γράφει : ΜΑΡΙΝΑ ΦΟΥΝΤΑ
Σήμερα ξεκινά μία από τις πιο σημαντικές συνεδριάσεις της Federal Reserve την τελευταία διετία, με τις αγορές να “κρέμονται” κυριολεκτικά από την αυριανή ανακοίνωση της, στην οποία και θα περιλαμβάνεται η τελική απόφαση της για τις λεπτομέρειες του νέου γύρου νομισματικής χαλάρωσης.
Ο πρώτος γύρος πριν από 18 μήνες αν και αποδείχθηκε επιτυχής, δεν κατάφερε να οδηγήσει στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, τη διασφάλιση δηλαδή της οικονομικής ανάπτυξης με την αύξηση της εγχώριας δαπάνης για κατανάλωση και επενδύσεις. Και αυτό συνέβη διότι η αγορά βρισκόταν σε πλήρη απορρύθμιση. Οι αποδόσεις των μειωμένης εξασφάλισης ομολόγων (junk bonds) ήταν 18 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από αυτές του αμερικανικού υπουργείου οικονομικών, ενώ οι αποδόσεις των υψηλής διαβάθμισης ήταν έξι ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, σύμφωνα με στοιχεία της Bank of America Merrill Lynch.
Ωστόσο, η συνεχής ενίσχυση της χρηματικής ρευστότητας θεωρείται ως αναγκαίο και μοναδικό μέσο για να αντιμετωπίσουν οι κεντρικές τράπεζες τον ορατό κίνδυνο μίας δεύτερης ύφεσης. Και αυτό, γιατί έχουν ήδη εξαντλήσει τα περιθώρια μείωσης του βασικού επιτοκίου τους, το οποίο είναι στο μηδέν, ενώ ταυτόχρονα δεν έχουν ουσιαστικά τα περιθώρια νέων δημοσιονομικών πακέτων στήριξης των οικονομιών τους, δεδομένου ότι το χρέος τους κινείται ήδη κοντά ή πάνω από το 100% του ΑΕΠ.
Αυτήν την περίοδο οι εταιρείες έχουν ενισχύσει σημαντικά τη ρευστότητα τους. Μάλιστα, οι εκδόσεις εταιρικών ομολόγων έχουν χτυπήσει “κόκκινο”, με τις αμερικανικές εταιρείες να πληρώνουν κάτω από 1% επιτόκιο για το δανεισμό τους. Επιπλέον, οι ευρωπαϊκές εταιρείες έχουν ήδη εκδώσει πάνω από 37 δισ. δολάρια από την αρχή του έτους, σύμφωνα με τα στοιχεία της Société Générale. Το ερώτημα παραμένει. Τελικά ποιον θα βοηθήσει ο νέος γύρος νομισματικής χαλάρωσης;
Οι αναλυτές θεωρούν ότι δεν είναι ξεκάθαρο ποιον θα βοηθήσει. Οι σχεδόν ιστορικά χαμηλές αποδόσεις δείχνουν ξεκάθαρα ότι αυτοί που επωφελούνται θα είναι οι εκδότες των ομολόγων. Υπάρχει δηλαδή μία μετατόπιση της δύναμης, αν μπορεί κάποιος να χαρακτηρίσει την αγορά με δύο στρατόπεδα. Οι εταιρείες, σύμφωνα με τη Moody's, διαθέτουν ρευστότητα που ξεπερνά το 1 τρις δολ. Ωστόσο, αυτήν μάλλον θα τη διαθέσουν σε νέες εξαγορές και συγχωνεύσεις, ή στην επαναγορά ιδίων μετοχών, πλήττοντας και σ' αυτήν την περίπτωση τους ομολογιούχους. Δε διαφαίνεται μάλιστα κάποια διάθεση επενδύσεων και δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας.
Η νομισματική επιτροπή της Fed έχει ξεκαθαρίσει ότι θέλει η νέα κίνηση νομισματικής πολιτικής να εξελιχθεί σε μέγεθος, σε εξάρτηση με τα μακροοικονομικά στοιχεία, με τα 500 δισ. δολάρια να είναι το πιθανότερο ποσό για τον πρώτο γύρο εξαγορών. Εάν το μέγεθος ωστόσο απογοητεύσει την αγορά, τότε οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων θα αυξηθούν, σε βάρος των εταιρικών, με τους ομολογιούχους πάλι να καταγράφουν ζημιές. Μία τέτοια εξέλιξη, η οποία μάλιστα θα ενίσχυε και τις προσδοκίες για τις πληθωριστικές πιέσεις στην αμερικανική οικονομία, θα επωφελούσε μόνο αυτούς που επένδυσαν σε μακροπρόθεσμα κεφάλαια. Οι οικονομολόγοι της Goldman Sachs πιστεύουν ότι η Fed είναι σίγουρο πως θα ανακοινώσει την επανάληψη της νομισματικής χαλάρωσης με τη λήξη της επικείμενης συνεδρίασης στις 3 Νοεμβρίου. Εκτιμούν ότι ενδεχομένως να ανακοινωθούν αγορές κρατικού χρέους ύψους 500 δισ. δολαρίων, ακόμη και μεγαλύτερου ύψους, τους προσεχείς έξι μήνες και το μέγεθος τελικά να φθάσει ως τα 2 τρις δολάρια. Προεξοφλώντας τα επενδυτικά κεφάλαια την τεράστια αυτή ποσοτική χαλάρωση από τη Fed, διότι μέσω της αγοράς κρατικών ομολόγων μεγάλης κλίμακας θα πέσει νέο χρήμα στην αμερικανική οικονομία, ξεπουλούν το δολάριο.
Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι οι επικεφαλής των εταιρειών δεν κρύβουν τις ανησυχίες τους. Το ίδιο και οι ομολογιούχοι. Αρκετοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η υπερβολική ρευστότητα στις αναπτυγμένες οικονομίες αποσταθεροποιεί την παγκόσμια οικονομία, επειδή σε ένα μεγάλο ποσοστό κατευθύνεται στις αναδυόμενες οικονομίες με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται «φούσκες» στις αγορές τους και να παίρνει μεγαλύτερη έκταση ο συναλλαγματικός «πόλεμος» που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Μάλιστα, τον τελευταίο μήνα, όταν ανακινήθηκε το ζήτημα της νέας νομισματικής χαλάρωσης στις αναπτυγμένες οικονομίες, παρατηρήθηκε επιτάχυνση των εισροών κεφαλαίων στις αναδυόμενες αγορές. Το αποτέλεσμα ήταν ότι αυτές άρχισαν να αντιδρούν, θεσπίζοντας περιοριστικά μέτρα για τις εισροές από τη Δύση και οδηγώντας στην αναχαίτιση της περαιτέρω ανατίμησης ή στην υποτίμηση των νομισμάτων τους.
www.bankingnews.gr
Ωστόσο, η συνεχής ενίσχυση της χρηματικής ρευστότητας θεωρείται ως αναγκαίο και μοναδικό μέσο για να αντιμετωπίσουν οι κεντρικές τράπεζες τον ορατό κίνδυνο μίας δεύτερης ύφεσης. Και αυτό, γιατί έχουν ήδη εξαντλήσει τα περιθώρια μείωσης του βασικού επιτοκίου τους, το οποίο είναι στο μηδέν, ενώ ταυτόχρονα δεν έχουν ουσιαστικά τα περιθώρια νέων δημοσιονομικών πακέτων στήριξης των οικονομιών τους, δεδομένου ότι το χρέος τους κινείται ήδη κοντά ή πάνω από το 100% του ΑΕΠ.
Αυτήν την περίοδο οι εταιρείες έχουν ενισχύσει σημαντικά τη ρευστότητα τους. Μάλιστα, οι εκδόσεις εταιρικών ομολόγων έχουν χτυπήσει “κόκκινο”, με τις αμερικανικές εταιρείες να πληρώνουν κάτω από 1% επιτόκιο για το δανεισμό τους. Επιπλέον, οι ευρωπαϊκές εταιρείες έχουν ήδη εκδώσει πάνω από 37 δισ. δολάρια από την αρχή του έτους, σύμφωνα με τα στοιχεία της Société Générale. Το ερώτημα παραμένει. Τελικά ποιον θα βοηθήσει ο νέος γύρος νομισματικής χαλάρωσης;
Οι αναλυτές θεωρούν ότι δεν είναι ξεκάθαρο ποιον θα βοηθήσει. Οι σχεδόν ιστορικά χαμηλές αποδόσεις δείχνουν ξεκάθαρα ότι αυτοί που επωφελούνται θα είναι οι εκδότες των ομολόγων. Υπάρχει δηλαδή μία μετατόπιση της δύναμης, αν μπορεί κάποιος να χαρακτηρίσει την αγορά με δύο στρατόπεδα. Οι εταιρείες, σύμφωνα με τη Moody's, διαθέτουν ρευστότητα που ξεπερνά το 1 τρις δολ. Ωστόσο, αυτήν μάλλον θα τη διαθέσουν σε νέες εξαγορές και συγχωνεύσεις, ή στην επαναγορά ιδίων μετοχών, πλήττοντας και σ' αυτήν την περίπτωση τους ομολογιούχους. Δε διαφαίνεται μάλιστα κάποια διάθεση επενδύσεων και δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας.
Η νομισματική επιτροπή της Fed έχει ξεκαθαρίσει ότι θέλει η νέα κίνηση νομισματικής πολιτικής να εξελιχθεί σε μέγεθος, σε εξάρτηση με τα μακροοικονομικά στοιχεία, με τα 500 δισ. δολάρια να είναι το πιθανότερο ποσό για τον πρώτο γύρο εξαγορών. Εάν το μέγεθος ωστόσο απογοητεύσει την αγορά, τότε οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων θα αυξηθούν, σε βάρος των εταιρικών, με τους ομολογιούχους πάλι να καταγράφουν ζημιές. Μία τέτοια εξέλιξη, η οποία μάλιστα θα ενίσχυε και τις προσδοκίες για τις πληθωριστικές πιέσεις στην αμερικανική οικονομία, θα επωφελούσε μόνο αυτούς που επένδυσαν σε μακροπρόθεσμα κεφάλαια. Οι οικονομολόγοι της Goldman Sachs πιστεύουν ότι η Fed είναι σίγουρο πως θα ανακοινώσει την επανάληψη της νομισματικής χαλάρωσης με τη λήξη της επικείμενης συνεδρίασης στις 3 Νοεμβρίου. Εκτιμούν ότι ενδεχομένως να ανακοινωθούν αγορές κρατικού χρέους ύψους 500 δισ. δολαρίων, ακόμη και μεγαλύτερου ύψους, τους προσεχείς έξι μήνες και το μέγεθος τελικά να φθάσει ως τα 2 τρις δολάρια. Προεξοφλώντας τα επενδυτικά κεφάλαια την τεράστια αυτή ποσοτική χαλάρωση από τη Fed, διότι μέσω της αγοράς κρατικών ομολόγων μεγάλης κλίμακας θα πέσει νέο χρήμα στην αμερικανική οικονομία, ξεπουλούν το δολάριο.
Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι οι επικεφαλής των εταιρειών δεν κρύβουν τις ανησυχίες τους. Το ίδιο και οι ομολογιούχοι. Αρκετοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η υπερβολική ρευστότητα στις αναπτυγμένες οικονομίες αποσταθεροποιεί την παγκόσμια οικονομία, επειδή σε ένα μεγάλο ποσοστό κατευθύνεται στις αναδυόμενες οικονομίες με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται «φούσκες» στις αγορές τους και να παίρνει μεγαλύτερη έκταση ο συναλλαγματικός «πόλεμος» που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Μάλιστα, τον τελευταίο μήνα, όταν ανακινήθηκε το ζήτημα της νέας νομισματικής χαλάρωσης στις αναπτυγμένες οικονομίες, παρατηρήθηκε επιτάχυνση των εισροών κεφαλαίων στις αναδυόμενες αγορές. Το αποτέλεσμα ήταν ότι αυτές άρχισαν να αντιδρούν, θεσπίζοντας περιοριστικά μέτρα για τις εισροές από τη Δύση και οδηγώντας στην αναχαίτιση της περαιτέρω ανατίμησης ή στην υποτίμηση των νομισμάτων τους.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών