Τελευταία Νέα
Διεθνή

Κόλαση - Εντολή Xi Jinping για κατάληψη της Ταϊβάν από την Κίνα το 2027 - Το πιο επικίνδυνο καλοκαίρι

Κόλαση -  Εντολή Xi Jinping για κατάληψη της Ταϊβάν από την Κίνα το 2027 - Το πιο επικίνδυνο καλοκαίρι
Η εποχική μείωση των κινεζικών στρατιωτικών δραστηριοτήτων έκρυψε μια χρονιά κατά την οποία το Πεκίνο άνοιξε νέα μέτωπα απέναντι στο Τόκιο, την Ουάσιγκτον και ακόμη και στις ίδιες τις αλυσίδες εφοδιασμού της Ταϊβάν.
Σχετικά Άρθρα
Για λίγες εβδομάδες στις αρχές του 2026, τα Στενά της Ταϊβάν έμοιαζαν σχεδόν ήρεμα. Το υπουργείο Άμυνας της Ταϊβάν κατέγραψε μηδενικές εισόδους αεροσκαφών του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (PLA) στη Ζώνη Αναγνώρισης Αεράμυνας (ADIZ) του νησιού σε 13 από τις 28 ημέρες του Φεβρουαρίου, καταγράφοντας αισθητή μείωση σε σχέση με τις σχεδόν καθημερινές αποστολές που είχαν γίνει κανόνας από το 2024.
Ορισμένοι αναλυτές θεώρησαν ότι το Πεκίνο είχε αποκλιμακώσει την πίεση.
Ωστόσο, σημειώνει το Modern Diplomacy, τα στοιχεία οδηγούν σε διαφορετικό συμπέρασμα. Πρόκειται για τη συνηθισμένη χειμερινή επιβράδυνση, καθώς οι κινεζικές στρατιωτικές δραστηριότητες μειώνονται παραδοσιακά κάθε χρόνο γύρω από το Σεληνιακό Νέο Έτος και τις ετήσιες συνεδριάσεις του Εθνικού Λαϊκού Κογκρέσου τον Μάρτιο, πριν επανέλθουν αμέσως μετά.
Μέχρι την άνοιξη οι επιχειρήσεις είχαν επανέλθει στους προηγούμενους ρυθμούς, ενώ το καλοκαίρι η κρίση είχε ήδη μεταφερθεί σε νέα πεδία: στο υπουργείο Εμπορίου της Ιαπωνίας, στους περιορισμούς της Ταϊβάν στις εξαγωγές μικροτσίπ και στα διεθνή ύδατα ανατολικά της Ταϊβάν, όπου ο PLA έχει αρχίσει να διεκδικεί έναν ρόλο «θαλάσσιας αστυνόμευσης» που μέχρι πρότινος δεν διατηρούσε.
Η μετατόπιση αυτή έχει μεγαλύτερη σημασία από οποιονδήποτε αριθμό αεροπορικών παραβιάσεων. Υποδηλώνει ότι το Πεκίνο δεν αντιμετωπίζει πλέον την Ταϊβάν ως ένα απομονωμένο στρατιωτικό πρόβλημα που επιλύεται με μαχητικά αεροσκάφη και πολεμικά πλοία, αλλά ως έναν κόμβο μιας ευρύτερης στρατηγικής που περιλαμβάνει τη διαχείριση συμμαχιών, τον τεχνολογικό ανταγωνισμό και την οικονομική πίεση. Το 2026 φαίνεται να είναι η χρονιά κατά την οποία αυτή η ευρύτερη στρατηγική έγινε πλέον εμφανής.

Οι αριθμοί στους οποίους ποντάρει το Πεκίνο

Η στρατιωτική ισορροπία στα Στενά της Ταϊβάν δεν έχει μεταβληθεί υπέρ της Ταϊβάν και η διαφορά παραμένει συντριπτική.
Ο PLA διαθέτει περισσότερους από δύο εκατομμύρια εν ενεργεία στρατιωτικούς, έναντι περίπου 170.000 των ενόπλων δυνάμεων της Ταϊβάν. Ο κινεζικός αμυντικός προϋπολογισμός για το 2025 υπολογίζεται στα 247 δισ. δολάρια, ενώ ο προϋπολογισμός της Ταϊβάν για το 2026, ακόμη και μετά την αύξηση κατά 16% που προκάλεσε έντονες εσωτερικές αντιδράσεις, ανέρχεται σε περίπου 31 δισ. δολάρια, συμπληρωμένος από ειδικό εξοπλιστικό πρόγραμμα ύψους 25 δισ. δολαρίων για την περίοδο 2026-2033.
Καμία ρεαλιστική αύξηση των αμυντικών δαπανών της Ταϊβάν δεν μπορεί να καλύψει αυτό το χάσμα.
Η στρατηγική της Ταϊπέι δεν βασίζεται στην ισορροπία δυνάμεων, αλλά στην αποτροπή μέσω του κόστους: να καταστήσει μια κινεζική αποβατική επιχείρηση τόσο δαπανηρή και χρονοβόρα ώστε να καταστεί δυνατή η παρέμβαση τρίτων χωρών, ποντάροντας ταυτόχρονα στους περιορισμούς που αντιμετωπίζει ο ίδιος ο κινεζικός στρατός, ο οποίος εξακολουθεί να επηρεάζεται από τις πολυετείς εκκαθαρίσεις ανώτατων αξιωματικών, μεταξύ των οποίων και δύο μέλη της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής που απομακρύνθηκαν ακόμη και τον Ιανουάριο του 2026.
Πρόκειται για μια στρατηγική που στηρίζεται περισσότερο στην εκτίμηση ότι το Πεκίνο θα διστάσει παρά στη βεβαιότητα ότι η Ταϊβάν μπορεί να αντέξει μόνη της.

Το μέτωπο του Τόκιο

Η σημαντικότερη εξέλιξη γύρω από την Ταϊβάν κατά τον τελευταίο χρόνο δεν σημειώθηκε στα Στενά, αλλά στην Ιαπωνία.
Τον Νοέμβριο του 2025, η νέα πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Sanae Takaichi, δήλωσε ενώπιον της ιαπωνικής Βουλής ότι ένας κινεζικός ναυτικός αποκλεισμός της Ταϊβάν, συνοδευόμενος από χρήση στρατιωτικής ισχύος, θα μπορούσε να θεωρηθεί «κατάσταση που απειλεί την επιβίωση» της Ιαπωνίας βάσει της νομοθεσίας ασφαλείας του 2015, ενεργοποιώντας έτσι τη δυνατότητα συλλογικής αυτοάμυνας.
Αν και η δήλωση αποτελούσε ουσιαστικά επανάληψη της ισχύουσας νομοθεσίας, ήταν η πρώτη φορά που εν ενεργεία Ιάπωνας πρωθυπουργός συνέδεσε τόσο ξεκάθαρα τη συγκεκριμένη διάταξη με ένα σενάριο που αφορά την Ταϊβάν, τερματίζοντας δεκαετίες σκόπιμης στρατηγικής ασάφειας.
Η αντίδραση του Πεκίνου υπήρξε άμεση αλλά ελεγχόμενη: ταξιδιωτικές προειδοποιήσεις, διακοπή εισαγωγών θαλασσινών από την Ιαπωνία, περιορισμοί στις πολιτιστικές ανταλλαγές και, το 2026, έλεγχοι στις εξαγωγές προϊόντων διπλής χρήσης και σπάνιων γαιών προς την Ιαπωνία, καθώς και κυρώσεις σε δεκάδες ιαπωνικές εταιρείες και οργανισμούς.
Το Τόκιο, ωστόσο, δεν υποχώρησε. Αντίθετα, χαλάρωσε τους περιορισμούς στις εξαγωγές αμυντικού εξοπλισμού, συμφώνησε στην πώληση φρεγατών κλάσης Mogami στην Αυστραλία, συζήτησε αντίστοιχη συμφωνία με τη Νέα Ζηλανδία και ενίσχυσε τη στρατιωτική συνεργασία με την Ινδία, τις Φιλιππίνες και τη Νότια Κορέα.
Η ουσιαστική συνέπεια ήταν ότι η Ιαπωνία βρέθηκε αρκετά βήματα πιο κοντά σε έναν σαφή ρόλο σε ενδεχόμενη κρίση γύρω από την Ταϊβάν, ενώ ταυτόχρονα έδειξε στις υπόλοιπες χώρες της περιοχής –ιδιαίτερα στις Φιλιππίνες– ποιο μπορεί να είναι το οικονομικό κόστος της στενότερης συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο «πόλεμος» των μικροτσίπ

Ένα δεύτερο μέτωπο έχει ανοίξει στο εσωτερικό της ίδιας της τεχνολογικής βιομηχανίας της Ταϊβάν.
Στα τέλη Ιουνίου 2026, οι ταϊβανέζικες εισαγγελικές αρχές πραγματοποίησαν εφόδους στα τοπικά γραφεία της Super Micro, στον διανομέα Albatron και στην εταιρεία διαχείρισης κέντρων δεδομένων Chief Telecom, διερευνώντας υπόθεση λαθραίας μεταφοράς μικροτσίπ της Nvidia αξίας περίπου 22 εκατ. δολαρίων προς την Κίνα.
Σύμφωνα με τις αρχές, κατασχέθηκαν 50 συστήματα διακομιστών που περιείχαν προηγμένα τσιπ GB300, καθώς και εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια σε μετρητά.
Λίγες ημέρες αργότερα, η Σιγκαπούρη άσκησε διώξεις σε τέσσερα άτομα για απάτη και ξέπλυμα χρήματος σε συνδεόμενη υπόθεση.
Οι υποθέσεις αυτές αποκαλύπτουν ότι οι μηχανισμοί που δημιούργησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ταϊβάν για να εμποδίσουν τη μεταφορά προηγμένων ημιαγωγών στην Κίνα δοκιμάζονται συστηματικά και σε αρκετές περιπτώσεις παρακάμπτονται.
Με άλλα λόγια, μια κρίση γύρω από τη βιομηχανία μικροτσίπ της Ταϊβάν δεν απαιτεί πλέον στρατιωτική σύγκρουση για να επηρεάσει την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα της τεχνολογίας.

Η στρατηγική ασάφεια εξασθενεί

Στο υπόβαθρο όλων αυτών βρίσκεται μια βαθύτερη μεταβολή: η αυξανόμενη αμφιβολία στην περιοχή σχετικά με το κατά πόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παρενέβαιναν στρατιωτικά σε περίπτωση σύγκρουσης για την Ταϊβάν.
Η αβεβαιότητα αυτή προϋπήρχε της σημερινής αμερικανικής κυβέρνησης, αλλά ενισχύθηκε επί προεδρίας Donald Trump, ο οποίος δεν έχει διατυπώσει σαφή θέση για την υπεράσπιση της Ταϊβάν. Παράλληλα, η σύνοδος κορυφής του Ιουνίου 2026 με τον Xi Jinping φέρεται να ολοκληρώθηκε χωρίς συμφωνία για το ζήτημα της Ταϊβάν, όπως και για το Ιράν.
Η στρατηγική ασάφεια των Ηνωμένων Πολιτειών σχεδιάστηκε ώστε να αποτρέπει ταυτόχρονα τόσο μια κινεζική εισβολή όσο και μια μονομερή ανακήρυξη ανεξαρτησίας από την Ταϊβάν, χωρίς εκ των προτέρων δέσμευση της Ουάσιγκτον.
Ωστόσο, με έναν πολύ ισχυρότερο κινεζικό στρατό, η ίδια αυτή ασάφεια ενδέχεται πλέον να λειτουργεί περισσότερο ως παράγοντας ενθάρρυνσης του Πεκίνου παρά ως μηχανισμός αποτροπής του.

Το παράθυρο του 2027

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Xi Jinping έχει ζητήσει από τον PLA να είναι σε θέση να καταλάβει την Ταϊβάν διά της βίας έως το 2027.
Ορισμένοι αναλυτές αντιμετωπίζουν τη χρονολογία αυτή ως σαφή προθεσμία, ενώ άλλοι τη θεωρούν απλώς οδηγία στρατιωτικής ετοιμότητας και όχι εντολή εισβολής.
Οι πιο επιφυλακτικοί επισημαίνουν ότι μια αποβατική επιχείρηση εναντίον ενός ορεινού και καλά οχυρωμένου νησιού παραμένει εξαιρετικά δύσκολη, ότι ο PLA εξακολουθεί να αναδιοργανώνεται μετά τις εκκαθαρίσεις της ηγεσίας του και ότι το 2027 συμπίπτει με το 21ο Συνέδριο του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος, περίοδο κατά την οποία η πολιτική σταθερότητα αποτελεί συνήθως κορυφαία προτεραιότητα.
Ωστόσο, η πιο απαισιόδοξη εκτίμηση έχει ενισχυθεί τον τελευταίο χρόνο, καθώς δεν αφορά πλέον μόνο τις στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά και την πεποίθηση που φαίνεται να διαμορφώνεται στο εσωτερικό της κινεζικής ηγεσίας ότι η επανένωση με την Ταϊβάν είναι τόσο αναπόφευκτη όσο και εφικτή μέσα σε ένα ρεαλιστικό χρονικό πλαίσιο.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ένας λανθασμένος υπολογισμός

Τίποτε από τα παραπάνω δεν σημαίνει ότι μια κινεζική εισβολή είναι άμεση ή αναπόφευκτη.
Ωστόσο, το τελευταίο έτος δείχνει ότι το ζήτημα της Ταϊβάν έχει πάψει να περιορίζεται γεωγραφικά στα Στενά.
Πλέον εκτείνεται από το υπουργείο Εμπορίου της Ιαπωνίας και τις επιχειρήσεις κατά του λαθρεμπορίου μικροτσίπ στην Ταϊβάν, μέχρι τις αμερικανικές στρατιωτικές συμφωνίες με τις Φιλιππίνες και μια Ουάσιγκτον που εξακολουθεί να αποφεύγει να ξεκαθαρίσει δημόσια πώς θα αντιδράσει σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση.
Κάθε ένα από αυτά τα μέτωπα μπορεί να αντιμετωπιστεί ξεχωριστά χωρίς να οδηγήσει σε πόλεμο.
Ο πραγματικός κίνδυνος, όμως, είναι ότι δεν αντιμετωπίζονται ως ένα ενιαίο και αλληλένδετο σύστημα, με αποτέλεσμα ένας λανθασμένος υπολογισμός –από μια ομιλία στο ιαπωνικό Κοινοβούλιο έως ένα ναυτικό επεισόδιο ανατολικά της Ταϊβάν– να επιταχύνει δραματικά τις εξελίξεις.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης