Το μήνυμα είναι σαφές, άμεσο και χωρίς διπλωματικές περιστροφές: η Κίνα δεν προτίθεται να ανεχθεί άλλο τη διττή στάση των ΗΠΑ
Σκληρή προειδοποίηση της Κίνας προς τις ΗΠΑ για την πώληση όπλων στην Ταϊβάν που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών.
Κινέζοι αξιωματούχοι προειδοποίησαν ευθέως την Ουάσινγκτον ότι τυχόν πρόσθετες πωλήσεις όπλων προς την Ταϊβάν θα μπορούσαν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την προγραμματισμένη επίσκεψη του Donald Trump στην Κίνα τον Απρίλιο αποκαλύπτουν σε αποκλειστικό τους δημοσίευμα οι Financial Times.
Το μήνυμα ήταν σαφές, άμεσο και χωρίς διπλωματικές περιστροφές: η Κίνα δεν προτίθεται να ανεχθεί άλλο τη διττή στάση των ΗΠΑ, οι οποίες από τη μία δηλώνουν ότι επιδιώκουν «σταθερότητα» και «διάλογο», και από την άλλη υπονομεύουν ενεργά την περιφερειακή ισορροπία μέσω στρατιωτικών εξοπλισμών.
Η προειδοποίηση της Κίνας προς τις ΗΠΑ, δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στη μακρά ιστορία των σινοαμερικανικών εντάσεων.
Αντιθέτως, φέρνει στο προσκήνιο μια βαθύτερη, δομική παθογένεια της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής: τη συστηματική εργαλειοποίηση της ασφάλειας τρίτων χωρών για την εξυπηρέτηση στενά ορισμένων γεωπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων.
Αυστηρό μήνυμα σε Αμερικανούς αξιωματούχους
Σύμφωνα με το αποκαλυπτικό δημοσίευμα της βρετανικής εφημερίδας, Κινέζοι αξιωματούχοι, που έχουν άμεση γνώση των συνομιλιών με την Ουάσινγκτον έχουν καταστήσει σαφές, σε κατ’ ιδίαν επαφές, ότι το ζήτημα της Ταϊβάν αποτελεί «κόκκινη γραμμή» για το Πεκίνο.
Οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι οποιαδήποτε περαιτέρω στρατιωτική στήριξη των ΗΠΑ προς την Ταϊβάν εκλαμβάνεται όχι ως αμυντική κίνηση, αλλά ως άμεση παρέμβαση σε εσωτερική υπόθεση της Κίνας.
Η προειδοποίηση αυτή δεν έγινε δημόσια μέσω ανακοινώσεων ή δηλώσεων υψηλού τόνου, αλλά μεταφέρθηκε απευθείας σε Αμερικανούς αξιωματούχους, γεγονός που υποδηλώνει την πρόθεση της Κίνας να επιλύσει το ζήτημα μέσω διπλωματικών διαύλων — χωρίς όμως να αποκλείει συνέπειες σε πολιτικό επίπεδο.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο γεγονός ότι η επίσκεψη Trump θεωρείται από το Πεκίνο σημαντική ευκαιρία για σταθεροποίηση των σχέσεων, κυρίως σε οικονομικό και εμπορικό επίπεδο.
Ωστόσο, το άρθρο επισημαίνει ότι η κινεζική ηγεσία δεν είναι διατεθειμένη να προχωρήσει σε υψηλού επιπέδου διπλωματικές κινήσεις όσο οι ΗΠΑ συνεχίζουν να εγκρίνουν ή να σχεδιάζουν νέες πωλήσεις οπλικών συστημάτων στην Ταϊβάν.

Διχασμός στο εσωτερικό της κυβέρνησης των ΗΠΑ – Τρομερές πολιτικές συνέπειες θα έχει η ακύρωση του ταξιδιού Trump
Οι Financial Times αναφέρουν επίσης ότι στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς το θέμα.
Ορισμένοι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι οι πωλήσεις όπλων είναι απαραίτητες για τη διατήρηση της «αποτρεπτικής ισορροπίας» στην περιοχή, ενώ άλλοι αναγνωρίζουν ότι τέτοιες κινήσεις επιβαρύνουν σοβαρά τις σχέσεις με την Κίνα και περιορίζουν τα περιθώρια διπλωματικής διαπραγμάτευσης.
Το ζήτημα της Ταϊβάν έχει αναδειχθεί σε έναν από τους πιο επικίνδυνους πυρήνες της σινοαμερικανικής αντιπαράθεσης, καθώς συνδυάζει στρατιωτικά, πολιτικά και συμβολικά στοιχεία.
Για την Κίνα, η Ταϊβάν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εθνικής της κυριαρχίας, ενώ για τις ΗΠΑ λειτουργεί ως κρίσιμο γεωπολιτικό σημείο στον ανταγωνισμό με το Πεκίνο στην περιοχή της Ανατολικής Ασίας.
Η υπόθεση αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς οι σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας βρίσκονται σε ένα εύθραυστο σημείο, όπου ακόμη και μία μεμονωμένη απόφαση, όπως μια πώληση όπλων, μπορεί να έχει δυσανάλογες συνέπειες σε ανώτατο διπλωματικό επίπεδο.
Η πιθανή ακύρωση ή υποβάθμιση της επίσκεψης Trump παρουσιάζεται ως σαφές μήνυμα του Πεκίνου ότι το ζήτημα της Ταϊβάν δεν είναι διαπραγματεύσιμο.
Οι ΗΠΑ ως παράγοντας αποσταθεροποίησης
Η πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στην Ταϊβάν εδώ και δεκαετίες χαρακτηρίζεται από μια επικίνδυνη ασάφεια.
Επισήμως, η Ουάσινγκτον αναγνωρίζει την αρχή της «Μίας Κίνας».
Στην πράξη, όμως, συνεχίζει αδιάλειπτα να εξοπλίζει την Ταϊβάν, ενισχύοντας στρατιωτικά ένα εξαιρετικά ευαίσθητο γεωπολιτικό σημείο.
Αυτή η τακτική δεν μπορεί να εκληφθεί ως αμυντική ή ουδέτερη• αποτελεί συνειδητή πρόκληση προς το Πεκίνο και ταυτόχρονα ένα εργαλείο πίεσης στο ευρύτερο πλαίσιο του ανταγωνισμού ΗΠΑ–Κίνας.
Οι ΗΠΑ συχνά παρουσιάζουν αυτές τις πωλήσεις όπλων ως «αναγκαία μέτρα αυτοάμυνας» για την Ταϊβάν.
Ωστόσο, αυτή η ρητορική αγνοεί επιδεικτικά τις πραγματικές συνέπειες: κάθε νέα αποστολή οπλικών συστημάτων αυξάνει τον κίνδυνο στρατιωτικής κλιμάκωσης, μειώνει τα περιθώρια διπλωματικής συνεννόησης και μετατρέπει την περιοχή σε πυριτιδαποθήκη.

Η υποκρισία της αμερικανικής διπλωματίας
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η Κίνα συνέδεσε άμεσα το ζήτημα των εξοπλισμών με την προγραμματισμένη επίσκεψη του Donald Trump.
Αυτό αποκαλύπτει κάτι που η Ουάσινγκτον συχνά προσπαθεί να αποκρύψει: ότι η διπλωματία των ΗΠΑ λειτουργεί αποσπασματικά και καιροσκοπικά, ανάλογα με τις εσωτερικές πολιτικές ανάγκες και τις επικοινωνιακές προτεραιότητες του εκάστοτε προέδρου.
Η επίσκεψη Trump στην Κίνα παρουσιαζόταν ως μια ευκαιρία επαναπροσέγγισης, οικονομικής συνεργασίας και σταθεροποίησης των σχέσεων.
Όμως πώς μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός διάλογος, όταν οι ΗΠΑ συνεχίζουν να ενεργούν με τρόπο που η άλλη πλευρά εκλαμβάνει –και δικαιολογημένα– ως ευθεία απειλή για την εθνική της κυριαρχία;
Αυτή η αντίφαση δεν είναι τυχαία.
Αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής: δημόσιες εκκλήσεις για ειρήνη και ιδιωτικές –ή και δημόσιες– πράξεις που οδηγούν σε ένταση.
Η Ταϊβάν ως γεωπολιτικό πιόνι
Ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία αυτής της υπόθεσης είναι ο τρόπος με τον οποίο οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν την ίδια την Ταϊβάν.
Όχι ως μια κοινωνία με πραγματικές ανάγκες ασφάλειας και ειρήνης, αλλά ως εργαλείο πίεσης απέναντι στην Κίνα.
Οι συνεχείς πωλήσεις όπλων δεν εγγυώνται την ασφάλεια της Ταϊβάν· αντίθετα, την καθιστούν πρώτο στόχο σε περίπτωση σύγκρουσης.
Η ιστορία έχει δείξει επανειλημμένα ότι οι ΗΠΑ δεν διστάζουν να εγκαταλείψουν συμμάχους όταν το κόστος γίνει πολιτικά ή στρατηγικά δυσβάσταχτο.
Από το Βιετνάμ μέχρι το Αφγανιστάν, το μοτίβο είναι σαφές.
Υπό αυτό το πρίσμα, η «υποστήριξη» προς την Ταϊβάν μοιάζει λιγότερο με δέσμευση και περισσότερο με προσωρινή σύμπραξη, όσο αυτή εξυπηρετεί τα αμερικανικά συμφέροντα.

Η κινεζική στάση: Προειδοποίηση, όχι απειλή
Σε αντίθεση με την εικόνα που συχνά προβάλλεται στα δυτικά μέσα ενημέρωσης, η αντίδραση της Κίνας δεν συνιστά αιφνίδια ή αδικαιολόγητη επιθετικότητα.
Η προειδοποίηση προς τις ΗΠΑ ήταν πολιτική και διπλωματική, όχι στρατιωτική.
Το Πεκίνο ξεκαθάρισε τα όριά του, επισημαίνοντας ότι η συνέχιση των εξοπλισμών θα έχει κόστος στις διμερείς σχέσεις.
Αυτή η στάση εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική της Κίνας να επιβάλει σεβασμό στις «κόκκινες γραμμές» της μέσω διπλωματικών καναλιών, πριν η κατάσταση καταστεί μη αναστρέψιμη.
Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ εμφανίζονται ενοχλημένες από αυτή την προειδοποίηση αποκαλύπτει περισσότερο τη δική τους αδυναμία να αποδεχτούν έναν πολυπολικό κόσμο, παρά κάποια κινεζική αδιαλλαξία.

Το πραγματικό διακύβευμα
Το ζήτημα δεν είναι αν ο Donald Trump θα πραγματοποιήσει τελικά την επίσκεψή του στην Κίνα.
Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν οι ΗΠΑ μπορούν –ή θέλουν– να εγκαταλείψουν μια εξωτερική πολιτική που βασίζεται στη στρατιωτικοποίηση, την πίεση και τη διπλή γλώσσα.
Όσο συνεχίζουν να χρησιμοποιούν την Ταϊβάν ως μοχλό αντιπαράθεσης, τόσο θα απομακρύνεται η προοπτική σταθερότητας στην Ανατολική Ασία.
Η παγκόσμια κοινότητα δεν έχει ανάγκη από ακόμη ένα μέτωπο έντασης που τροφοδοτείται από εξοπλιστικά συμβόλαια και γεωπολιτικά παιχνίδια ισχύος.
Έχει ανάγκη από υπεύθυνη διπλωματία, σεβασμό της κυριαρχίας και ειλικρινή διάλογο. Και σε αυτό το σημείο, οι ΗΠΑ οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους – όχι ως «παγκόσμιος χωροφύλακας», αλλά ως ισότιμος συνομιλητής σε έναν κόσμο που αλλάζει.

www.bankingnews.gr
Κινέζοι αξιωματούχοι προειδοποίησαν ευθέως την Ουάσινγκτον ότι τυχόν πρόσθετες πωλήσεις όπλων προς την Ταϊβάν θα μπορούσαν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την προγραμματισμένη επίσκεψη του Donald Trump στην Κίνα τον Απρίλιο αποκαλύπτουν σε αποκλειστικό τους δημοσίευμα οι Financial Times.
Το μήνυμα ήταν σαφές, άμεσο και χωρίς διπλωματικές περιστροφές: η Κίνα δεν προτίθεται να ανεχθεί άλλο τη διττή στάση των ΗΠΑ, οι οποίες από τη μία δηλώνουν ότι επιδιώκουν «σταθερότητα» και «διάλογο», και από την άλλη υπονομεύουν ενεργά την περιφερειακή ισορροπία μέσω στρατιωτικών εξοπλισμών.
Η προειδοποίηση της Κίνας προς τις ΗΠΑ, δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στη μακρά ιστορία των σινοαμερικανικών εντάσεων.
Αντιθέτως, φέρνει στο προσκήνιο μια βαθύτερη, δομική παθογένεια της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής: τη συστηματική εργαλειοποίηση της ασφάλειας τρίτων χωρών για την εξυπηρέτηση στενά ορισμένων γεωπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων.
Αυστηρό μήνυμα σε Αμερικανούς αξιωματούχους
Σύμφωνα με το αποκαλυπτικό δημοσίευμα της βρετανικής εφημερίδας, Κινέζοι αξιωματούχοι, που έχουν άμεση γνώση των συνομιλιών με την Ουάσινγκτον έχουν καταστήσει σαφές, σε κατ’ ιδίαν επαφές, ότι το ζήτημα της Ταϊβάν αποτελεί «κόκκινη γραμμή» για το Πεκίνο.
Οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι οποιαδήποτε περαιτέρω στρατιωτική στήριξη των ΗΠΑ προς την Ταϊβάν εκλαμβάνεται όχι ως αμυντική κίνηση, αλλά ως άμεση παρέμβαση σε εσωτερική υπόθεση της Κίνας.
Η προειδοποίηση αυτή δεν έγινε δημόσια μέσω ανακοινώσεων ή δηλώσεων υψηλού τόνου, αλλά μεταφέρθηκε απευθείας σε Αμερικανούς αξιωματούχους, γεγονός που υποδηλώνει την πρόθεση της Κίνας να επιλύσει το ζήτημα μέσω διπλωματικών διαύλων — χωρίς όμως να αποκλείει συνέπειες σε πολιτικό επίπεδο.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο γεγονός ότι η επίσκεψη Trump θεωρείται από το Πεκίνο σημαντική ευκαιρία για σταθεροποίηση των σχέσεων, κυρίως σε οικονομικό και εμπορικό επίπεδο.
Ωστόσο, το άρθρο επισημαίνει ότι η κινεζική ηγεσία δεν είναι διατεθειμένη να προχωρήσει σε υψηλού επιπέδου διπλωματικές κινήσεις όσο οι ΗΠΑ συνεχίζουν να εγκρίνουν ή να σχεδιάζουν νέες πωλήσεις οπλικών συστημάτων στην Ταϊβάν.

Διχασμός στο εσωτερικό της κυβέρνησης των ΗΠΑ – Τρομερές πολιτικές συνέπειες θα έχει η ακύρωση του ταξιδιού Trump
Οι Financial Times αναφέρουν επίσης ότι στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς το θέμα.
Ορισμένοι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι οι πωλήσεις όπλων είναι απαραίτητες για τη διατήρηση της «αποτρεπτικής ισορροπίας» στην περιοχή, ενώ άλλοι αναγνωρίζουν ότι τέτοιες κινήσεις επιβαρύνουν σοβαρά τις σχέσεις με την Κίνα και περιορίζουν τα περιθώρια διπλωματικής διαπραγμάτευσης.
Το ζήτημα της Ταϊβάν έχει αναδειχθεί σε έναν από τους πιο επικίνδυνους πυρήνες της σινοαμερικανικής αντιπαράθεσης, καθώς συνδυάζει στρατιωτικά, πολιτικά και συμβολικά στοιχεία.
Για την Κίνα, η Ταϊβάν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εθνικής της κυριαρχίας, ενώ για τις ΗΠΑ λειτουργεί ως κρίσιμο γεωπολιτικό σημείο στον ανταγωνισμό με το Πεκίνο στην περιοχή της Ανατολικής Ασίας.
Η υπόθεση αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς οι σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας βρίσκονται σε ένα εύθραυστο σημείο, όπου ακόμη και μία μεμονωμένη απόφαση, όπως μια πώληση όπλων, μπορεί να έχει δυσανάλογες συνέπειες σε ανώτατο διπλωματικό επίπεδο.
Η πιθανή ακύρωση ή υποβάθμιση της επίσκεψης Trump παρουσιάζεται ως σαφές μήνυμα του Πεκίνου ότι το ζήτημα της Ταϊβάν δεν είναι διαπραγματεύσιμο.
Οι ΗΠΑ ως παράγοντας αποσταθεροποίησης
Η πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στην Ταϊβάν εδώ και δεκαετίες χαρακτηρίζεται από μια επικίνδυνη ασάφεια.
Επισήμως, η Ουάσινγκτον αναγνωρίζει την αρχή της «Μίας Κίνας».
Στην πράξη, όμως, συνεχίζει αδιάλειπτα να εξοπλίζει την Ταϊβάν, ενισχύοντας στρατιωτικά ένα εξαιρετικά ευαίσθητο γεωπολιτικό σημείο.
Αυτή η τακτική δεν μπορεί να εκληφθεί ως αμυντική ή ουδέτερη• αποτελεί συνειδητή πρόκληση προς το Πεκίνο και ταυτόχρονα ένα εργαλείο πίεσης στο ευρύτερο πλαίσιο του ανταγωνισμού ΗΠΑ–Κίνας.
Οι ΗΠΑ συχνά παρουσιάζουν αυτές τις πωλήσεις όπλων ως «αναγκαία μέτρα αυτοάμυνας» για την Ταϊβάν.
Ωστόσο, αυτή η ρητορική αγνοεί επιδεικτικά τις πραγματικές συνέπειες: κάθε νέα αποστολή οπλικών συστημάτων αυξάνει τον κίνδυνο στρατιωτικής κλιμάκωσης, μειώνει τα περιθώρια διπλωματικής συνεννόησης και μετατρέπει την περιοχή σε πυριτιδαποθήκη.

Η υποκρισία της αμερικανικής διπλωματίας
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η Κίνα συνέδεσε άμεσα το ζήτημα των εξοπλισμών με την προγραμματισμένη επίσκεψη του Donald Trump.
Αυτό αποκαλύπτει κάτι που η Ουάσινγκτον συχνά προσπαθεί να αποκρύψει: ότι η διπλωματία των ΗΠΑ λειτουργεί αποσπασματικά και καιροσκοπικά, ανάλογα με τις εσωτερικές πολιτικές ανάγκες και τις επικοινωνιακές προτεραιότητες του εκάστοτε προέδρου.
Η επίσκεψη Trump στην Κίνα παρουσιαζόταν ως μια ευκαιρία επαναπροσέγγισης, οικονομικής συνεργασίας και σταθεροποίησης των σχέσεων.
Όμως πώς μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός διάλογος, όταν οι ΗΠΑ συνεχίζουν να ενεργούν με τρόπο που η άλλη πλευρά εκλαμβάνει –και δικαιολογημένα– ως ευθεία απειλή για την εθνική της κυριαρχία;
Αυτή η αντίφαση δεν είναι τυχαία.
Αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής: δημόσιες εκκλήσεις για ειρήνη και ιδιωτικές –ή και δημόσιες– πράξεις που οδηγούν σε ένταση.
Η Ταϊβάν ως γεωπολιτικό πιόνι
Ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία αυτής της υπόθεσης είναι ο τρόπος με τον οποίο οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν την ίδια την Ταϊβάν.
Όχι ως μια κοινωνία με πραγματικές ανάγκες ασφάλειας και ειρήνης, αλλά ως εργαλείο πίεσης απέναντι στην Κίνα.
Οι συνεχείς πωλήσεις όπλων δεν εγγυώνται την ασφάλεια της Ταϊβάν· αντίθετα, την καθιστούν πρώτο στόχο σε περίπτωση σύγκρουσης.
Η ιστορία έχει δείξει επανειλημμένα ότι οι ΗΠΑ δεν διστάζουν να εγκαταλείψουν συμμάχους όταν το κόστος γίνει πολιτικά ή στρατηγικά δυσβάσταχτο.
Από το Βιετνάμ μέχρι το Αφγανιστάν, το μοτίβο είναι σαφές.
Υπό αυτό το πρίσμα, η «υποστήριξη» προς την Ταϊβάν μοιάζει λιγότερο με δέσμευση και περισσότερο με προσωρινή σύμπραξη, όσο αυτή εξυπηρετεί τα αμερικανικά συμφέροντα.

Η κινεζική στάση: Προειδοποίηση, όχι απειλή
Σε αντίθεση με την εικόνα που συχνά προβάλλεται στα δυτικά μέσα ενημέρωσης, η αντίδραση της Κίνας δεν συνιστά αιφνίδια ή αδικαιολόγητη επιθετικότητα.
Η προειδοποίηση προς τις ΗΠΑ ήταν πολιτική και διπλωματική, όχι στρατιωτική.
Το Πεκίνο ξεκαθάρισε τα όριά του, επισημαίνοντας ότι η συνέχιση των εξοπλισμών θα έχει κόστος στις διμερείς σχέσεις.
Αυτή η στάση εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική της Κίνας να επιβάλει σεβασμό στις «κόκκινες γραμμές» της μέσω διπλωματικών καναλιών, πριν η κατάσταση καταστεί μη αναστρέψιμη.
Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ εμφανίζονται ενοχλημένες από αυτή την προειδοποίηση αποκαλύπτει περισσότερο τη δική τους αδυναμία να αποδεχτούν έναν πολυπολικό κόσμο, παρά κάποια κινεζική αδιαλλαξία.

Το πραγματικό διακύβευμα
Το ζήτημα δεν είναι αν ο Donald Trump θα πραγματοποιήσει τελικά την επίσκεψή του στην Κίνα.
Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν οι ΗΠΑ μπορούν –ή θέλουν– να εγκαταλείψουν μια εξωτερική πολιτική που βασίζεται στη στρατιωτικοποίηση, την πίεση και τη διπλή γλώσσα.
Όσο συνεχίζουν να χρησιμοποιούν την Ταϊβάν ως μοχλό αντιπαράθεσης, τόσο θα απομακρύνεται η προοπτική σταθερότητας στην Ανατολική Ασία.
Η παγκόσμια κοινότητα δεν έχει ανάγκη από ακόμη ένα μέτωπο έντασης που τροφοδοτείται από εξοπλιστικά συμβόλαια και γεωπολιτικά παιχνίδια ισχύος.
Έχει ανάγκη από υπεύθυνη διπλωματία, σεβασμό της κυριαρχίας και ειλικρινή διάλογο. Και σε αυτό το σημείο, οι ΗΠΑ οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους – όχι ως «παγκόσμιος χωροφύλακας», αλλά ως ισότιμος συνομιλητής σε έναν κόσμο που αλλάζει.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών