Σύμφωνα με δημοσκόπηση που επικαλούνται οι Financial Times, το AfD ενίσχυσε τα ποσοστά του από το 25% στο 27% από τον Μάρτιο μέχρι σήμερα
Το ακροδεξιό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» Alternative für Deutschland καταγράφει σημαντική άνοδο στη δημοτικότητά του τους τελευταίους μήνες, αξιοποιώντας τη δυσαρέσκεια των Γερμανών πολιτών για την οικονομική κατάσταση της χώρας, τις αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων και τη γενικότερη αβεβαιότητα που προκαλεί η κλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση που επικαλούνται οι Financial Times, το AfD ενίσχυσε τα ποσοστά του από το 25% στο 27% από τον Μάρτιο μέχρι σήμερα, ξεπερνώντας ακόμη και τους κυβερνώντες Χριστιανοδημοκράτες του καγκελάριου Friedrich Merz. Η εξέλιξη αυτή προκαλεί έντονη ανησυχία στο πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας, καθώς το κόμμα θεωρείται από τις γερμανικές αρχές ως ακροδεξιό και σε ορισμένες περιπτώσεις εξτρεμιστικό.
Το AfD επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει την αυξανόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια, στρέφοντας τα πυρά του τόσο κατά της γερμανικής κυβέρνησης όσο και κατά της εξωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών. Παράλληλα, αποστασιοποιείται σταδιακά από τη ρητορική τύπου «MAGA» που συνδέθηκε στο παρελθόν με τον Donald Trump, επιδιώκοντας να εμφανιστεί περισσότερο ως «πατριωτική» δύναμη που υπερασπίζεται τα οικονομικά συμφέροντα των Γερμανών πολιτών.
Κεντρικό σημείο της πολιτικής του ατζέντας αποτελεί η επαναφορά των φθηνών ρωσικών ενεργειακών εισαγωγών, με το κόμμα να υποστηρίζει ότι οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας και η ενεργειακή πολιτική του Βερολίνου έχουν οδηγήσει τη γερμανική οικονομία σε σοβαρή κρίση.
Στο επίκεντρο το πρόβλημα του κόστους ζωής
Η πολιτική επιστήμονας Ursula Münch, διευθύντρια της Ακαδημίας Πολιτικής Εκπαίδευσης στο Τούτσινγκ, σημείωσε ότι η εκτόξευση των τιμών των καυσίμων έχει επαναφέρει στο επίκεντρο το πρόβλημα του κόστους ζωής, ενισχύοντας την οργή απέναντι στην κυβέρνηση.
Όπως εξηγεί, πολλοί πολίτες θεωρούν πλέον ότι η Γερμανία είναι υπερβολικά ευάλωτη σε διεθνείς κρίσεις, ενώ η αύξηση των τιμών στη βενζίνη — που σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνούν εκείνες της Γαλλίας και της Αυστρίας — έχει επιβαρύνει σημαντικά τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Παράλληλα, σύμφωνα με την ίδια, αρχίζουν να καταρρέουν κοινωνικά «ταμπού» απέναντι στο AfD, ακόμη και μέσα σε τμήματα της γερμανικής μεσαίας τάξης, όπου μέχρι πρόσφατα η δημόσια υποστήριξη προς το κόμμα θεωρούνταν κοινωνικά μη αποδεκτή.
Ιδιαίτερα ισχυρή είναι η δυναμική του AfD στην ανατολική Γερμανία, όπου το αντιαμερικανικό αίσθημα παραμένει έντονο λόγω ιστορικών και πολιτισμικών παραγόντων. Το κόμμα επιχειρεί να αξιοποιήσει αυτή τη δυσαρέσκεια ενόψει των κρίσιμων περιφερειακών εκλογών που θα διεξαχθούν αργότερα μέσα στη χρονιά.
Αγγίζει το 40% στη Σαξονία
Στο κρατίδιο της Saxony-Anhalt, το AfD φέρεται να προσεγγίζει ακόμη και το 40% στις δημοσκοπήσεις, γεγονός που αυξάνει τις πιθανότητες να εξασφαλίσει για πρώτη φορά απόλυτη πλειοψηφία σε ένα μεγάλο ανατολικογερμανικό κρατίδιο.
Ο συμπρόεδρος του κόμματος, Tino Chrupalla, εμφανίστηκε ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι στις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν. Μάλιστα, είχε δηλώσει ότι αισθάνεται «απογοητευμένος» από τον Donald Trump, προειδοποιώντας πως η σύγκρουση θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε έναν «τρίτο παγκόσμιο πόλεμο».
Ο ίδιος είχε ζητήσει ήδη από τον Απρίλιο την αποχώρηση περίπου 38.000 Αμερικανών στρατιωτών που βρίσκονται σε γερμανικό έδαφος, θέση που μέχρι πριν λίγα χρόνια θεωρούνταν ακραία για τα δεδομένα της γερμανικής πολιτικής.
Ακόμη και η συμπρόεδρος του AfD, Alice Weidel, η οποία παραδοσιακά θεωρείται πιο φιλοατλαντική, επέκρινε έντονα τον πόλεμο στο Ιράν, χαρακτηρίζοντας τις κινήσεις των ΗΠΑ «απροετοίμαστες» και «χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό».
Ο καθηγητής πολιτικών επιστημών Uwe Jun από το Πανεπιστήμιο του Τρίερ υποστηρίζει ότι η κριτική προς τις ΗΠΑ βρίσκει πλέον ευήκοα ώτα σε μεγάλα τμήματα των ψηφοφόρων της ανατολικής Γερμανίας, οι οποίοι αντιμετωπίζουν με καχυποψία την αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Η άνοδος του AfD αποτυπώνει τις βαθύτερες πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις που προκαλεί στη Γερμανία η διεθνής κρίση γύρω από το Ιράν και τη Μέση Ανατολή. Το κλείσιμο του Στενού του Hormuz από την Τεχεράνη έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, αυξάνοντας το ενεργειακό κόστος σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Οι πιέσεις αυτές έχουν πλήξει σοβαρά και την κυβέρνηση του Friedrich Merz, η οποία αναγκάστηκε να αναθεωρήσει προς τα κάτω τις προβλέψεις ανάπτυξης της γερμανικής οικονομίας για το 2026, μειώνοντας την εκτίμηση από 1% σε μόλις 0,5%.
Απογοητευμένοι οι πολίτες
Η δημοτικότητα του καγκελάριου βρίσκεται πλέον σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, με αρκετούς αναλυτές να εκτιμούν ότι οι Χριστιανοδημοκράτες κινδυνεύουν να χάσουν τον παραδοσιακό τους χαρακτήρα ως «λαϊκό κόμμα» ευρείας απήχησης.
Ο επικεφαλής του ινστιτούτου δημοσκοπήσεων Forsa, Peter Matuschek, σημειώνει ότι οι πολίτες εμφανίζονται απογοητευμένοι επειδή η κυβέρνηση προχωρά σε μεγάλες εξαγγελίες χωρίς να παρουσιάζει ουσιαστικά αποτελέσματα στην οικονομία και την καθημερινότητα.
Την ίδια στιγμή, οι συνεχείς εσωτερικές συγκρούσεις στον κυβερνητικό συνασπισμό σχετικά με τις φορολογικές μεταρρυθμίσεις και τις αλλαγές στο κοινωνικό κράτος ενισχύουν την αίσθηση πολιτικής αστάθειας και έλλειψης στρατηγικής.
Αναλυτές εκτιμούν ότι το AfD αρχίζει πλέον να κερδίζει έδαφος ακόμη και σε τομείς όπου παραδοσιακά κυριαρχούσαν οι Χριστιανοδημοκράτες, όπως η οικονομία και η διαχείριση κρίσεων.
Παράλληλα, το τεράστιο πρόγραμμα δαπανών ύψους 1 τρισεκατομμυρίου ευρώ για άμυνα και υποδομές που προωθεί η κυβέρνηση Merz έχει προκαλέσει νέες αντιδράσεις, καθώς πολλοί πολίτες θεωρούν ότι η χώρα δαπανά υπερβολικά ποσά τη στιγμή που χάνονται θέσεις εργασίας και επιδεινώνεται το βιοτικό επίπεδο.
Το αποτέλεσμα είναι να ενισχύεται η αίσθηση αβεβαιότητας και κοινωνικής απογοήτευσης, δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για την περαιτέρω άνοδο του AfD στη γερμανική πολιτική σκηνή.
www.bankingnews.gr
Σύμφωνα με δημοσκόπηση που επικαλούνται οι Financial Times, το AfD ενίσχυσε τα ποσοστά του από το 25% στο 27% από τον Μάρτιο μέχρι σήμερα, ξεπερνώντας ακόμη και τους κυβερνώντες Χριστιανοδημοκράτες του καγκελάριου Friedrich Merz. Η εξέλιξη αυτή προκαλεί έντονη ανησυχία στο πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας, καθώς το κόμμα θεωρείται από τις γερμανικές αρχές ως ακροδεξιό και σε ορισμένες περιπτώσεις εξτρεμιστικό.
Το AfD επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει την αυξανόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια, στρέφοντας τα πυρά του τόσο κατά της γερμανικής κυβέρνησης όσο και κατά της εξωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών. Παράλληλα, αποστασιοποιείται σταδιακά από τη ρητορική τύπου «MAGA» που συνδέθηκε στο παρελθόν με τον Donald Trump, επιδιώκοντας να εμφανιστεί περισσότερο ως «πατριωτική» δύναμη που υπερασπίζεται τα οικονομικά συμφέροντα των Γερμανών πολιτών.
Κεντρικό σημείο της πολιτικής του ατζέντας αποτελεί η επαναφορά των φθηνών ρωσικών ενεργειακών εισαγωγών, με το κόμμα να υποστηρίζει ότι οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας και η ενεργειακή πολιτική του Βερολίνου έχουν οδηγήσει τη γερμανική οικονομία σε σοβαρή κρίση.
Στο επίκεντρο το πρόβλημα του κόστους ζωής
Η πολιτική επιστήμονας Ursula Münch, διευθύντρια της Ακαδημίας Πολιτικής Εκπαίδευσης στο Τούτσινγκ, σημείωσε ότι η εκτόξευση των τιμών των καυσίμων έχει επαναφέρει στο επίκεντρο το πρόβλημα του κόστους ζωής, ενισχύοντας την οργή απέναντι στην κυβέρνηση.
Όπως εξηγεί, πολλοί πολίτες θεωρούν πλέον ότι η Γερμανία είναι υπερβολικά ευάλωτη σε διεθνείς κρίσεις, ενώ η αύξηση των τιμών στη βενζίνη — που σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνούν εκείνες της Γαλλίας και της Αυστρίας — έχει επιβαρύνει σημαντικά τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Παράλληλα, σύμφωνα με την ίδια, αρχίζουν να καταρρέουν κοινωνικά «ταμπού» απέναντι στο AfD, ακόμη και μέσα σε τμήματα της γερμανικής μεσαίας τάξης, όπου μέχρι πρόσφατα η δημόσια υποστήριξη προς το κόμμα θεωρούνταν κοινωνικά μη αποδεκτή.
Ιδιαίτερα ισχυρή είναι η δυναμική του AfD στην ανατολική Γερμανία, όπου το αντιαμερικανικό αίσθημα παραμένει έντονο λόγω ιστορικών και πολιτισμικών παραγόντων. Το κόμμα επιχειρεί να αξιοποιήσει αυτή τη δυσαρέσκεια ενόψει των κρίσιμων περιφερειακών εκλογών που θα διεξαχθούν αργότερα μέσα στη χρονιά.
Αγγίζει το 40% στη Σαξονία
Στο κρατίδιο της Saxony-Anhalt, το AfD φέρεται να προσεγγίζει ακόμη και το 40% στις δημοσκοπήσεις, γεγονός που αυξάνει τις πιθανότητες να εξασφαλίσει για πρώτη φορά απόλυτη πλειοψηφία σε ένα μεγάλο ανατολικογερμανικό κρατίδιο.
Ο συμπρόεδρος του κόμματος, Tino Chrupalla, εμφανίστηκε ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι στις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν. Μάλιστα, είχε δηλώσει ότι αισθάνεται «απογοητευμένος» από τον Donald Trump, προειδοποιώντας πως η σύγκρουση θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε έναν «τρίτο παγκόσμιο πόλεμο».
Ο ίδιος είχε ζητήσει ήδη από τον Απρίλιο την αποχώρηση περίπου 38.000 Αμερικανών στρατιωτών που βρίσκονται σε γερμανικό έδαφος, θέση που μέχρι πριν λίγα χρόνια θεωρούνταν ακραία για τα δεδομένα της γερμανικής πολιτικής.
Ακόμη και η συμπρόεδρος του AfD, Alice Weidel, η οποία παραδοσιακά θεωρείται πιο φιλοατλαντική, επέκρινε έντονα τον πόλεμο στο Ιράν, χαρακτηρίζοντας τις κινήσεις των ΗΠΑ «απροετοίμαστες» και «χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό».
Ο καθηγητής πολιτικών επιστημών Uwe Jun από το Πανεπιστήμιο του Τρίερ υποστηρίζει ότι η κριτική προς τις ΗΠΑ βρίσκει πλέον ευήκοα ώτα σε μεγάλα τμήματα των ψηφοφόρων της ανατολικής Γερμανίας, οι οποίοι αντιμετωπίζουν με καχυποψία την αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Η άνοδος του AfD αποτυπώνει τις βαθύτερες πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις που προκαλεί στη Γερμανία η διεθνής κρίση γύρω από το Ιράν και τη Μέση Ανατολή. Το κλείσιμο του Στενού του Hormuz από την Τεχεράνη έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, αυξάνοντας το ενεργειακό κόστος σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Οι πιέσεις αυτές έχουν πλήξει σοβαρά και την κυβέρνηση του Friedrich Merz, η οποία αναγκάστηκε να αναθεωρήσει προς τα κάτω τις προβλέψεις ανάπτυξης της γερμανικής οικονομίας για το 2026, μειώνοντας την εκτίμηση από 1% σε μόλις 0,5%.
Απογοητευμένοι οι πολίτες
Η δημοτικότητα του καγκελάριου βρίσκεται πλέον σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, με αρκετούς αναλυτές να εκτιμούν ότι οι Χριστιανοδημοκράτες κινδυνεύουν να χάσουν τον παραδοσιακό τους χαρακτήρα ως «λαϊκό κόμμα» ευρείας απήχησης.
Ο επικεφαλής του ινστιτούτου δημοσκοπήσεων Forsa, Peter Matuschek, σημειώνει ότι οι πολίτες εμφανίζονται απογοητευμένοι επειδή η κυβέρνηση προχωρά σε μεγάλες εξαγγελίες χωρίς να παρουσιάζει ουσιαστικά αποτελέσματα στην οικονομία και την καθημερινότητα.
Την ίδια στιγμή, οι συνεχείς εσωτερικές συγκρούσεις στον κυβερνητικό συνασπισμό σχετικά με τις φορολογικές μεταρρυθμίσεις και τις αλλαγές στο κοινωνικό κράτος ενισχύουν την αίσθηση πολιτικής αστάθειας και έλλειψης στρατηγικής.
Αναλυτές εκτιμούν ότι το AfD αρχίζει πλέον να κερδίζει έδαφος ακόμη και σε τομείς όπου παραδοσιακά κυριαρχούσαν οι Χριστιανοδημοκράτες, όπως η οικονομία και η διαχείριση κρίσεων.
Παράλληλα, το τεράστιο πρόγραμμα δαπανών ύψους 1 τρισεκατομμυρίου ευρώ για άμυνα και υποδομές που προωθεί η κυβέρνηση Merz έχει προκαλέσει νέες αντιδράσεις, καθώς πολλοί πολίτες θεωρούν ότι η χώρα δαπανά υπερβολικά ποσά τη στιγμή που χάνονται θέσεις εργασίας και επιδεινώνεται το βιοτικό επίπεδο.
Το αποτέλεσμα είναι να ενισχύεται η αίσθηση αβεβαιότητας και κοινωνικής απογοήτευσης, δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για την περαιτέρω άνοδο του AfD στη γερμανική πολιτική σκηνή.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών