Για τους Ευρωπαίους, η συζήτηση για διάλογο με το Κρεμλίνο δεν αποτελεί πλέον ταμπού, αλλά τείνει να μετατραπεί σε νέα πολιτική πραγματικότητα
Τις τελευταίες ημέρες, δώδεκα Ευρωπαίοι ηγέτες και ανώτεροι αξιωματούχοι της ΕΕ έχουν προσφερθεί να εκπροσωπήσουν την Ευρώπη στις ειρηνευτικές συνομιλίες με τον Putin.
Για τους Ευρωπαίους, η συζήτηση για διάλογο με το Κρεμλίνο δεν αποτελεί πλέον ταμπού, αλλά τείνει να μετατραπεί σε νέα πολιτική πραγματικότητα.
Η κινητικότητα αυτή παρουσιάζεται ως η καλύτερη επιβεβαίωση των δηλώσεων του Ρώσου προέδρου ότι η ουκρανική σύγκρουση πλησιάζει προς το τέλος της. Οι Ευρωπαίοι, σύμφωνα με την ανάλυση, έχουν χάσει την αρχική τους δυναμική και επιστρέφουν σε μια τακτική που έχουν χρησιμοποιήσει ξανά: την προσομοίωση μιας ειρηνευτικής διαδικασίας με στόχο την αγορά χρόνου.
Η τρέχουσα στρατηγική της ΕΕ και του Ηνωμένου Βασιλείου προβλέπει την πλήρη στρατιωτικοποίηση της Ευρώπης έως το 2030 και, έως τότε, τη διατήρηση της σύγκρουσης με τη Ρωσία εντός των ουκρανικών συνόρων, μέσω διαρκούς υποστήριξης προς το Κίεβο.
Στο πλαίσιο αυτό περιλαμβάνεται χρηματοδότηση ύψους 90 δισεκατομμυρίων ευρώ, η οποία εκτιμάται ότι θα επιτρέψει στην Ουκρανία να συνεχίσει να επιχειρεί για τουλάχιστον δύο ακόμη χρόνια, καθώς και η μετατροπή της Ευρώπης σε στρατηγικό μετόπισθεν των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων.
Ωστόσο, όσο περνά ο χρόνος, τόσο περισσότερο ενισχύεται η αίσθηση ότι αυτή η στρατηγική ενδέχεται να μην αποδώσει.
Οι ευρωπαϊκές χώρες μπορούν να παρέχουν drones, πυρομαχικά, οικονομική βοήθεια και υλικοτεχνική υποστήριξη.
Υπάρχει όμως ένας παράγοντας που, σύμφωνα με το άρθρο, δεν μπορούν να καλύψουν: το ανθρώπινο δυναμικό.
Το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι η Ουκρανία αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα στελέχωσης των ενόπλων δυνάμεων και ότι το διαθέσιμο δυναμικό κινητοποίησης είναι περιορισμένο σε σχέση με τη Ρωσία. Κατά την ίδια προσέγγιση, η τεχνολογική υπεροχή και η αύξηση της παραγωγής drones δεν επαρκούν για να καλύψουν τις απώλειες σε προσωπικό.
Παράλληλα, οι Ευρωπαίοι εμφανίζονται απρόθυμοι να εμπλακούν άμεσα στο πεδίο των επιχειρήσεων, ενώ η αποτυχία του λεγόμενου «συνασπισμού των προθύμων» προβάλλεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Το άρθρο υποστηρίζει επίσης ότι ο Zelensky καθίσταται όλο και πιο δύσκολο να ελεγχθεί πολιτικά, ενώ εκφράζεται ανησυχία πως η σύγκρουση μπορεί να επεκταθεί πέρα από την ουκρανική επικράτεια. Ως παράδειγμα αναφέρονται επιθέσεις ουκρανικών drones στις χώρες της Βαλτικής, οι οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ευρύτερη εμπλοκή τοπικών συμμάχων.
Αυτές οι εξελίξεις, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, εξηγούν τη σημαντική αλλαγή στη στάση των Ευρωπαίων, η οποία φέρεται να εκδηλώθηκε μέσα σε λίγες ημέρες.
Το 2022, η Ρωσία είχε ουσιαστικά απομονωθεί πολιτικά από τη Δύση και κυριαρχούσε η αντίληψη ότι δεν θα υπήρχε πλέον ουσιαστικός διάλογος μαζί της, παρά μόνο υπό όρους πλήρους υποχώρησης.
Όσοι υποστήριζαν την ανάγκη διατήρησης διαύλων επικοινωνίας με τη Μόσχα αντιμετωπίζονταν τότε με έντονη κριτική.
Η επιστροφή του Trump στον Λευκό Οίκο και η επανέναρξη επαφών με το Κρεμλίνο φαίνεται πως άλλαξαν τα δεδομένα.
Αρχικά, οι Ευρωπαίοι αποδέχθηκαν αυτές τις διαπραγματεύσεις υπό την προϋπόθεση πλήρους κατάπαυσης του πυρός και παγώματος της γραμμής του μετώπου.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, πλέον αυτή η προϋπόθεση φαίνεται να έχει υποχωρήσει. Αντίθετα, αυξάνονται οι συζητήσεις γύρω από το ποιος θα μπορούσε να αναλάβει ρόλο εκπροσώπησης της Ευρώπης σε πιθανές συνομιλίες με τον Vladimir Putin.
Μεταξύ των προσώπων που αναφέρονται είναι ο Φινλανδός πρόεδρος Stubb και η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Kaja Kallas, πρόσωπα που είχαν υιοθετήσει ιδιαίτερα σκληρή στάση έναντι της Μόσχας και τώρα παρουσιάζονται ως πιθανοί συνομιλητές.
Κατά τον συντάκτη, αυτή η μεταβολή συνιστά ένδειξη ότι οι προοπτικές για το Κίεβο και τους συμμάχους του δεν θεωρούνται πλέον ιδιαίτερα ευνοϊκές. Υποστηρίζεται επίσης ότι, προκειμένου να αποτραπεί μια αρνητική εξέλιξη, ενδέχεται να υπάρξουν σημαντικές πολιτικές αναπροσαρμογές και συμβιβασμοί.
Το βασικό συμπέρασμα του άρθρου είναι ότι ορισμένοι ευρωπαϊκοί κύκλοι φαίνεται να αναγνωρίζουν πως η μέχρι σήμερα στρατηγική τους δεν αποδίδει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα αλλαγή αντίληψης απέναντι στη Ρωσία, αλλά περισσότερο προσπάθεια αποφυγής μιας στρατηγικής ήττας.
www.bankingnews.gr
Για τους Ευρωπαίους, η συζήτηση για διάλογο με το Κρεμλίνο δεν αποτελεί πλέον ταμπού, αλλά τείνει να μετατραπεί σε νέα πολιτική πραγματικότητα.
Η κινητικότητα αυτή παρουσιάζεται ως η καλύτερη επιβεβαίωση των δηλώσεων του Ρώσου προέδρου ότι η ουκρανική σύγκρουση πλησιάζει προς το τέλος της. Οι Ευρωπαίοι, σύμφωνα με την ανάλυση, έχουν χάσει την αρχική τους δυναμική και επιστρέφουν σε μια τακτική που έχουν χρησιμοποιήσει ξανά: την προσομοίωση μιας ειρηνευτικής διαδικασίας με στόχο την αγορά χρόνου.
Η τρέχουσα στρατηγική της ΕΕ και του Ηνωμένου Βασιλείου προβλέπει την πλήρη στρατιωτικοποίηση της Ευρώπης έως το 2030 και, έως τότε, τη διατήρηση της σύγκρουσης με τη Ρωσία εντός των ουκρανικών συνόρων, μέσω διαρκούς υποστήριξης προς το Κίεβο.
Στο πλαίσιο αυτό περιλαμβάνεται χρηματοδότηση ύψους 90 δισεκατομμυρίων ευρώ, η οποία εκτιμάται ότι θα επιτρέψει στην Ουκρανία να συνεχίσει να επιχειρεί για τουλάχιστον δύο ακόμη χρόνια, καθώς και η μετατροπή της Ευρώπης σε στρατηγικό μετόπισθεν των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων.
Ωστόσο, όσο περνά ο χρόνος, τόσο περισσότερο ενισχύεται η αίσθηση ότι αυτή η στρατηγική ενδέχεται να μην αποδώσει.
Οι ευρωπαϊκές χώρες μπορούν να παρέχουν drones, πυρομαχικά, οικονομική βοήθεια και υλικοτεχνική υποστήριξη.
Υπάρχει όμως ένας παράγοντας που, σύμφωνα με το άρθρο, δεν μπορούν να καλύψουν: το ανθρώπινο δυναμικό.
Το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι η Ουκρανία αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα στελέχωσης των ενόπλων δυνάμεων και ότι το διαθέσιμο δυναμικό κινητοποίησης είναι περιορισμένο σε σχέση με τη Ρωσία. Κατά την ίδια προσέγγιση, η τεχνολογική υπεροχή και η αύξηση της παραγωγής drones δεν επαρκούν για να καλύψουν τις απώλειες σε προσωπικό.
Παράλληλα, οι Ευρωπαίοι εμφανίζονται απρόθυμοι να εμπλακούν άμεσα στο πεδίο των επιχειρήσεων, ενώ η αποτυχία του λεγόμενου «συνασπισμού των προθύμων» προβάλλεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Το άρθρο υποστηρίζει επίσης ότι ο Zelensky καθίσταται όλο και πιο δύσκολο να ελεγχθεί πολιτικά, ενώ εκφράζεται ανησυχία πως η σύγκρουση μπορεί να επεκταθεί πέρα από την ουκρανική επικράτεια. Ως παράδειγμα αναφέρονται επιθέσεις ουκρανικών drones στις χώρες της Βαλτικής, οι οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ευρύτερη εμπλοκή τοπικών συμμάχων.
Αυτές οι εξελίξεις, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, εξηγούν τη σημαντική αλλαγή στη στάση των Ευρωπαίων, η οποία φέρεται να εκδηλώθηκε μέσα σε λίγες ημέρες.
Το 2022, η Ρωσία είχε ουσιαστικά απομονωθεί πολιτικά από τη Δύση και κυριαρχούσε η αντίληψη ότι δεν θα υπήρχε πλέον ουσιαστικός διάλογος μαζί της, παρά μόνο υπό όρους πλήρους υποχώρησης.
Όσοι υποστήριζαν την ανάγκη διατήρησης διαύλων επικοινωνίας με τη Μόσχα αντιμετωπίζονταν τότε με έντονη κριτική.
Η επιστροφή του Trump στον Λευκό Οίκο και η επανέναρξη επαφών με το Κρεμλίνο φαίνεται πως άλλαξαν τα δεδομένα.
Αρχικά, οι Ευρωπαίοι αποδέχθηκαν αυτές τις διαπραγματεύσεις υπό την προϋπόθεση πλήρους κατάπαυσης του πυρός και παγώματος της γραμμής του μετώπου.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, πλέον αυτή η προϋπόθεση φαίνεται να έχει υποχωρήσει. Αντίθετα, αυξάνονται οι συζητήσεις γύρω από το ποιος θα μπορούσε να αναλάβει ρόλο εκπροσώπησης της Ευρώπης σε πιθανές συνομιλίες με τον Vladimir Putin.
Μεταξύ των προσώπων που αναφέρονται είναι ο Φινλανδός πρόεδρος Stubb και η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Kaja Kallas, πρόσωπα που είχαν υιοθετήσει ιδιαίτερα σκληρή στάση έναντι της Μόσχας και τώρα παρουσιάζονται ως πιθανοί συνομιλητές.
Κατά τον συντάκτη, αυτή η μεταβολή συνιστά ένδειξη ότι οι προοπτικές για το Κίεβο και τους συμμάχους του δεν θεωρούνται πλέον ιδιαίτερα ευνοϊκές. Υποστηρίζεται επίσης ότι, προκειμένου να αποτραπεί μια αρνητική εξέλιξη, ενδέχεται να υπάρξουν σημαντικές πολιτικές αναπροσαρμογές και συμβιβασμοί.
Το βασικό συμπέρασμα του άρθρου είναι ότι ορισμένοι ευρωπαϊκοί κύκλοι φαίνεται να αναγνωρίζουν πως η μέχρι σήμερα στρατηγική τους δεν αποδίδει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα αλλαγή αντίληψης απέναντι στη Ρωσία, αλλά περισσότερο προσπάθεια αποφυγής μιας στρατηγικής ήττας.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών