Ώρα μηδέν για τη Δύση…
Η Γερμανία θα καταστήσει το ταχύτερο δυνατό την Bundeswehr «τον ισχυρότερο συμβατικό στρατό της Ευρώπης».
Αυτό δήλωσε ο Γερμανός καγκελάριος Friedrich Merz κατά την ομιλία του στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου.
Ωστόσο, στην παρέμβασή του ο Merz ταρακούνησε την Ευρώπη και επαναβεβαίωσε την προσήλωση στις αξίες της Δύσης:
«Η παλιά παγκόσμια τάξη δεν υπάρχει πλέον και έχει αντικατασταθεί από ένα πολύ πιο αβέβαιο τοπίο, διαμορφωμένο από την αντιπαλότητα μεταξύ μεγάλων δυνάμεων και από μια ανανεωμένη έμφαση στα εθνικά συμφέροντα.
Έχει ανοίξει βαθύ ρήγμα μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης.
Το ΝΑΤΟ δεν είναι πλέον δεδομένο και η ελευθερία κινδυνεύει».
Για να καταδείξει το βάθος αυτής της απόστασης, ο Merz στάθηκε σε ένα κρίσιμο σημείο:
«Ο αντιπρόεδρος J. D. Vance το είπε πολύ ανοιχτά εδώ στο Μόναχο πριν από έναν χρόνο. Είχε δίκιο.
Ο αγώνας του κινήματος Maga δεν είναι δικός μας.
Η ελευθερία του λόγου σε εμάς σταματά όταν στρέφεται κατά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του Συντάγματος.
Δεν πιστεύουμε στους τελωνειακούς δασμούς και στον προστατευτισμό, αλλά στο ελεύθερο εμπόριο.
Παραμένουμε πιστοί στις συμφωνίες για το κλίμα και στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, γιατί είμαστε πεπεισμένοι ότι μόνο μαζί μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις παγκόσμιες προκλήσεις».
Σύμφωνα με τον καγκελάριο, «η πιο χαρακτηριστική έκφραση» αυτής της νέας πραγματικότητας είναι ο πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας.
Ο Merz άσκησε επίσης κριτική στην Κίνα, δηλώνοντας ότι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου «εκμεταλλεύεται συστηματικά τις εξαρτήσεις των άλλων».
«Επανερμηνεύει τη διεθνή τάξη για να την προσαρμόσει στους δικούς της σκοπούς», ανέφερε, αναφερόμενος στη στρατηγική του Πεκίνου.
«Αν υπήρξε μια μονοπολική στιγμή μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, αυτή έχει πλέον παρέλθει.
Η αξίωση ηγεσίας των Ηνωμένων Πολιτειών αμφισβητείται — ίσως έχει ακόμη και χαθεί».
ΔΝΤ για Γερμανία: Σε κίνδυνο η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης – Γήρανση, ύφεση και δημοσιονομικές «βόμβες»
Πάντως, τα πράγματα για τη Γερμανία δεν είναι ρόδινα...
Σοβαρές προειδοποιήσεις για το μέλλον της γερμανικής οικονομίας απευθύνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (IMF), μετά την ολοκλήρωση της Διαβούλευσης του Άρθρου IV για το 2025, σκιαγραφώντας ένα σκηνικό εύθραυστης ανάκαμψης, δομικών αδυναμιών και μακροπρόθεσμων κινδύνων που θα μπορούσαν να αλλάξουν ριζικά τον ευρωπαϊκό οικονομικό χάρτη.
Η Γερμανία, η «ατμομηχανή» της Ευρώπης, βρέθηκε τα τελευταία χρόνια αντιμέτωπη με αλλεπάλληλα σοκ.
Η ενεργειακή κρίση του 2022 και η επιθετική νομισματική σύσφιγξη για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού οδήγησαν σε δύο συνεχόμενα έτη αρνητικής ανάπτυξης το 2023–2024.
Αν και από τα τέλη του 2024 διαφαίνεται σταδιακή ανάκαμψη, το ΔΝΤ ξεκαθαρίζει ότι η πορεία αυτή παραμένει εύθραυστη, καθώς νέοι εμπορικοί κλυδωνισμοί και η ασθενική παραγωγικότητα κρατούν «δεμένη» τη δυναμική της οικονομίας.
Πίσω από τους αριθμούς, η εικόνα είναι ανησυχητική: η ανεργία αυξάνεται, η μερική απασχόληση επεκτείνεται, ενώ η παραγωγικότητα παραμένει υποτονική, αποτέλεσμα μεταρρυθμίσεων που «λιμνάζουν» επί χρόνια και αυξανόμενου ανταγωνισμού στις διεθνείς αγορές.
Ο πληθωρισμός έχει μεν περιοριστεί, χάρη στη μείωση των τιμών ενέργειας και την ασθενή εσωτερική ζήτηση, όμως η σταθεροποίηση αυτή δεν αρκεί για να διασφαλίσει ισχυρή και βιώσιμη ανάπτυξη.
Το ΔΝΤ χαιρετίζει τη μεταρρύθμιση-ορόσημο του «φρένου χρέους» το 2025, εκτιμώντας ότι θα δώσει ανάσα μέσω αυξημένων δημόσιων επενδύσεων.
Ωστόσο, προειδοποιεί ότι ακόμη και με τη δημοσιονομική χαλάρωση των ετών 2026–2027 και τα καθυστερημένα αποτελέσματα της νομισματικής χαλάρωσης, η Γερμανία θα συνεχίσει να κινείται σε ένα περιβάλλον επίμονων προκλήσεων.
Δημογραφική κατάρρευση
Η μεγαλύτερη απειλή; Η δημογραφική κατάρρευση. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, ο πληθυσμός σε ηλικία εργασίας θα μειωθεί ταχύτερα από κάθε άλλη χώρα του G7 μέσα στην επόμενη πενταετία.
Την ίδια στιγμή, οι δαπάνες για συντάξεις και άμυνα αυξάνονται, δημιουργώντας ασφυκτικές πιέσεις στα δημόσια οικονομικά και θέτοντας σε κίνδυνο τη σταθερότητα του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.
Το Εκτελεστικό Συμβούλιο του ΔΝΤ καλεί τις γερμανικές αρχές να αξιοποιήσουν τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο για στοχευμένες παρεμβάσεις: υψηλής ποιότητας δημόσιες επενδύσεις, μείωση των υψηλών οριακών φορολογικών συντελεστών και μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό ώστε να ενθαρρυνθεί η παραμονή στην εργασία για περισσότερα χρόνια.
Παράλληλα, ζητείται περικοπή επιδοτήσεων που βλάπτουν το περιβάλλον και ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των κρατικών δαπανών.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη επιτάχυνσης της «Modernization Agenda»: λιγότερη γραφειοκρατία, ενίσχυση των ψηφιακών υποδομών, στήριξη νεοφυών και καινοτόμων επιχειρήσεων αντί για προστασία κατεστημένων συμφερόντων, βελτίωση της πρόσβασης σε παιδική φροντίδα και καλύτερη ενσωμάτωση μεταναστών στην αγορά εργασίας.
Χωρίς βαθιές τομές, η παραγωγικότητα –και μαζί της η ανταγωνιστικότητα– κινδυνεύουν να παραμείνουν εγκλωβισμένες σε χαμηλή τροχιά.
Παράλληλα, αν και το χρηματοπιστωτικό σύστημα χαρακτηρίζεται «γενικά ανθεκτικό», το ΔΝΤ επισημαίνει εστίες ευαλωτότητας που απαιτούν στενή παρακολούθηση, καθώς και την ανάγκη ενίσχυσης του μακροπροληπτικού πλαισίου και των μηχανισμών κατά του ξεπλύματος χρήματος (AML/CFT).
www.bankingnews.gr
Αυτό δήλωσε ο Γερμανός καγκελάριος Friedrich Merz κατά την ομιλία του στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου.
Ωστόσο, στην παρέμβασή του ο Merz ταρακούνησε την Ευρώπη και επαναβεβαίωσε την προσήλωση στις αξίες της Δύσης:
«Η παλιά παγκόσμια τάξη δεν υπάρχει πλέον και έχει αντικατασταθεί από ένα πολύ πιο αβέβαιο τοπίο, διαμορφωμένο από την αντιπαλότητα μεταξύ μεγάλων δυνάμεων και από μια ανανεωμένη έμφαση στα εθνικά συμφέροντα.
Έχει ανοίξει βαθύ ρήγμα μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης.
Το ΝΑΤΟ δεν είναι πλέον δεδομένο και η ελευθερία κινδυνεύει».
Για να καταδείξει το βάθος αυτής της απόστασης, ο Merz στάθηκε σε ένα κρίσιμο σημείο:
«Ο αντιπρόεδρος J. D. Vance το είπε πολύ ανοιχτά εδώ στο Μόναχο πριν από έναν χρόνο. Είχε δίκιο.
Ο αγώνας του κινήματος Maga δεν είναι δικός μας.
Η ελευθερία του λόγου σε εμάς σταματά όταν στρέφεται κατά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του Συντάγματος.
Δεν πιστεύουμε στους τελωνειακούς δασμούς και στον προστατευτισμό, αλλά στο ελεύθερο εμπόριο.
Παραμένουμε πιστοί στις συμφωνίες για το κλίμα και στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, γιατί είμαστε πεπεισμένοι ότι μόνο μαζί μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις παγκόσμιες προκλήσεις».
Σύμφωνα με τον καγκελάριο, «η πιο χαρακτηριστική έκφραση» αυτής της νέας πραγματικότητας είναι ο πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας.
Ο Merz άσκησε επίσης κριτική στην Κίνα, δηλώνοντας ότι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου «εκμεταλλεύεται συστηματικά τις εξαρτήσεις των άλλων».
«Επανερμηνεύει τη διεθνή τάξη για να την προσαρμόσει στους δικούς της σκοπούς», ανέφερε, αναφερόμενος στη στρατηγική του Πεκίνου.
«Αν υπήρξε μια μονοπολική στιγμή μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, αυτή έχει πλέον παρέλθει.
Η αξίωση ηγεσίας των Ηνωμένων Πολιτειών αμφισβητείται — ίσως έχει ακόμη και χαθεί».
ΔΝΤ για Γερμανία: Σε κίνδυνο η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης – Γήρανση, ύφεση και δημοσιονομικές «βόμβες»
Πάντως, τα πράγματα για τη Γερμανία δεν είναι ρόδινα...
Σοβαρές προειδοποιήσεις για το μέλλον της γερμανικής οικονομίας απευθύνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (IMF), μετά την ολοκλήρωση της Διαβούλευσης του Άρθρου IV για το 2025, σκιαγραφώντας ένα σκηνικό εύθραυστης ανάκαμψης, δομικών αδυναμιών και μακροπρόθεσμων κινδύνων που θα μπορούσαν να αλλάξουν ριζικά τον ευρωπαϊκό οικονομικό χάρτη.
Η Γερμανία, η «ατμομηχανή» της Ευρώπης, βρέθηκε τα τελευταία χρόνια αντιμέτωπη με αλλεπάλληλα σοκ.
Η ενεργειακή κρίση του 2022 και η επιθετική νομισματική σύσφιγξη για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού οδήγησαν σε δύο συνεχόμενα έτη αρνητικής ανάπτυξης το 2023–2024.
Αν και από τα τέλη του 2024 διαφαίνεται σταδιακή ανάκαμψη, το ΔΝΤ ξεκαθαρίζει ότι η πορεία αυτή παραμένει εύθραυστη, καθώς νέοι εμπορικοί κλυδωνισμοί και η ασθενική παραγωγικότητα κρατούν «δεμένη» τη δυναμική της οικονομίας.
Πίσω από τους αριθμούς, η εικόνα είναι ανησυχητική: η ανεργία αυξάνεται, η μερική απασχόληση επεκτείνεται, ενώ η παραγωγικότητα παραμένει υποτονική, αποτέλεσμα μεταρρυθμίσεων που «λιμνάζουν» επί χρόνια και αυξανόμενου ανταγωνισμού στις διεθνείς αγορές.
Ο πληθωρισμός έχει μεν περιοριστεί, χάρη στη μείωση των τιμών ενέργειας και την ασθενή εσωτερική ζήτηση, όμως η σταθεροποίηση αυτή δεν αρκεί για να διασφαλίσει ισχυρή και βιώσιμη ανάπτυξη.
Το ΔΝΤ χαιρετίζει τη μεταρρύθμιση-ορόσημο του «φρένου χρέους» το 2025, εκτιμώντας ότι θα δώσει ανάσα μέσω αυξημένων δημόσιων επενδύσεων.
Ωστόσο, προειδοποιεί ότι ακόμη και με τη δημοσιονομική χαλάρωση των ετών 2026–2027 και τα καθυστερημένα αποτελέσματα της νομισματικής χαλάρωσης, η Γερμανία θα συνεχίσει να κινείται σε ένα περιβάλλον επίμονων προκλήσεων.
Δημογραφική κατάρρευση
Η μεγαλύτερη απειλή; Η δημογραφική κατάρρευση. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, ο πληθυσμός σε ηλικία εργασίας θα μειωθεί ταχύτερα από κάθε άλλη χώρα του G7 μέσα στην επόμενη πενταετία.
Την ίδια στιγμή, οι δαπάνες για συντάξεις και άμυνα αυξάνονται, δημιουργώντας ασφυκτικές πιέσεις στα δημόσια οικονομικά και θέτοντας σε κίνδυνο τη σταθερότητα του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.
Το Εκτελεστικό Συμβούλιο του ΔΝΤ καλεί τις γερμανικές αρχές να αξιοποιήσουν τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο για στοχευμένες παρεμβάσεις: υψηλής ποιότητας δημόσιες επενδύσεις, μείωση των υψηλών οριακών φορολογικών συντελεστών και μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό ώστε να ενθαρρυνθεί η παραμονή στην εργασία για περισσότερα χρόνια.
Παράλληλα, ζητείται περικοπή επιδοτήσεων που βλάπτουν το περιβάλλον και ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των κρατικών δαπανών.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη επιτάχυνσης της «Modernization Agenda»: λιγότερη γραφειοκρατία, ενίσχυση των ψηφιακών υποδομών, στήριξη νεοφυών και καινοτόμων επιχειρήσεων αντί για προστασία κατεστημένων συμφερόντων, βελτίωση της πρόσβασης σε παιδική φροντίδα και καλύτερη ενσωμάτωση μεταναστών στην αγορά εργασίας.
Χωρίς βαθιές τομές, η παραγωγικότητα –και μαζί της η ανταγωνιστικότητα– κινδυνεύουν να παραμείνουν εγκλωβισμένες σε χαμηλή τροχιά.
Παράλληλα, αν και το χρηματοπιστωτικό σύστημα χαρακτηρίζεται «γενικά ανθεκτικό», το ΔΝΤ επισημαίνει εστίες ευαλωτότητας που απαιτούν στενή παρακολούθηση, καθώς και την ανάγκη ενίσχυσης του μακροπροληπτικού πλαισίου και των μηχανισμών κατά του ξεπλύματος χρήματος (AML/CFT).
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών