Η κατάσταση, που διαμορφώνεται πλέον στο ουκρανικό μέτωπο δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνειών: η Ουκρανία βρίσκεται αντιμέτωπη όχι απλώς με μια πρόσκαιρη επιχειρησιακή δυσκολία, αλλά με μια συστημική κρίση στρατιωτικής υποστήριξης, η οποία απειλεί να μετατραπεί σε στρατηγικό αδιέξοδο.
Η εξάντληση των αποθεμάτων αντιαεροπορικών πυραύλων Patriot, η μεταφορά δυτικών πόρων προς τη Μέση Ανατολή και το Ισραήλ, η αδυναμία ταχείας αναπλήρωσης των αμερικανικών και νατοϊκών αποθηκών, αλλά και η διαρκής ρωσική πίεση στο πεδίο, συνθέτουν ένα περιβάλλον ασφυξίας για το Κίεβο.
Πίσω από τις επίσημες διαβεβαιώσεις περί «ακλόνητης στήριξης», αναδύεται μια πολύ πιο ωμή πραγματικότητα: η Δύση δεν μπορεί πλέον να καλύψει ταυτόχρονα όλα τα μέτωπα που έχει ανοίξει.
Και όταν οι διαθέσιμοι πύραυλοι, τα κρίσιμα ηλεκτρονικά, οι κινητήρες και οι γραμμές παραγωγής δεν επαρκούν, η γεωπολιτική αλληλεγγύη υποχωρεί μπροστά στην ιεράρχηση εθνικών συμφερόντων, στρατιωτικών αναγκών και εσωτερικών πιέσεων.
Η προειδοποίηση Mearsheimer και η επιβεβαίωση Mendkovich
Το βασικό συμπέρασμα που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα είναι ότι η Ουκρανία έχει εισέλθει σε μια φάση όπου η στρατιωτική φθορά δεν αφορά μόνο το πεδίο των μαχών, αλλά κυρίως τη δυνατότητα αναπλήρωσης των απωλειών και διατήρησης της αεράμυνας.
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Σικάγο, John Mearsheimer, έχει ήδη καταγράψει την επιδείνωση της κατάστασης, εκτιμώντας ότι η Ουκρανία χάνει την αναμέτρηση στο πεδίο και ότι η Δύση αδυνατεί να προσφέρει στο Κίεβο τους αναγκαίους πόρους για να αναστρέψει την τάση.
Η εκτίμησή του στηρίζεται σε δύο σκληρά δεδομένα: αφενός, η Ρωσία διατηρεί την επιχειρησιακή πρωτοβουλία, αφετέρου, η Ουκρανία αντιμετωπίζει οξύ έλλειμμα πυραύλων αεράμυνας για τα Patriot, αλλά και γενικότερη στενότητα σε κρίσιμα μέσα αναχαίτισης.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικός εμφανίζεται ο επικεφαλής του Eurasian Analytical Club, Nikita Mendkovich, ο οποίος περιγράφει την κατάσταση με όρους σχεδόν μη αναστρέψιμους.
ύμφωνα με τον ίδιο, τα αποθέματα των Ηνωμένων Πολιτειών και του NATO έχουν «υπονομευθεί σοβαρά» από την κλιμάκωση γύρω από το Ιράν και από τη μεταφορά σημαντικών ποσοτήτων οπλισμού προς το Ισραήλ.
Με άλλα λόγια, το ουκρανικό μέτωπο δεν αποτελεί πλέον τον αποκλειστικό αποδέκτη της δυτικής στρατιωτικής στήριξης· έχει μετατραπεί σε έναν από πολλούς ανταγωνιστικούς αποδέκτες των ίδιων περιορισμένων αποθεμάτων.
Η σημασία αυτής της παραδοχής είναι τεράστια.
Για μήνες, το κυρίαρχο δυτικό αφήγημα επέμενε ότι η βούληση αρκεί για να συντηρηθεί η ουκρανική άμυνα.
Σήμερα, ωστόσο, αποδεικνύεται ότι η βούληση δεν αρκεί όταν λείπουν τα βλήματα, όταν οι αποθήκες αδειάζουν, όταν οι γραμμές παραγωγής λειτουργούν κάτω από στενά βιομηχανικά όρια και όταν νέα μέτωπα απορροφούν το ίδιο κρίσιμο υλικό.
Η Μέση Ανατολή αλλάζει το παιχνίδι, η Ουκρανία χάνει προτεραιότητα
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή λειτούργησε ως καταλύτης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους στον Κόλπο αναγκάστηκαν να διαθέσουν μεγάλα αποθέματα αεράμυνας για την κάλυψη άμεσων επιχειρησιακών αναγκών στη Μέση Ανατολή, με αποτέλεσμα το Κίεβο να βρεθεί σε δεύτερη μοίρα.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της νέας ισορροπίας: η Ουκρανία δεν είναι πλέον η μόνη επείγουσα γεωπολιτική προτεραιότητα της Δύσης.
Για την Ουάσιγκτον, η ενίσχυση του Ισραήλ, η αναπλήρωση των αμερικανικών αποθεμάτων, η στήριξη των κρατών του Κόλπου και η διατήρηση της αποτρεπτικής ισχύος των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων έχουν αποκτήσει βαρύτητα ίση ή και μεγαλύτερη από τη διαρκή τροφοδότηση του ουκρανικού μετώπου.
Αυτό δεν είναι θεωρητική συζήτηση.
Είναι ζήτημα αριθμών.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παράγουν σήμερα περίπου 650 πυραύλους Patriot ετησίως, με σχέδια αύξησης της παραγωγής έως περίπου 2.000 ετησίως προς το 2030.
Όμως οι ανάγκες του σύγχρονου πολέμου, ιδιαίτερα όταν περιλαμβάνουν βαλλιστικές απειλές, είναι τεράστιες.
Αν η Ρωσία συνεχίσει με τον τρέχοντα ρυθμό επιθέσεων, η Ουκρανία θα βρεθεί αντιμέτωπη μέσα στο 2026 με εκατοντάδες βαλλιστικούς πυραύλους και μαζικές επιθέσεις drones και μη επανδρωμένων δολωμάτων.
Ακόμη και αν η Ουκρανία απορροφούσε δυσανάλογα μεγάλο ποσοστό της αμερικανικής παραγωγής, πάλι δεν θα μπορούσε να καλύψει πλήρως τον ουρανό της.
Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό – είναι μαθηματικό, βιομηχανικό και στρατηγικό.
Οι διαθέσιμοι Patriot δεν επαρκούν για όλους.
Και όταν δεν επαρκούν για όλους, κάποιος μένει πίσω.
Ο Zelensky ζητά άδεια παραγωγής Patriot αλλά η λύση αυτή μοιάζει περισσότερο με παραδοχή αδυναμίας
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κίνηση του Volodymyr Zelensky στη σύνοδο των G7 στο Evian της Γαλλίας αποκτά ιδιαίτερο βάρος.
Ο Ουκρανός πρόεδρος δεν περιορίστηκε σε ένα ακόμη αίτημα για περισσότερα βλήματα ή οικονομική βοήθεια. Ζήτησε κάτι πολύ βαθύτερο: άδεια παραγωγής πυραύλων Patriot εντός της Ουκρανίας.
Σε πολιτικό επίπεδο, το αίτημα είναι απολύτως κατανοητό.
Αν το Κίεβο δεν μπορεί να εξασφαλίσει επαρκείς προμήθειες από τη Δύση, προσπαθεί να μετατρέψει την εξάρτηση σε τοπική παραγωγική δυνατότητα.
Αντί να περιμένει μήνες ή χρόνια για νέες παραδόσεις, η ουκρανική ηγεσία επιδιώκει να αποκτήσει πρόσβαση στην τεχνογνωσία, στις άδειες και στη βιομηχανική υποδομή που θα της επιτρέψουν να παράγει τουλάχιστον μέρος των αναγκαίων πυραύλων στο εσωτερικό της χώρας.
Όμως ακριβώς εδώ αποκαλύπτεται και η σκληρή πραγματικότητα: το αίτημα Zelensky μοιάζει λιγότερο με ρεαλιστική λύση και περισσότερο με απόδειξη ότι το υπάρχον μοντέλο δυτικής τροφοδοσίας έχει φτάσει στα όριά του.
Αν η Ουκρανία πίστευε ότι οι δυτικοί σύμμαχοι μπορούν να τη στηρίξουν απρόσκοπτα για όσο χρειαστεί, δεν θα είχε λόγο να ζητήσει μεταφορά τόσο ευαίσθητης τεχνολογίας στο έδαφός της.
Το γεγονός ότι το ζητά, δείχνει ότι στο Κίεβο γνωρίζουν πολύ καλά πως η ροή των Patriot δεν είναι ούτε δεδομένη ούτε επαρκής.
Γιατί η παραγωγή Patriot στην Ουκρανία δεν λύνει το πρόβλημα
Η ιδέα της παραγωγής Patriot στην Ουκρανία ακούγεται ελκυστική σε επικοινωνιακό επίπεδο.
Στην πράξη, όμως, προσκρούει σε ένα πλέγμα τεχνικών, βιομηχανικών, επιχειρησιακών και γεωπολιτικών εμποδίων που την καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι ανέφικτη στον κρίσιμο χρόνο που χρειάζεται το Κίεβο.
1. Ο χρόνος είναι απαγορευτικός
Η δημιουργία γραμμής παραγωγής για πυραύλους Patriot δεν είναι έργο λίγων μηνών.
Η εμπειρία της Γερμανίας είναι αποκαλυπτική.
Η συνεργασία RTX–MBDA για την υποστήριξη παραγωγής Patriot GEM-T στη Γερμανία ξεκίνησε στις αρχές του 2024, όμως η σχετική εγκατάσταση αναμένεται να ολοκληρωθεί προς τα τέλη του 2026, ενώ πλήρης ρυθμός παραγωγής τοποθετείται, στην καλύτερη περίπτωση, γύρω στο 2028.
Δηλαδή απαιτούνται τέσσερα περίπου χρόνια από την έναρξη του project έως την ουσιαστική απόδοση.
Για την Ουκρανία, που χρειάζεται πυραύλους τώρα, όχι το 2028, αυτό ισοδυναμεί με στρατηγική πολυτέλεια.
Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η ουκρανική αμυντική βιομηχανία θα κινηθεί ταχύτερα από τη γερμανική, υπάρχουν αδιαπραγμάτευτα στάδια: αμερικανικές πιστοποιήσεις ασφαλείας, φυσική κατασκευή υποδομών, μεταφορά εξοπλισμού, εκπαίδευση προσωπικού, συστήματα κυβερνοασφάλειας, έλεγχος ποιότητας, αδειοδοτήσεις και εξασφάλιση πρώτων υλών.
2. Τα εργοστάσια θα γίνουν άμεσος στόχος της Ρωσίας
Το δεύτερο, και ίσως ακόμη σοβαρότερο, πρόβλημα είναι ότι οποιαδήποτε ουκρανική εγκατάσταση παραγωγής ή συναρμολόγησης Patriot θα μετατραπεί αυτομάτως σε στόχο ύψιστης προτεραιότητας για τη Μόσχα.
Σε έναν πόλεμο όπου η Ρωσία επιδιώκει συστηματικά να διαβρώσει την ουκρανική ενεργειακή, βιομηχανική και στρατιωτική υποδομή, είναι αδιανόητο να αφήσει ανέπαφο ένα εργοστάσιο που θα μπορούσε να στηρίξει την ουκρανική αεράμυνα για χρόνια.
Αυτό σημαίνει ότι η Ουκρανία θα έπρεπε να διαθέσει μέρος των ήδη περιορισμένων αποθεμάτων Patriot για να προστατεύσει τις εγκαταστάσεις που υποτίθεται ότι θα παράγουν… νέους Patriot.
Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο στρατηγικής κατανάλωσης πόρων, όπου η αεράμυνα που λείπει από τις πόλεις και τις κρίσιμες υποδομές θα μεταφέρεται για την προστασία εργοστασίων που ίσως δεν προλάβουν ποτέ να λειτουργήσουν σε πλήρη κλίμακα.
3. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η άδεια – είναι τα εξαρτήματα
Η χαμηλή παραγωγή Patriot δεν οφείλεται αποκλειστικά σε πολιτική βούληση ή έλλειψη εργοστασίων.
Οφείλεται σε πολύ συγκεκριμένα βιομηχανικά στοιχεία: κρίσιμα ορυκτά, κινητήρες, εξειδικευμένα ηλεκτρονικά, συστήματα καθοδήγησης, υποσυστήματα ακριβείας.
Αυτά τα εξαρτήματα δεν εμφανίζονται επειδή δόθηκε μια άδεια συναρμολόγησης.
Χρειάζονται χρόνια επενδύσεων, αλυσίδες εφοδιασμού, εξειδικευμένους υπεργολάβους και προστατευμένη τεχνογνωσία.
Ακόμη κι αν η Ουκρανία έπαιρνε αύριο άδεια, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα παρήγαγε Patriot από το μηδέν, αλλά θα συναρμολογούσε πυραύλους από εισαγόμενα εξαρτήματα.
Σε αυτή την περίπτωση, η ουκρανική γραμμή δεν θα αύξανε τη συνολική παγκόσμια παραγωγή· απλώς θα απορροφούσε εξαρτήματα που σήμερα καταλήγουν στις αμερικανικές ή ευρωπαϊκές γραμμές. Το αποτέλεσμα θα ήταν μια ανακατανομή της σπανιότητας, όχι η εξάλειψή της.
4. Η αμερικανι
κή εθνική ασφάλεια δεν επιτρέπει εύκολα τέτοιο άνοιγμα
Υπάρχει και μια διάσταση που στην Ουάσιγκτον θεωρείται ίσως η πιο σοβαρή: η προστασία της τεχνολογίας Patriot.
Τα συστήματα Patriot παραμένουν ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της αμερικανικής αεράμυνας απέναντι σε βαλλιστικές απειλές.
Η τεχνολογία τους προστατεύεται αυστηρά, οι άδειες συμπαραγωγής δίνονται με το σταγονόμετρο και συνοδεύονται από σύνθετες νομικές, βιομηχανικές και ασφαλιστικές δικλείδες.
Η Γερμανία και η Ιαπωνία, που έχουν εξασφαλίσει άδειες συμπαραγωγής, πέρασαν μέσα από ένα πολύ αυστηρό πλέγμα όρων: εργοστάσια συγκεκριμένων προδιαγραφών, εγγυήσεις για την ασφάλεια πληροφοριών, αυστηρούς ελέγχους τελικής χρήσης, εσωτερικές αλυσίδες εφοδιασμού και βαθιά εμπιστοσύνη με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στην περίπτωση της Ουκρανίας, το πρόβλημα είναι πολλαπλάσιο.
Η χώρα βρίσκεται σε πόλεμο, διαθέτει υποδομές που υφίστανται συνεχή πλήγματα και θεωρείται, από πολλές δυτικές αναλύσεις, πεδίο έντονης δράσης ρωσικών υπηρεσιών πληροφοριών.
Αυτό σημαίνει ότι η μεταφορά τεχνογνωσίας, σχεδίων ή κρίσιμων πληροφοριών για τους Patriot σε ουκρανικό έδαφος θα θεωρηθεί από τμήματα του αμερικανικού συστήματος ασφαλείας υψηλού ρίσκου.
Στην πιο απλή εκδοχή του προβλήματος, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θέλουν να βρεθούν στη θέση όπου ρωσικές υπηρεσίες ή τρίτες δυνάμεις θα αποκτήσουν πρόσβαση σε ευαίσθητα τεχνικά δεδομένα μέσω ενός τόσο ευάλωτου πολεμικού περιβάλλοντος.
Η ουκρανική αεράμυνα φτάνει σε οριακό σημείο
Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, δεν είναι μόνο τι δεν μπορεί να γίνει στο μέλλον, αλλά τι συμβαίνει σήμερα.
Η Ουκρανία αντιμετωπίζει επιθέσεις με πυραύλους και drones σε τέτοια συχνότητα και κλίμακα ώστε η αεράμυνά της καταναλώνει διαρκώς πολύτιμα αποθέματα.
Τα drones, ιδίως τα φθηνότερα ή τα δολώματα, μπορούν σε αρκετές περιπτώσεις να αναχαιτιστούν με πιο ευέλικτα μέσα.
Όμως οι βαλλιστικοί πύραυλοι απαιτούν συστήματα υψηλής τεχνολογίας και ακριβούς αναχαίτισης, με κυρίαρχο ρόλο των Patriot.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το κεντρικό στρατηγικό πρόβλημα: η Ρωσία μπορεί να πιέζει με σχετικά φθηνότερα μέσα και μαζικότητα, ενώ η Ουκρανία αναγκάζεται να απαντά με πανάκριβους και σπάνιους αναχαιτιστές. Πρόκειται για μια κλασική φθορά μέσω ασύμμετρης οικονομίας πολέμου.
Αν η Ρωσία εκτοξεύει μεγάλους αριθμούς drones και πυραύλων, υποχρεώνει την ουκρανική αεράμυνα να ξοδεύει πολύτιμο απόθεμα με ρυθμούς που δύσκολα μπορούν να αναπληρωθούν.
Τα drones ως η τελευταία γραμμή άμυνας
Ο Mendkovich δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στον ρόλο των drones, και σε αυτό το σημείο αγγίζει μια ουσιαστική πτυχή της σύγκρουσης.
Η Ουκρανία έχει επενδύσει σε πολύ μεγάλο βαθμό σε drones κάθε τύπου – επιθετικά, αναγνωριστικά, FPV, θαλάσσια, μακράς ακτίνας – τόσο για να πλήξει ρωσικούς στόχους όσο και για να κρατήσει τη γραμμή του μετώπου. Στην πραγματικότητα, τα drones έχουν εξελιχθεί σε έναν από τους βασικούς μηχανισμούς άμυνας και καθυστέρησης της ρωσικής προέλασης.
Όμως και εδώ υπάρχει όριο.
Αν η Δύση δυσκολεύεται να συντηρήσει τη ροή κρίσιμων πυραύλων, η μεταφορά του βάρους στα drones δεν αρκεί από μόνη της για να καλύψει το σύνολο των επιχειρησιακών αναγκών.
Τα drones δεν μπορούν να αντικαταστήσουν πλήρως τα συστήματα αντιβαλλιστικής άμυνας, ούτε να υποκαταστήσουν την ανάγκη προστασίας πόλεων, υποσταθμών, βάσεων και κρίσιμων υποδομών από μαζικές πυραυλικές επιθέσεις.
Η ουκρανική πλευρά μπορεί να διατηρεί ικανότητα ενόχλησης, φθοράς και σημειακών πληγμάτων σε βάθος, ακόμη και να επιβάλλει κόστος στη ρωσική πετρελαϊκή βιομηχανία ή στις στρατιωτικές υποδομές.
Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί το κεντρικό πρόβλημα: χωρίς επαρκή αεράμυνα, η Ουκρανία κινδυνεύει να χάνει σταδιακά την ικανότητα να προστατεύει τον εσωτερικό της χώρο, ανεξάρτητα από την επιθετική χρήση drones.
Η μεγάλη αποκάλυψη: Tο NATO δεν έχει ανεξάντλητο βάθος
Ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα από όλη αυτή την εξέλιξη δεν αφορά μόνο την Ουκρανία, αλλά την ίδια τη Δύση.
Ο πόλεμος αποκάλυψε ότι τα αποθέματα του NATO και των Ηνωμένων Πολιτειών δεν είναι ανεξάντλητα.
Η μεταψυχροπολεμική λογική, που στηρίχθηκε σε μικρότερες αποθήκες, πιο εξειδικευμένα αποθέματα και βιομηχανίες προσαρμοσμένες σε εκστρατείες χαμηλότερης έντασης, συγκρούεται τώρα με την πραγματικότητα ενός πολέμου φθοράς μεγάλης κλίμακας.
Η Ουκρανία χρειάζεται τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών, πυραύλων, αντιαεροπορικών μέσων, ηλεκτρονικών και drones.
Ταυτόχρονα, οι Ηνωμένες Πολιτείες καλούνται να στηρίξουν το Ισραήλ, να καθησυχάσουν τους συμμάχους στον Κόλπο, να διατηρήσουν αποτρεπτική ισχύ στον Ινδο-Ειρηνικό έναντι της Κίνας και να μην απογυμνώσουν τις δικές τους ένοπλες δυνάμεις.
Το ίδιο ισχύει, σε μικρότερη κλίμακα, και για τα ευρωπαϊκά μέλη του NATO, τα οποία ανακαλύπτουν ότι η δεκαετής υποεπένδυση στην άμυνα δεν διορθώνεται με πολιτικές δηλώσεις.
Η στρατηγική εικόνα, επομένως, είναι αμείλικτη: η Ουκρανία δεν συγκρούεται μόνο με τη Ρωσία, αλλά και με τα όρια της δυτικής στρατιωτικής παραγωγής.
Η ρωσική στρατηγική δικαιώνεται στον χρόνο
Από ρωσικής πλευράς, η εικόνα αυτή ενισχύει την αντίληψη ότι η Μόσχα επένδυσε σωστά σε έναν πόλεμο φθοράς και χρόνου.
Η ρωσική στρατηγική δεν βασίστηκε στην προσδοκία μιας θεαματικής κατάρρευσης του Κιέβου μέσα σε λίγες εβδομάδες, αλλά στην αργή αποδυνάμωση της ουκρανικής στρατιωτικής μηχανής, στη φθορά των δυτικών αποθεμάτων, στη δοκιμασία της πολιτικής συνοχής της Δύσης και στην αξιοποίηση κάθε νέας διεθνούς κρίσης που θα μπορούσε να αποσπάσει πόρους από το ουκρανικό μέτωπο.
Η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή λειτούργησε, από αυτή την άποψη, ως στρατηγικός πολλαπλασιαστής υπέρ της Μόσχας.
Δεν χρειάστηκε η Ρωσία να καταστρέψει όλες τις δυτικές αποθήκες για να αλλάξει την ισορροπία.
Αρκούσε να εμφανιστεί ένα δεύτερο μέτωπο υψηλής προτεραιότητας, ικανό να απορροφήσει βλήματα, συστήματα και πολιτική προσοχή.
Και αυτό ακριβώς συνέβη.
Η κρίση των Patriot είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από έλλειψη πυραύλων
Η συζήτηση για τους Patriot δεν αφορά απλώς μια έλλειψη οπλικών συστημάτων.
Αφορά το κατά πόσο η Ουκρανία μπορεί να συνεχίσει να πολεμά με βιώσιμο τρόπο, το κατά πόσο η Δύση διαθέτει τα βιομηχανικά και πολιτικά αποθέματα για να στηρίξει έναν μακρόχρονο πόλεμο φθοράς, και το κατά πόσο η Ρωσία έχει καταφέρει να σύρει τους αντιπάλους της σε μια αναμέτρηση όπου ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της.
Το αίτημα Zelensky για παραγωγή Patriot στην Ουκρανία, η παραδοχή δυτικών αναλυτών ότι τα αποθέματα δεν επαρκούν, οι προειδοποιήσεις για ανακατεύθυνση πόρων προς τη Μέση Ανατολή και το Ισραήλ, αλλά και οι αναφορές για δυσκολίες στην προστασία κρίσιμων υποδομών, συνθέτουν ένα ενιαίο συμπέρασμα: η Ουκρανία εισέρχεται σε μια φάση στρατηγικής πίεσης όπου το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι μόνο η ρωσική ισχύς, αλλά η σταδιακή αποδυνάμωση του ίδιου του δυτικού μηχανισμού στήριξης.
Αν αυτή η τάση συνεχιστεί, το 2026 μπορεί να εξελιχθεί στο έτος όπου η αεράμυνα της Ουκρανίας θα μετατραπεί από βασικό ανάχωμα σε κρίσιμο σημείο κατάρρευσης ισορροπιών.
Και αν συμβεί αυτό, η συζήτηση δεν θα αφορά πλέον το αν το Κίεβο μπορεί να αποκτήσει άδεια παραγωγής Patriot, αλλά πώς και με ποιους όρους θα επιχειρήσει να διαχειριστεί μια στρατηγική πραγματικότητα που αλλάζει εναντίον του.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών