Περσικό Κόλπο.
Μπορούν.
Το ερώτημα είναι εάν μπορούν να επιστρέψουν με το ίδιο επίπεδο στρατιωτικής παρουσίας, με το ίδιο κόστος και με την ίδια αίσθηση ασφάλειας.
Και εκεί βρίσκεται η μεγάλη επιτυχία που επιχειρεί να εμφανίσει η Τεχεράνη:
το Ιράν μπορεί να βγει από έναν πόλεμο όχι ως η χώρα που κατέστρεψε την Αμερική, αλλά ως η χώρα που απέδειξε ότι μπορεί να καταστήσει την αμερικανική παρουσία στη Μέση Ανατολή υπερβολικά ακριβή και επικίνδυνη.
Αν αυτό παγιωθεί, τότε ο πόλεμος δεν θα έχει αλλάξει μόνο τις ισορροπίες γύρω από το Ιράν.
Θα έχει αλλάξει ολόκληρη την αρχιτεκτονική ασφαλείας του Περσικού Κόλπου.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών