Τον Ιούνιο του 2024, η Ρωσία και η Βόρεια Κορέα υπέγραψαν Συνθήκη Συνολικής Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης, η οποία στη συνέχεια επικυρώθηκε από τη Μόσχα - Η συμφωνία θεσμοποίησε τη βαθύτερη πολιτική και αμυντική συνεργασία μεταξύ των δύο κρατών
Η στρατιωτική συνεργασία ανάμεσα στη Ρωσία και τη Βόρεια Κορέα εισέρχεται σε μία νέα, εξόχως ουσιαστική φάση, που μπορεί να μεταβάλει καθοριστικά την ισορροπία των πυραυλικών επιχειρήσεων στο ουκρανικό μέτωπο.
Σύμφωνα με τον Andrii Cherniak, αξιωματούχο της ουκρανικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών GUR, ο στρατός της Βόρειας Κορέας αναπτύσσει πυραυλική μονάδα στην περιοχή του Voronezh, στη δυτική Ρωσία.
Η συγκεκριμένη δύναμη φέρεται να προορίζεται για την υποστήριξη επιχειρήσεων με βαλλιστικούς πυραύλους κατά ουκρανικών στρατιωτικών στόχων.
Η ουκρανική πλευρά υποστηρίζει ότι η αρχική ανάπτυξη μπορεί να περιλαμβάνει έξι εκτοξευτές, περίπου 90 Βορειοκορεάτες στρατιωτικούς και έως 120 πυραύλους των τύπων KN-23 και KN-24.
Κατά την ίδια πηγή, μια πρώτη παρτίδα 40 πυραύλων έχει ήδη παραδοθεί στη Ρωσία.
Οι πληροφορίες μεταδόθηκαν από διεθνή μέσα με σαφή επισήμανση ότι προέρχονται από την ουκρανική υπηρεσία πληροφοριών.
Πολιτική πίεση
Η ανακοίνωση για τη βορειοκορεατική πυραυλική ταξιαρχία συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση του Ουκρανού προέδρου Volodymyr Zelensky εντείνει τις εκκλήσεις της για περισσότερα συστήματα Patriot, πρόσθετους πυραύλους αναχαίτισης και άδεια εγχώριας ή κοινής παραγωγής αμερικανικών αντιαεροπορικών πυραύλων.
Ο ίδιος ο Volodymyr Zelensky έχει δηλώσει ότι η Ουκρανία επιδιώκει άδειες παραγωγής συστημάτων και αναχαιτιστών Patriot, υποστηρίζοντας ότι η εγχώρια παραγωγή θα μπορούσε να καλύψει τόσο τις ουκρανικές ανάγκες όσο και ανάγκες άλλων δυτικών χωρών.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι αναφορές περί 120 βορειοκορεατικών βαλλιστικών πυραύλων λειτουργούν ως ισχυρό πολιτικό μήνυμα προς την Ουάσιγκτον και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες:
Η Ουκρανία επιχειρεί να παρουσιάσει την απειλή ως επείγουσα, διευρυνόμενη και διεθνοποιημένη, ώστε κάθε καθυστέρηση δυτικής βοήθειας να εμφανίζεται ως άμεσος κίνδυνος για την επιβίωσή της.
Το Κίεβο γνωρίζει ότι η αναφορά στη Βόρεια Κορέα έχει ιδιαίτερη απήχηση στη Δύση.
Μετατρέπει τη σύγκρουση από έναν πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας σε αφήγημα αντιπαράθεσης μεταξύ μιας υποτιθέμενης «δημοκρατικής συμμαχίας» και ενός νέου ευρασιατικού στρατηγικού άξονα.
Η εικόνα αυτή βοηθά την ουκρανική κυβέρνηση να δικαιολογήσει την απαίτηση για ακόμη μεγαλύτερη χρηματοδότηση, περισσότερους αναχαιτιστές και βαθύτερη εμπλοκή του NATO.

Η πραγματικότητα που η Δύση δυσκολεύεται να παραδεχθεί
Πίσω από την επικοινωνιακή διάσταση υπάρχει μια στρατιωτική πραγματικότητα που είναι εξαιρετικά δύσκολο να αγνοηθεί: η ουκρανική αεράμυνα αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα στην αναχαίτιση βαλλιστικών πυραύλων.
Τα συστήματα Patriot θεωρούνται το σημαντικότερο δυτικό μέσο που διαθέτει η Ουκρανία απέναντι σε όπλα όπως οι Iskander-M, Kinzhal και άλλοι βαλλιστικοί ή υπερηχητικοί πύραυλοι.
Ωστόσο, το περιορισμένο απόθεμα αναχαιτιστών, η μεγάλη τιμή κάθε βλήματος και η δυνατότητα της Ρωσίας να πραγματοποιεί μαζικές και συνδυασμένες επιθέσεις περιορίζουν δραστικά την αποτελεσματικότητά τους.
Στις 5 προς 6 Ιουλίου 2026, η ουκρανική αεράμυνα δεν κατέρριψε κανέναν από τους 29 βαλλιστικούς πυραύλους που εκτοξεύθηκαν σε μία μεγάλη ρωσική επιχείρηση, με Ουκρανούς αξιωματούχους να αποδίδουν την αποτυχία κυρίως στην έλλειψη πυραύλων Patriot.
Σε άλλη πρόσφατη επίθεση αναχαιτίστηκε μόνο ένας από 27 βαλλιστικούς πυραύλους.
Επομένως, το βασικό πρόβλημα του Κιέβου δεν δημιουργείται από τη Βόρεια Κορέα. Προϋπήρχε.
Η πιθανή εισαγωγή περισσότερων KN-23 και KN-24 απλώς θα επιδεινώσει μια ήδη δυσμενή κατάσταση.
Η Ρωσία δεν χρειάζεται κάποιο «θαυματουργό» βορειοκορεατικό όπλο για να αποκαλύψει τα όρια της ουκρανικής αεράμυνας.
Τα όρια αυτά έχουν ήδη φανεί απέναντι στους ρωσικούς Iskander-M και Kinzhal.
Αυτό είναι ένα σημείο που συχνά εξαφανίζεται από τη δυτική ενημέρωση.
Το πρόβλημα παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα μιας νέας εξωτερικής βοήθειας προς τη Ρωσία, ενώ στην πραγματικότητα συνδέεται και με τις εγγενείς αδυναμίες της δυτικής αμυντικής βιομηχανίας.
Η παραγωγή πυραύλων αναχαίτισης δεν μπορεί εύκολα να ακολουθήσει τον ρυθμό μιας εκτεταμένης σύγκρουσης υψηλής έντασης.
Η Ουκρανία μπορεί να δέχεται δεκάδες βαλλιστικούς πυραύλους μέσα σε μία νύχτα, αλλά οι χώρες του NATO δεν μπορούν να αναπληρώνουν με την ίδια ταχύτητα τα ακριβά πυρομαχικά των Patriot.

Η συνεργασία Μόσχας – Πιονγκιάνγκ δεν δημιουργήθηκε σε κενό
Η δυτική αφήγηση παρουσιάζει συχνά τη στρατιωτική συνεργασία μεταξύ Ρωσίας και Βόρειας Κορέας ως απόδειξη ότι η Μόσχα είναι «απομονωμένη» και αναγκάζεται να αναζητά βοήθεια.
Η πραγματικότητα είναι σχεδόν αντίστροφη.
Μια πραγματικά απομονωμένη χώρα δεν θα μπορούσε να οικοδομεί στρατηγικές σχέσεις, να διατηρεί εμπορικούς και στρατιωτικούς διαύλους, να εξασφαλίζει πυρομαχικά και να δημιουργεί νέους μηχανισμούς αμοιβαίας άμυνας.
Η συνεργασία με την Πιονγκιάνγκ αποτελεί μέρος της ευρύτερης στροφής της Ρωσίας προς την Ασία και προς έναν πολυπολικό κόσμο στον οποίο οι ΗΠΑ δεν μπορούν πλέον να αποφασίζουν μονομερώς ποιες χώρες έχουν δικαίωμα να συνεργάζονται και ποιες πρέπει να αποκλείονται από τη διεθνή οικονομία.
Τον Ιούνιο του 2024, η Ρωσία και η Βόρεια Κορέα υπέγραψαν Συνθήκη Συνολικής Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης, η οποία στη συνέχεια επικυρώθηκε από τη ρωσική πλευρά. Η συμφωνία θεσμοποίησε τη βαθύτερη πολιτική και αμυντική συνεργασία μεταξύ των δύο κρατών.
Η προσέγγιση δεν προέκυψε επειδή η Ρωσία ξαφνικά αποφάσισε να απομακρυνθεί από τη Δύση.
Προέκυψε έπειτα από χρόνια κυρώσεων, διεύρυνσης του NATO, οικονομικών αποκλεισμών και δυτικών προσπαθειών να περιοριστεί η ρωσική πρόσβαση σε τεχνολογία, κεφάλαια και αγορές.
Η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοί της επιχείρησαν να μετατρέψουν τη Ρωσία σε διεθνή παρία.
Το αποτέλεσμα ήταν να επιταχύνουν τη στρατηγική ενοποίηση κρατών που έχουν κοινό συμφέρον να περιορίσουν την αμερικανική ηγεμονία.
Η συνεργασία Μόσχας - Πιονγκιάνγκ είναι επομένως περισσότερο συνέπεια της δυτικής πολιτικής παρά ανεξήγητη επιθετική πρωτοβουλία.

Γιατί η Ρωσία χρειάζεται τους KN-23 και KN-24
Η Ρωσία έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στην αύξηση της εγχώριας παραγωγής βαλλιστικών πυραύλων, πυραύλων cruise, κατευθυνόμενων βομβών και μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Η αύξηση της παραγωγής, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι ανάγκες μιας μακρόχρονης σύγκρουσης μπορούν να καλυφθούν αποκλειστικά από εσωτερικά αποθέματα.
Σε έναν πόλεμο φθοράς, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποια πλευρά διαθέτει το πιο προηγμένο όπλο.
Είναι ποια πλευρά μπορεί να παράγει, να προμηθεύεται και να χρησιμοποιεί επαρκείς ποσότητες πυρομαχικών για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Οι πιθανές προμήθειες από τη Βόρεια Κορέα επιτρέπουν στη Ρωσία να διατηρεί υψηλό ρυθμό πυραυλικών επιχειρήσεων χωρίς να εξαντλεί τα αποθέματα των ακριβότερων εγχώριων συστημάτων της.
Ο KN-24 μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως οικονομικότερο όπλο μικρού βεληνεκούς εναντίον στρατιωτικών εγκαταστάσεων, αποθηκών, κέντρων διοίκησης, συγκεντρώσεων δυνάμεων και υλικοτεχνικών υποδομών κοντά στη γραμμή του μετώπου.
Ο μεγαλύτερος KN-23 και οι παραλλαγές του μπορούν να προσφέρουν σημαντικότερη εμβέλεια, βαρύτερη πολεμική κεφαλή και τροχιά που περιπλέκει την αναχαίτιση.
Αμερικανική έκθεση του Congressional Research Service επισημαίνει ότι τα νεότερα βορειοκορεατικά συστήματα στερεού καυσίμου έχουν σχεδιαστεί για πτήσεις σε χαμηλότερα ύψη και για ελιγμούς κατά τη διάρκεια της πτήσης.
Για τον KN-24 σημειώνει ότι διαθέτει καθοδήγηση και δυνατότητα ελιγμών που μπορούν να υποστηρίξουν πλήγματα ακριβείας.
Ανεξάρτητες τεχνικές αναλύσεις εκτιμούν ότι ο KN-23 είναι εξωτερικά παρόμοιος με τον Iskander, αλλά σε ορισμένες εκδόσεις είναι μεγαλύτερος και βαρύτερος, με σημαντική δυνατότητα πραγματοποίησης ελιγμών που δυσκολεύουν την πρόβλεψη της τελικής του πορείας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το βορειοκορεατικό σύστημα είναι ανώτερο σε κάθε παράμετρο από το ρωσικό.
Ο Iskander-M αποτελεί ώριμο και αποδεδειγμένο σύστημα με υψηλή ακρίβεια, εξελιγμένα αντίμετρα και πλήρη ένταξη στη ρωσική στρατιωτική δομή.
Σημαίνει, όμως, ότι οι KN-23 και KN-24 προσφέρουν συμπληρωματικές δυνατότητες.
Επιτρέπουν στη Ρωσία να διευρύνει τον αριθμό των διαθέσιμων εκτοξευτών και να δημιουργήσει μια μεγαλύτερη δεξαμενή βαλλιστικών πυρομαχικών.

Κορεσμός αντί για τεχνολογικό εντυπωσιασμό
Η πραγματική αξία των βορειοκορεατικών πυραύλων δεν βρίσκεται απαραίτητα σε κάποια θεαματική τεχνολογική υπεροχή.
Βρίσκεται στην ποσότητα.
Ένα σύστημα αεράμυνας δεν κρίνεται μόνο από το αν μπορεί θεωρητικά να αναχαιτίσει έναν εισερχόμενο πύραυλο.
Κρίνεται από το αν έχει αρκετούς εκτοξευτές, ραντάρ και αναχαιτιστές για να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα δεκάδες απειλές.
Η Ρωσία έχει αναπτύξει μια σύνθετη στρατηγική κορεσμού της ουκρανικής αεράμυνας.
Επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους συνδυάζονται με πυραύλους cruise, δολώματα και μεγάλους αριθμούς μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Η Ουκρανία αναγκάζεται να αποφασίζει ποιον στόχο θα προστατεύσει και ποιο όπλο θα αναχαιτίσει. Κάθε Patriot που χρησιμοποιείται εναντίον ενός πυραύλου είναι ένας λιγότερος αναχαιτιστής για την επόμενη επιδρομή.
Ακόμη και ένας λιγότερο ακριβής ή τεχνολογικά απλούστερος πύραυλος μπορεί να έχει σημαντική στρατηγική αξία, όταν αναγκάζει τον αντίπαλο να καταναλώσει ένα εξαιρετικά ακριβό και περιορισμένο αντιαεροπορικό βλήμα.
Σε αυτή την εξίσωση, η συνεργασία με τη Βόρεια Κορέα ενισχύει το βασικό πλεονέκτημα της Ρωσίας: τη δυνατότητα διεξαγωγής ενός πολέμου βιομηχανικής κλίμακας και μακράς διάρκειας.

Οι 30.000 στρατιώτες από τη Βόρεια Κορέα
Ο Volodymyr Zelensky ισχυρίστηκε επίσης ότι η Βόρεια Κορέα θα μπορούσε να αποστείλει έως και 30.000 επιπλέον στρατιωτικούς στη Ρωσία και ότι από τον Ιούνιο πραγματοποιούνται προετοιμασίες στην περιοχή του Voronezh για την υποδοχή τους.
Ένας τέτοιος αριθμός θα αποτελούσε πράγματι εξαιρετικά μεγάλη ξένη ανάπτυξη για τον στρατό της Βόρειας Κορέας.
Δεν είναι η πρώτη φορά που οι ουκρανικές αρχές δημοσιοποιούν εκτιμήσεις για μελλοντικές ρωσικές ή βορειοκορεατικές κινήσεις με στόχο να κινητοποιήσουν τους δυτικούς συμμάχους.
Ακόμη και εάν πραγματοποιηθεί μεταφορά μεγάλου αριθμού προσωπικού, δεν είναι δεδομένο ότι όλοι αυτοί οι στρατιωτικοί θα χρησιμοποιηθούν ως μονάδες πρώτης γραμμής μέσα στην Ουκρανία.
Θα μπορούσαν να αναλάβουν καθήκοντα εκπαίδευσης, τεχνικής υποστήριξης, προστασίας εγκαταστάσεων, συντήρησης πυραυλικών συστημάτων, μηχανικού ή επιμελητείας.
Μια τέτοια ανάπτυξη θα απελευθέρωνε αντίστοιχες ρωσικές δυνάμεις για άλλες αποστολές, χωρίς να σημαίνει απαραίτητα άμεση συμμετοχή δεκάδων χιλιάδων Βορειοκορεατών στις μάχες.

Τα δύο μέτρα και δύο σταθμά της Δύσης
Η δυτική καταδίκη της στρατιωτικής συνεργασίας Ρωσίας–Βόρειας Κορέας αποκαλύπτει μια θεμελιώδη αντίφαση.
Οι ΗΠΑ και οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν παραδώσει στην Ουκρανία πυραύλους, πυροβολικό, τεθωρακισμένα, συστήματα αεράμυνας, δορυφορικές πληροφορίες, τεχνογνωσία, εκπαίδευση και οικονομική βοήθεια αξίας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων.
Δυτικοί πύραυλοι έχουν χρησιμοποιηθεί εναντίον ρωσικών δυνάμεων, ενώ η λειτουργία ορισμένων προηγμένων οπλικών συστημάτων εξαρτάται από δεδομένα στόχευσης και τεχνική υποστήριξη που προέρχονται από χώρες του NATO.
Παρά ταύτα, όταν η Ρωσία αναπτύσσει τη δική της διεθνή αμυντική συνεργασία, η κίνηση παρουσιάζεται ως απαράδεκτη «διεθνοποίηση» του πολέμου.
Με απλά λόγια, η Δύση θεωρεί νόμιμο να εξοπλίζει τον δικό της σύμμαχο, αλλά παράνομο ή ανήθικο να εξοπλίζεται ο αντίπαλός της.
Αυτή η λογική δεν αποτελεί εφαρμογή μιας καθολικής αρχής.
Αποτελεί διεκδίκηση γεωπολιτικού μονοπωλίου.
Οι ΗΠΑ θέλουν να διατηρούν το δικαίωμα να οργανώνουν παγκόσμια δίκτυα στρατιωτικών συμμαχιών, ενώ αρνούνται το ίδιο δικαίωμα στη Ρωσία, στην Κίνα, στη Βόρεια Κορέα ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος αντιστέκεται στην αμερικανική στρατηγική.

Η συμμαχία ως μήνυμα προς τις ΗΠΑ
Η πιθανή εγκατάσταση βορειοκορεατικής πυραυλικής μονάδας στο Voronezh έχει σημασία που ξεπερνά το ουκρανικό μέτωπο.
Αποτελεί μήνυμα ότι οι κυρώσεις και οι απόπειρες απομόνωσης μπορούν να οδηγήσουν στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που επιδιώκει η Ουάσιγκτον.
Αντί να διαχωρίσουν τη Ρωσία από τη Βόρεια Κορέα, οι δυτικές πιέσεις ενίσχυσαν τη συνεργασία τους.
Αντί να εμποδίσουν την ανάπτυξη της βορειοκορεατικής τεχνολογίας, οι κυρώσεις ώθησαν την Πιονγκιάνγκ να αναζητήσει στενότερη σχέση με μια από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές και τεχνολογικές δυνάμεις του κόσμου.
Η Ρωσία αποκτά πρόσβαση σε πυρομαχικά, προσωπικό και βιομηχανικές δυνατότητες.
Η Βόρεια Κορέα αποκτά οικονομικά οφέλη, διπλωματική κάλυψη και πολύτιμη γνώση από τη χρήση των συστημάτων της σε πραγματικές συνθήκες επιχειρήσεων.
Πρόκειται για μια αμοιβαία επωφελή σχέση, όσο και αν αυτό ενοχλεί τις κυβερνήσεις που είχαν συνηθίσει να αντιμετωπίζουν την Πιονγκιάνγκ ως ένα κράτος χωρίς ισχυρούς διεθνείς εταίρους.

Μια νέα πραγματικότητα στο πεδίο
Εφόσον επιβεβαιωθεί η ανάπτυξη των έξι εκτοξευτών και των 120 πυραύλων, η άμεση στρατιωτική επίδραση δεν θα προέλθει από έναν μικρό αριθμό θεαματικών πληγμάτων.
Θα προέλθει από την αύξηση του ρυθμού και της διάρκειας των ρωσικών πυραυλικών επιχειρήσεων.
Η Ρωσία θα μπορεί να χρησιμοποιεί βορειοκορεατικούς πυραύλους εναντίον επιχειρησιακών στόχων, διατηρώντας μεγαλύτερο ποσοστό των Iskander-M και άλλων προηγμένων συστημάτων της για στόχους υψηλότερης αξίας.
Παράλληλα, η παρουσία βορειοκορεατικού προσωπικού θα επιτρέψει την άμεση τεχνική υποστήριξη, την αξιολόγηση της απόδοσης και την προσαρμογή των όπλων με βάση τα δεδομένα της πραγματικής μάχης.
Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη συνέπεια για τη διεθνή στρατιωτική ισορροπία.
Η Βόρεια Κορέα δεν αποκτά απλώς έναν αγοραστή.
Αποκτά ένα πεδίο δοκιμής απέναντι σε ορισμένα από τα πιο προηγμένα δυτικά συστήματα αεράμυνας.

Το στρατηγικό συμπέρασμα
Η γενική κατεύθυνση των εξελίξεων είναι σαφής.
Η Ρωσία και η Βόρεια Κορέα οικοδομούν μια βαθύτερη στρατηγική σχέση, επειδή και οι δύο χώρες αντιμετωπίζουν ένα κοινό σύστημα κυρώσεων, στρατιωτικής πίεσης και πολιτικής απομόνωσης υπό την ηγεσία των ΗΠΑ.
Η συνεργασία αυτή δεν αποτελεί απλώς ένδειξη των αναγκών της Ρωσίας.
Αποτελεί ένδειξη της προσαρμοστικότητάς της.
Η Μόσχα αποδείξει ότι μπορεί να αναδιοργανώνει την αμυντική της παραγωγή, να αναπτύσσει εναλλακτικές εμπορικές οδούς και να δημιουργεί συμμαχίες εκτός του δυτικού συστήματος.
Η ένταξη των KN-23 και KN-24 στο ρωσικό επιχειρησιακό οπλοστάσιο θα αποτελούσε ακόμη ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Για το Κίεβο, η εξέλιξη είναι αναμφίβολα δυσάρεστη.
Όχι επειδή οι βορειοκορεατικοί πύραυλοι είναι ανίκητοι, αλλά επειδή προσθέτουν ποσότητα, βάθος και αντοχή σε μια ρωσική πολεμική μηχανή που ήδη διαθέτει το πλεονέκτημα στην παραγωγή βαλλιστικών όπλων.
Για τη Δύση, το μήνυμα είναι ακόμη πιο σοβαρό.
Η προσπάθεια να στραγγαλιστεί στρατηγικά η Ρωσία δεν οδήγησε στην κατάρρευσή της.
Οδήγησε στη δημιουργία νέων συμμαχιών, νέων βιομηχανικών αλυσίδων και ενός δικτύου κρατών αποφασισμένων να αμφισβητήσουν την αμερικανική κυριαρχία.
Και εάν η πυραυλική ταξιαρχία της Βόρειας Κορέας βρίσκεται πράγματι καθ’ οδόν προς το Voronezh, τότε δεν μεταφέρει μόνο πυραύλους.
Μεταφέρει την απόδειξη ότι ο κόσμος έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει.
www.bankingnews.gr
Σύμφωνα με τον Andrii Cherniak, αξιωματούχο της ουκρανικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών GUR, ο στρατός της Βόρειας Κορέας αναπτύσσει πυραυλική μονάδα στην περιοχή του Voronezh, στη δυτική Ρωσία.
Η συγκεκριμένη δύναμη φέρεται να προορίζεται για την υποστήριξη επιχειρήσεων με βαλλιστικούς πυραύλους κατά ουκρανικών στρατιωτικών στόχων.
Η ουκρανική πλευρά υποστηρίζει ότι η αρχική ανάπτυξη μπορεί να περιλαμβάνει έξι εκτοξευτές, περίπου 90 Βορειοκορεάτες στρατιωτικούς και έως 120 πυραύλους των τύπων KN-23 και KN-24.
Κατά την ίδια πηγή, μια πρώτη παρτίδα 40 πυραύλων έχει ήδη παραδοθεί στη Ρωσία.
Οι πληροφορίες μεταδόθηκαν από διεθνή μέσα με σαφή επισήμανση ότι προέρχονται από την ουκρανική υπηρεσία πληροφοριών.
Πολιτική πίεση
Η ανακοίνωση για τη βορειοκορεατική πυραυλική ταξιαρχία συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση του Ουκρανού προέδρου Volodymyr Zelensky εντείνει τις εκκλήσεις της για περισσότερα συστήματα Patriot, πρόσθετους πυραύλους αναχαίτισης και άδεια εγχώριας ή κοινής παραγωγής αμερικανικών αντιαεροπορικών πυραύλων.
Ο ίδιος ο Volodymyr Zelensky έχει δηλώσει ότι η Ουκρανία επιδιώκει άδειες παραγωγής συστημάτων και αναχαιτιστών Patriot, υποστηρίζοντας ότι η εγχώρια παραγωγή θα μπορούσε να καλύψει τόσο τις ουκρανικές ανάγκες όσο και ανάγκες άλλων δυτικών χωρών.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι αναφορές περί 120 βορειοκορεατικών βαλλιστικών πυραύλων λειτουργούν ως ισχυρό πολιτικό μήνυμα προς την Ουάσιγκτον και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες:
Η Ουκρανία επιχειρεί να παρουσιάσει την απειλή ως επείγουσα, διευρυνόμενη και διεθνοποιημένη, ώστε κάθε καθυστέρηση δυτικής βοήθειας να εμφανίζεται ως άμεσος κίνδυνος για την επιβίωσή της.
Το Κίεβο γνωρίζει ότι η αναφορά στη Βόρεια Κορέα έχει ιδιαίτερη απήχηση στη Δύση.
Μετατρέπει τη σύγκρουση από έναν πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας σε αφήγημα αντιπαράθεσης μεταξύ μιας υποτιθέμενης «δημοκρατικής συμμαχίας» και ενός νέου ευρασιατικού στρατηγικού άξονα.
Η εικόνα αυτή βοηθά την ουκρανική κυβέρνηση να δικαιολογήσει την απαίτηση για ακόμη μεγαλύτερη χρηματοδότηση, περισσότερους αναχαιτιστές και βαθύτερη εμπλοκή του NATO.

Η πραγματικότητα που η Δύση δυσκολεύεται να παραδεχθεί
Πίσω από την επικοινωνιακή διάσταση υπάρχει μια στρατιωτική πραγματικότητα που είναι εξαιρετικά δύσκολο να αγνοηθεί: η ουκρανική αεράμυνα αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα στην αναχαίτιση βαλλιστικών πυραύλων.
Τα συστήματα Patriot θεωρούνται το σημαντικότερο δυτικό μέσο που διαθέτει η Ουκρανία απέναντι σε όπλα όπως οι Iskander-M, Kinzhal και άλλοι βαλλιστικοί ή υπερηχητικοί πύραυλοι.
Ωστόσο, το περιορισμένο απόθεμα αναχαιτιστών, η μεγάλη τιμή κάθε βλήματος και η δυνατότητα της Ρωσίας να πραγματοποιεί μαζικές και συνδυασμένες επιθέσεις περιορίζουν δραστικά την αποτελεσματικότητά τους.
Στις 5 προς 6 Ιουλίου 2026, η ουκρανική αεράμυνα δεν κατέρριψε κανέναν από τους 29 βαλλιστικούς πυραύλους που εκτοξεύθηκαν σε μία μεγάλη ρωσική επιχείρηση, με Ουκρανούς αξιωματούχους να αποδίδουν την αποτυχία κυρίως στην έλλειψη πυραύλων Patriot.
Σε άλλη πρόσφατη επίθεση αναχαιτίστηκε μόνο ένας από 27 βαλλιστικούς πυραύλους.
Επομένως, το βασικό πρόβλημα του Κιέβου δεν δημιουργείται από τη Βόρεια Κορέα. Προϋπήρχε.
Η πιθανή εισαγωγή περισσότερων KN-23 και KN-24 απλώς θα επιδεινώσει μια ήδη δυσμενή κατάσταση.
Η Ρωσία δεν χρειάζεται κάποιο «θαυματουργό» βορειοκορεατικό όπλο για να αποκαλύψει τα όρια της ουκρανικής αεράμυνας.
Τα όρια αυτά έχουν ήδη φανεί απέναντι στους ρωσικούς Iskander-M και Kinzhal.
Αυτό είναι ένα σημείο που συχνά εξαφανίζεται από τη δυτική ενημέρωση.
Το πρόβλημα παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα μιας νέας εξωτερικής βοήθειας προς τη Ρωσία, ενώ στην πραγματικότητα συνδέεται και με τις εγγενείς αδυναμίες της δυτικής αμυντικής βιομηχανίας.
Η παραγωγή πυραύλων αναχαίτισης δεν μπορεί εύκολα να ακολουθήσει τον ρυθμό μιας εκτεταμένης σύγκρουσης υψηλής έντασης.
Η Ουκρανία μπορεί να δέχεται δεκάδες βαλλιστικούς πυραύλους μέσα σε μία νύχτα, αλλά οι χώρες του NATO δεν μπορούν να αναπληρώνουν με την ίδια ταχύτητα τα ακριβά πυρομαχικά των Patriot.

Η συνεργασία Μόσχας – Πιονγκιάνγκ δεν δημιουργήθηκε σε κενό
Η δυτική αφήγηση παρουσιάζει συχνά τη στρατιωτική συνεργασία μεταξύ Ρωσίας και Βόρειας Κορέας ως απόδειξη ότι η Μόσχα είναι «απομονωμένη» και αναγκάζεται να αναζητά βοήθεια.
Η πραγματικότητα είναι σχεδόν αντίστροφη.
Μια πραγματικά απομονωμένη χώρα δεν θα μπορούσε να οικοδομεί στρατηγικές σχέσεις, να διατηρεί εμπορικούς και στρατιωτικούς διαύλους, να εξασφαλίζει πυρομαχικά και να δημιουργεί νέους μηχανισμούς αμοιβαίας άμυνας.
Η συνεργασία με την Πιονγκιάνγκ αποτελεί μέρος της ευρύτερης στροφής της Ρωσίας προς την Ασία και προς έναν πολυπολικό κόσμο στον οποίο οι ΗΠΑ δεν μπορούν πλέον να αποφασίζουν μονομερώς ποιες χώρες έχουν δικαίωμα να συνεργάζονται και ποιες πρέπει να αποκλείονται από τη διεθνή οικονομία.
Τον Ιούνιο του 2024, η Ρωσία και η Βόρεια Κορέα υπέγραψαν Συνθήκη Συνολικής Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης, η οποία στη συνέχεια επικυρώθηκε από τη ρωσική πλευρά. Η συμφωνία θεσμοποίησε τη βαθύτερη πολιτική και αμυντική συνεργασία μεταξύ των δύο κρατών.
Η προσέγγιση δεν προέκυψε επειδή η Ρωσία ξαφνικά αποφάσισε να απομακρυνθεί από τη Δύση.
Προέκυψε έπειτα από χρόνια κυρώσεων, διεύρυνσης του NATO, οικονομικών αποκλεισμών και δυτικών προσπαθειών να περιοριστεί η ρωσική πρόσβαση σε τεχνολογία, κεφάλαια και αγορές.
Η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοί της επιχείρησαν να μετατρέψουν τη Ρωσία σε διεθνή παρία.
Το αποτέλεσμα ήταν να επιταχύνουν τη στρατηγική ενοποίηση κρατών που έχουν κοινό συμφέρον να περιορίσουν την αμερικανική ηγεμονία.
Η συνεργασία Μόσχας - Πιονγκιάνγκ είναι επομένως περισσότερο συνέπεια της δυτικής πολιτικής παρά ανεξήγητη επιθετική πρωτοβουλία.

Γιατί η Ρωσία χρειάζεται τους KN-23 και KN-24
Η Ρωσία έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στην αύξηση της εγχώριας παραγωγής βαλλιστικών πυραύλων, πυραύλων cruise, κατευθυνόμενων βομβών και μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Η αύξηση της παραγωγής, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι ανάγκες μιας μακρόχρονης σύγκρουσης μπορούν να καλυφθούν αποκλειστικά από εσωτερικά αποθέματα.
Σε έναν πόλεμο φθοράς, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποια πλευρά διαθέτει το πιο προηγμένο όπλο.
Είναι ποια πλευρά μπορεί να παράγει, να προμηθεύεται και να χρησιμοποιεί επαρκείς ποσότητες πυρομαχικών για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Οι πιθανές προμήθειες από τη Βόρεια Κορέα επιτρέπουν στη Ρωσία να διατηρεί υψηλό ρυθμό πυραυλικών επιχειρήσεων χωρίς να εξαντλεί τα αποθέματα των ακριβότερων εγχώριων συστημάτων της.
Ο KN-24 μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως οικονομικότερο όπλο μικρού βεληνεκούς εναντίον στρατιωτικών εγκαταστάσεων, αποθηκών, κέντρων διοίκησης, συγκεντρώσεων δυνάμεων και υλικοτεχνικών υποδομών κοντά στη γραμμή του μετώπου.
Ο μεγαλύτερος KN-23 και οι παραλλαγές του μπορούν να προσφέρουν σημαντικότερη εμβέλεια, βαρύτερη πολεμική κεφαλή και τροχιά που περιπλέκει την αναχαίτιση.
Αμερικανική έκθεση του Congressional Research Service επισημαίνει ότι τα νεότερα βορειοκορεατικά συστήματα στερεού καυσίμου έχουν σχεδιαστεί για πτήσεις σε χαμηλότερα ύψη και για ελιγμούς κατά τη διάρκεια της πτήσης.
Για τον KN-24 σημειώνει ότι διαθέτει καθοδήγηση και δυνατότητα ελιγμών που μπορούν να υποστηρίξουν πλήγματα ακριβείας.
Ανεξάρτητες τεχνικές αναλύσεις εκτιμούν ότι ο KN-23 είναι εξωτερικά παρόμοιος με τον Iskander, αλλά σε ορισμένες εκδόσεις είναι μεγαλύτερος και βαρύτερος, με σημαντική δυνατότητα πραγματοποίησης ελιγμών που δυσκολεύουν την πρόβλεψη της τελικής του πορείας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το βορειοκορεατικό σύστημα είναι ανώτερο σε κάθε παράμετρο από το ρωσικό.
Ο Iskander-M αποτελεί ώριμο και αποδεδειγμένο σύστημα με υψηλή ακρίβεια, εξελιγμένα αντίμετρα και πλήρη ένταξη στη ρωσική στρατιωτική δομή.
Σημαίνει, όμως, ότι οι KN-23 και KN-24 προσφέρουν συμπληρωματικές δυνατότητες.
Επιτρέπουν στη Ρωσία να διευρύνει τον αριθμό των διαθέσιμων εκτοξευτών και να δημιουργήσει μια μεγαλύτερη δεξαμενή βαλλιστικών πυρομαχικών.

Κορεσμός αντί για τεχνολογικό εντυπωσιασμό
Η πραγματική αξία των βορειοκορεατικών πυραύλων δεν βρίσκεται απαραίτητα σε κάποια θεαματική τεχνολογική υπεροχή.
Βρίσκεται στην ποσότητα.
Ένα σύστημα αεράμυνας δεν κρίνεται μόνο από το αν μπορεί θεωρητικά να αναχαιτίσει έναν εισερχόμενο πύραυλο.
Κρίνεται από το αν έχει αρκετούς εκτοξευτές, ραντάρ και αναχαιτιστές για να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα δεκάδες απειλές.
Η Ρωσία έχει αναπτύξει μια σύνθετη στρατηγική κορεσμού της ουκρανικής αεράμυνας.
Επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους συνδυάζονται με πυραύλους cruise, δολώματα και μεγάλους αριθμούς μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Η Ουκρανία αναγκάζεται να αποφασίζει ποιον στόχο θα προστατεύσει και ποιο όπλο θα αναχαιτίσει. Κάθε Patriot που χρησιμοποιείται εναντίον ενός πυραύλου είναι ένας λιγότερος αναχαιτιστής για την επόμενη επιδρομή.
Ακόμη και ένας λιγότερο ακριβής ή τεχνολογικά απλούστερος πύραυλος μπορεί να έχει σημαντική στρατηγική αξία, όταν αναγκάζει τον αντίπαλο να καταναλώσει ένα εξαιρετικά ακριβό και περιορισμένο αντιαεροπορικό βλήμα.
Σε αυτή την εξίσωση, η συνεργασία με τη Βόρεια Κορέα ενισχύει το βασικό πλεονέκτημα της Ρωσίας: τη δυνατότητα διεξαγωγής ενός πολέμου βιομηχανικής κλίμακας και μακράς διάρκειας.

Οι 30.000 στρατιώτες από τη Βόρεια Κορέα
Ο Volodymyr Zelensky ισχυρίστηκε επίσης ότι η Βόρεια Κορέα θα μπορούσε να αποστείλει έως και 30.000 επιπλέον στρατιωτικούς στη Ρωσία και ότι από τον Ιούνιο πραγματοποιούνται προετοιμασίες στην περιοχή του Voronezh για την υποδοχή τους.
Ένας τέτοιος αριθμός θα αποτελούσε πράγματι εξαιρετικά μεγάλη ξένη ανάπτυξη για τον στρατό της Βόρειας Κορέας.
Δεν είναι η πρώτη φορά που οι ουκρανικές αρχές δημοσιοποιούν εκτιμήσεις για μελλοντικές ρωσικές ή βορειοκορεατικές κινήσεις με στόχο να κινητοποιήσουν τους δυτικούς συμμάχους.
Ακόμη και εάν πραγματοποιηθεί μεταφορά μεγάλου αριθμού προσωπικού, δεν είναι δεδομένο ότι όλοι αυτοί οι στρατιωτικοί θα χρησιμοποιηθούν ως μονάδες πρώτης γραμμής μέσα στην Ουκρανία.
Θα μπορούσαν να αναλάβουν καθήκοντα εκπαίδευσης, τεχνικής υποστήριξης, προστασίας εγκαταστάσεων, συντήρησης πυραυλικών συστημάτων, μηχανικού ή επιμελητείας.
Μια τέτοια ανάπτυξη θα απελευθέρωνε αντίστοιχες ρωσικές δυνάμεις για άλλες αποστολές, χωρίς να σημαίνει απαραίτητα άμεση συμμετοχή δεκάδων χιλιάδων Βορειοκορεατών στις μάχες.

Τα δύο μέτρα και δύο σταθμά της Δύσης
Η δυτική καταδίκη της στρατιωτικής συνεργασίας Ρωσίας–Βόρειας Κορέας αποκαλύπτει μια θεμελιώδη αντίφαση.
Οι ΗΠΑ και οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν παραδώσει στην Ουκρανία πυραύλους, πυροβολικό, τεθωρακισμένα, συστήματα αεράμυνας, δορυφορικές πληροφορίες, τεχνογνωσία, εκπαίδευση και οικονομική βοήθεια αξίας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων.
Δυτικοί πύραυλοι έχουν χρησιμοποιηθεί εναντίον ρωσικών δυνάμεων, ενώ η λειτουργία ορισμένων προηγμένων οπλικών συστημάτων εξαρτάται από δεδομένα στόχευσης και τεχνική υποστήριξη που προέρχονται από χώρες του NATO.
Παρά ταύτα, όταν η Ρωσία αναπτύσσει τη δική της διεθνή αμυντική συνεργασία, η κίνηση παρουσιάζεται ως απαράδεκτη «διεθνοποίηση» του πολέμου.
Με απλά λόγια, η Δύση θεωρεί νόμιμο να εξοπλίζει τον δικό της σύμμαχο, αλλά παράνομο ή ανήθικο να εξοπλίζεται ο αντίπαλός της.
Αυτή η λογική δεν αποτελεί εφαρμογή μιας καθολικής αρχής.
Αποτελεί διεκδίκηση γεωπολιτικού μονοπωλίου.
Οι ΗΠΑ θέλουν να διατηρούν το δικαίωμα να οργανώνουν παγκόσμια δίκτυα στρατιωτικών συμμαχιών, ενώ αρνούνται το ίδιο δικαίωμα στη Ρωσία, στην Κίνα, στη Βόρεια Κορέα ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος αντιστέκεται στην αμερικανική στρατηγική.

Η συμμαχία ως μήνυμα προς τις ΗΠΑ
Η πιθανή εγκατάσταση βορειοκορεατικής πυραυλικής μονάδας στο Voronezh έχει σημασία που ξεπερνά το ουκρανικό μέτωπο.
Αποτελεί μήνυμα ότι οι κυρώσεις και οι απόπειρες απομόνωσης μπορούν να οδηγήσουν στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που επιδιώκει η Ουάσιγκτον.
Αντί να διαχωρίσουν τη Ρωσία από τη Βόρεια Κορέα, οι δυτικές πιέσεις ενίσχυσαν τη συνεργασία τους.
Αντί να εμποδίσουν την ανάπτυξη της βορειοκορεατικής τεχνολογίας, οι κυρώσεις ώθησαν την Πιονγκιάνγκ να αναζητήσει στενότερη σχέση με μια από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές και τεχνολογικές δυνάμεις του κόσμου.
Η Ρωσία αποκτά πρόσβαση σε πυρομαχικά, προσωπικό και βιομηχανικές δυνατότητες.
Η Βόρεια Κορέα αποκτά οικονομικά οφέλη, διπλωματική κάλυψη και πολύτιμη γνώση από τη χρήση των συστημάτων της σε πραγματικές συνθήκες επιχειρήσεων.
Πρόκειται για μια αμοιβαία επωφελή σχέση, όσο και αν αυτό ενοχλεί τις κυβερνήσεις που είχαν συνηθίσει να αντιμετωπίζουν την Πιονγκιάνγκ ως ένα κράτος χωρίς ισχυρούς διεθνείς εταίρους.

Μια νέα πραγματικότητα στο πεδίο
Εφόσον επιβεβαιωθεί η ανάπτυξη των έξι εκτοξευτών και των 120 πυραύλων, η άμεση στρατιωτική επίδραση δεν θα προέλθει από έναν μικρό αριθμό θεαματικών πληγμάτων.
Θα προέλθει από την αύξηση του ρυθμού και της διάρκειας των ρωσικών πυραυλικών επιχειρήσεων.
Η Ρωσία θα μπορεί να χρησιμοποιεί βορειοκορεατικούς πυραύλους εναντίον επιχειρησιακών στόχων, διατηρώντας μεγαλύτερο ποσοστό των Iskander-M και άλλων προηγμένων συστημάτων της για στόχους υψηλότερης αξίας.
Παράλληλα, η παρουσία βορειοκορεατικού προσωπικού θα επιτρέψει την άμεση τεχνική υποστήριξη, την αξιολόγηση της απόδοσης και την προσαρμογή των όπλων με βάση τα δεδομένα της πραγματικής μάχης.
Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη συνέπεια για τη διεθνή στρατιωτική ισορροπία.
Η Βόρεια Κορέα δεν αποκτά απλώς έναν αγοραστή.
Αποκτά ένα πεδίο δοκιμής απέναντι σε ορισμένα από τα πιο προηγμένα δυτικά συστήματα αεράμυνας.

Το στρατηγικό συμπέρασμα
Η γενική κατεύθυνση των εξελίξεων είναι σαφής.
Η Ρωσία και η Βόρεια Κορέα οικοδομούν μια βαθύτερη στρατηγική σχέση, επειδή και οι δύο χώρες αντιμετωπίζουν ένα κοινό σύστημα κυρώσεων, στρατιωτικής πίεσης και πολιτικής απομόνωσης υπό την ηγεσία των ΗΠΑ.
Η συνεργασία αυτή δεν αποτελεί απλώς ένδειξη των αναγκών της Ρωσίας.
Αποτελεί ένδειξη της προσαρμοστικότητάς της.
Η Μόσχα αποδείξει ότι μπορεί να αναδιοργανώνει την αμυντική της παραγωγή, να αναπτύσσει εναλλακτικές εμπορικές οδούς και να δημιουργεί συμμαχίες εκτός του δυτικού συστήματος.
Η ένταξη των KN-23 και KN-24 στο ρωσικό επιχειρησιακό οπλοστάσιο θα αποτελούσε ακόμη ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Για το Κίεβο, η εξέλιξη είναι αναμφίβολα δυσάρεστη.
Όχι επειδή οι βορειοκορεατικοί πύραυλοι είναι ανίκητοι, αλλά επειδή προσθέτουν ποσότητα, βάθος και αντοχή σε μια ρωσική πολεμική μηχανή που ήδη διαθέτει το πλεονέκτημα στην παραγωγή βαλλιστικών όπλων.
Για τη Δύση, το μήνυμα είναι ακόμη πιο σοβαρό.
Η προσπάθεια να στραγγαλιστεί στρατηγικά η Ρωσία δεν οδήγησε στην κατάρρευσή της.
Οδήγησε στη δημιουργία νέων συμμαχιών, νέων βιομηχανικών αλυσίδων και ενός δικτύου κρατών αποφασισμένων να αμφισβητήσουν την αμερικανική κυριαρχία.
Και εάν η πυραυλική ταξιαρχία της Βόρειας Κορέας βρίσκεται πράγματι καθ’ οδόν προς το Voronezh, τότε δεν μεταφέρει μόνο πυραύλους.
Μεταφέρει την απόδειξη ότι ο κόσμος έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών