Τελευταία Νέα
Διεθνή

Foreign Affairs: Όταν πρόκειται για τις αγορές, η Ευρώπη δεν είναι φθίνουσα δύναμη

Foreign Affairs: Όταν πρόκειται για τις αγορές, η Ευρώπη δεν είναι φθίνουσα δύναμη
Η ΕΕ αποτελεί το πρότυπο για τον υπόλοιπο κόσμο - To Brussels Effect έχει παραγάγει εντυπωσιακή συμμόρφωση, αν όχι συναίνεση, σε κρίσιμα διασυνοριακά ζητήματα
Το ότι οι καλύτερες μέρες της Ευρώπης έχουν τελειώσει, έχει γίνει μια συνήθης επωδός.
Δημοσιογράφοι, αναλυτές και ακόμη και ηγέτες του κόσμου παρατηρούν ότι «το μεγάλο έργο της ενότητας της ηπείρου αποτυγχάνει, και η παγκόσμια επιρροή της εξασθενεί»˙ θρηνούν την «επερχόμενη διάβρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης˙ και εξηγούν «γιατί η Ευρώπη δεν έχει πια σημασία».
Μια τέτοια απαισιοδοξία δύσκολα μπορεί να αποτελέσει έκπληξη.
Οι κρίσεις επικρέμονται αρκετά πέρα από τον ευρωπαϊκό ορίζοντα.
Η Κίνα έχει αναδειχθεί ως σημαντική οικονομική δύναμη.
Η Ρωσία διεκδικεί το να επιβάλλει την θέλησή της σε ολόκληρο τον κόσμο.
Οι πολίτες των δημοκρατικών χωρών έχουν ανταποκριθεί στο δόλωμα του οικονομικού λαϊκισμού.
Και με τις Ηνωμένες Πολιτείες σε υποχώρηση από την πολυμέρεια, και το Ηνωμένο Βασίλειο να βγαίνει από την ΕΕ, ακόμη και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της Ένωσης έχουν πλέον καταφέρει να πεισθούν για το αναπόφευκτο της παρακμής της.
Και όμως, μια σημαντική διάσταση της ισχύος της ΕΕ παραμένει ανεπηρέαστη από οποιαδήποτε από τούτες τις τάσεις και αυτή είναι η ικανότητα της ΕΕ να θέτει υψηλά εσωτερικά πρότυπα, αλλάζοντας τους παγκόσμιους κανονισμούς στην πορεία.
Οι κανονισμοί της ΕΕ επηρεάζουν το ποια προϊόντα κατασκευάζονται και πώς διεξάγονται οι επιχειρήσεις, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά παντού στον κόσμο.
Επειδή διαδραματίζει αυτόν τον ρόλο, η ΕΕ μπορεί να μεταμορφώσει τις παγκόσμιες αγορές σε πολλούς τομείς -κάτι που έχει κάνει με τον καθορισμό των προτύπων για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, για παράδειγμα. Εφόσον η ΕΕ εξασφαλίζει αυτή την ουσιώδη ρυθμιστική εξουσία, θα παραμείνει μια σημαντική δύναμη στην παγκόσμια οικονομία.

Η επίδραση των Βρυξελλών

Η ρυθμιστική ισχύς της Ευρώπης εκτείνεται δια μέσου χωρών και βιομηχανιών.
Οι κανονισμοί της ΕΕ καθορίζουν τις προεπιλεγμένες ρυθμίσεις απορρήτου στο iPhone.
Θέτουν τους όρους για το πώς υλοτομείται η ξυλεία στην Ινδονησία, πώς παράγεται το μέλι στην Βραζιλία και ποια ζιζανιοκτόνα χρησιμοποιούν οι καλλιεργητές κακάο στο Καμερούν.
Αποφασίζουν ποιος εξοπλισμός εγκαθίσταται στα εργοστάσια γαλακτοκομικών προϊόντων στην Κίνα και πόση ιδιωτικότητα παρέχεται στους χρήστες του Διαδικτύου στην Λατινική Αμερική.
Αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα της ισχύος της ΕΕ να ρυθμίζει μονομερώς τις παγκόσμιες αγορές, κάτι που είναι γνωστό ως «η Επίδραση των Βρυξελλών» (the Brussels Effect).
Η Επίδραση των Βρυξελλών υποδηλώνει ότι όσο μεγαλύτερη και πλουσιότερη είναι μια καταναλωτική αγορά, τόσο πιο πιθανό είναι οι εξαγωγικές εταιρείες να συμμορφώνονται με τα πρότυπά της.
Ο συνδυασμός μεγέθους και ευημερίας της Ευρώπης καθιστά την καταναλωτική αγορά της μια [αγορά] από την οποία λίγες εταιρείες θα επιλέξουν να απόσχουν.
Με πληθυσμό 516 εκατομμυρίων κατοίκων και κατά κεφαλήν ΑΕΠ 40.900 δολαρίων, η ΕΕ διαθέτει μια αγορά μεγαλύτερη από των Ηνωμένων Πολιτειών και πλουσιότερη από της Κίνας.
Είναι επίσης ο δεύτερος μεγαλύτερος εισαγωγέας αγαθών στον κόσμο.
Ως αποτέλεσμα, για πολλές επιχειρήσεις, τα οφέλη της πρόσβασης στην αγορά αυτή υπερτερούν του κόστους προσαρμογής στα αυστηρά πρότυπα της ΕΕ.
Αλλά το μέγεθος της αγοράς από μόνο του δεν εξηγεί την ικανότητα της Ευρώπης να προβάλλει τις ρυθμιστικές προτιμήσεις της πέρα από τα σύνορά της.
Η ΕΕ έχει επίσης οικοδομήσει μια εκτεταμένη θεσμική αρχιτεκτονική και αξιοποίησε την πολιτική βούληση να επιβάλει τους κανονισμούς της.
Οι Βρυξέλλες διαθέτουν μια εκτεταμένη ισχύ επιβολής κυρώσεων και την δυνατότητα απαγόρευσης προϊόντων ή υπηρεσιών από την αγορά της ΕΕ.
Η προοπτική αυτού του αποκλεισμού αποτρέπει αποτελεσματικά τις παραβιάσεις και προκαλεί συμμόρφωση με τους κανονισμούς της ΕΕ.
Ως αποτέλεσμα του Brussels Effect, η ΕΕ δεν χρειάζεται να επιβάλλει τα πρότυπά της με καταναγκασμό σε οποιονδήποτε -οι δυνάμεις της αγοράς και μόνο επαρκούν συχνά για τη μετατροπή του ευρωπαϊκού προτύπου σε παγκόσμιο πρότυπο, καθώς οι επιχειρήσεις επεκτείνουν οικειοθελώς τους κανόνες της ΕΕ ώστε να διέπουν τις παγκόσμιες δραστηριότητές τους.

Απαιτήσεις για τα δεδομένα

Η Ευρώπη έχει ασκήσει την ρυθμιστική ισχύ της σε συγκεκριμένα δράση όσον αφορά την ιδιωτικότητα των δεδομένων (data).
Το 2016, η ΕΕ θέσπισε τον γενικό κανονισμό προστασίας δεδομένων (General Data Protection Regulation, GDPR), ο οποίος περιορίζει την ποσότητα των προσωπικών δεδομένων που μπορούν να συλλεχθούν και τους σκοπούς για τους οποίους μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα δεδομένα αυτά˙ απαιτεί επίσης ότι κάθε οντότητα -ιδιωτική ή κυβερνητική- που συλλέγει και επεξεργάζεται τέτοια δεδομένα πρέπει να διασφαλίζει την ακεραιότητα, την ασφάλεια και την ακρίβειά της.
Ο GDPR προβλέπει ένα «δικαίωμα στην λήθη», με το οποίο οι άνθρωποι διατηρούν το δικαίωμα να ζητήσουν την διαγραφή ορισμένων προσωπικών δεδομένων τους.
Η διάταξη του νόμου περί «ιδιωτικότητας εκ του σχεδιασμού» (“privacy by design”) απαιτεί από τους κατασκευαστές να σχεδιάζουν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους έχοντας κατά νου τις υποχρεώσεις του GDPR. Οι εταιρείες που δεν συμμορφώνονται με τον GDPR αντιμετωπίζουν πρόστιμα ύψους έως 20 εκατομμυρίων ευρώ ή έως και 4% των συνολικών παγκόσμιων εσόδων της εταιρείας από το προηγούμενο οικονομικό έτος.
Η υιοθέτηση του GDPR ήταν μια αμφισβητούμενη διαδικασία.
Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών και κορυφαίες εταιρείες των ΗΠΑ -συμπεριλαμβανομένων των Cisco, Intel, Microsoft και NBCUniversal- αντιτάχθηκαν στον κανονισμό με το σκεπτικό ότι θα παρεμπόδιζε την συνεργασία για την εθνική ασφάλεια και θα σκότωνε την καινοτομία και την έρευνα. Η ένταση της κριτικής των ΗΠΑ ήταν συνεπής προς μια βαθιά απόκλιση απόψεων μεταξύ της ΕΕ και των Ηνωμένων Πολιτειών σχετικά με την ικανότητα των αγορών να αυτοδιοικούνται και την επιθυμία για κυβερνητικές παρεμβάσεις.
Οι νόμοι περί προστασίας προσωπικών δεδομένων των ΗΠΑ είναι σημαντικά ασθενέστεροι από τους [αντίστοιχους] νόμους της ΕΕ και περιορίζονται κυρίως στον δημόσιο τομέα, στην υγειονομική περίθαλψη, και στον τραπεζικό τομέα.
Ο ιδιωτικός τομέας στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει σε μεγάλο βαθμό αφεθεί να επινοεί και να επιβάλει τους δικούς του περιορισμούς προστασίας της ιδιωτικότητας των data.
Οι πολιτικές που υπόκεινται στις συζητήσεις για την διεθνή προστασία της ιδιωτικότητας έχουν μετακινηθεί πρόσφατα προς την πλευρά της ΕΕ, εν μέρει χάρη στην αποκάλυψη ότι μια βρετανική πολιτική συμβουλευτική εταιρεία, η Cambridge Analytica, απέκτησε ιδιωτικά δεδομένα που λήφθηκαν από χρήστες του Facebook.
Τα στοιχεία αυτά χρησιμοποιήθηκαν στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ το 2016 και στο δημοψήφισμα του 2016 για το Brexit.
Αλλά ο ύψιστος καθοριστικός παράγοντας της μοίρας του GDPR δεν θα είναι τόσο η πολιτική όσο η Επίδραση των Βρυξελλών.
Η ΕΕ είναι μια σημαντική αγορά για πολλές επιχειρήσεις που βασίζονται σε δεδομένα (data), συμπεριλαμβανομένων της Facebook και της Google.
Η Facebook έχει περισσότερα από 250 εκατομμύρια χρήστες [12] στην Ευρώπη και αυτοί παράγουν το 25% των παγκόσμιων εσόδων της Facebook.
Το μερίδιο της Google στην αγορά αναζήτησης είναι πάνω από 90% στα περισσότερα κράτη-μέλη της ΕΕ, το οποίο υπερβαίνει το μερίδιο αγοράς της στις Ηνωμένες Πολιτείες από 67% έως 75%.
Η εγκατάλειψη της αγοράς της ΕΕ δεν είναι ούτε κατ’ ελάχιστον εμπορικά βιώσιμη επιλογή γι' αυτούς.
Αυτές οι ψηφιακές εταιρείες θα πιεστούν σκληρά για να παρακάμψουν τον GDPR, επειδή ο κανονισμός προστατεύει τα ευρωπαϊκά δεδομένα ανεξάρτητα από το πού επεξεργάζονται αυτά τα data.
Οι εταιρείες ενδέχεται να επιθυμούν να χωρίσουν προϊόντα και υπηρεσίες μεταξύ των αγορών σε μια προσπάθεια να παρακάμψουν την επίδραση των Βρυξελλών. Αντί να ακολουθούν ένα ομοιόμορφο πρότυπο στην παγκόσμια συμπεριφορά τους, οι εταιρείες θα μπορούσαν να προσαρμόσουν τις πρακτικές τους ώστε να ταιριάζουν στις διαφορετικές ρυθμιστικές αγορές.
Αλλά τούτο θα ήταν δύσκολο και δαπανηρό, γεγονός που καθιστά αυτή την τακτική άκρως απίθανη.
Πολλές ψηφιακές εταιρείες αποθηκεύουν τα δεδομένα τους σε διακομιστές (servers) στο εξωτερικό και πρέπει να τα μετακινούν πέρα από τα σύνορα.
Δεδομένου ότι οι κανονισμοί περί προστασίας της ιδιωτικότητας μπορούν να διαφέρουν μεταξύ των διαφόρων δικαιοδοσιών, και επειδή η σχεδίαση πολλαπλών καθεστώτων συμμόρφωσης είναι δαπανηρή, η επιχειρησιακή λογική υποχρεώνει αυτές τις ψηφιακές εταιρείες να εξορθολογίσουν: Εφαρμόζουν τα πιο αυστηρά πρότυπα σε όλους τους τομείς, ώστε να διατηρούν την ικανότητα να διεξάγουν τις δραστηριότητές τους παντού.
Αντί να διχάσουν τις υπηρεσίες τους ή να αποποιηθούν πλήρως την αγορά της ΕΕ, πολλές εταιρείες των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των Google, Facebook, Microsoft, Netflix, Uber και Airbnb, έχουν τροποποιήσει [13] τις παγκόσμιες πρακτικές τους περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων, ώστε να ανταποκρίνονται στα πρότυπα της ΕΕ. Και καθώς οι εταιρείες έχουν υποκύψει στην Επίδραση των Βρυξελλών, οι κυβερνήσεις έχουν ακολουθήσει το παράδειγμά τους.
Μέχρι σήμερα, σχεδόν 120 χώρες έχουν θεσπίσει νόμους περί ιδιωτικότητας, οι περισσότεροι από τους οποίους μοιάζουν με το καθεστώς προστασίας δεδομένων της ΕΕ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να μην είναι σε θέση να αντισταθούν για πάντα.
Εάν η Ουάσινγκτον παραδεχτεί ότι έχει έρθει η ώρα για έναν ισχυρό ομοσπονδιακό νόμο για την προστασία των δεδομένων, η Επίδραση των Βρυξελλών θα έχει φτάσει στα τελευταία σύνορά της.

Μη φοβάστε μια παραπαίουσα Ευρώπη

Σε έναν κόσμο αυξανόμενης απογοήτευσης σχετικά με την διεθνή συνεργασία, η Επίδραση των Βρυξελλών (Brussels Effect) έχει παραγάγει εντυπωσιακή συμμόρφωση, αν όχι συναίνεση, σε κρίσιμα διασυνοριακά ζητήματα, όπως το ιδιωτικό απόρρητο δεδομένων.
Αλλά οι αντίθετοι άνεμοι είναι ισχυροί.
Η άνοδος της Κίνας, η αντίδραση στην παγκοσμιοποίηση και η μείωση της διεθνούς συνεργασίας είναι μερικές μόνο από τις δυνάμεις που αντισταθμίζουν την θέση ρυθμιστικών προτύπων από την Ευρώπη.
Παρ' όλα αυτά, υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι η Επίδραση των Βρυξελλών θα επικρατήσει.
Αν και η Κίνα ενδέχεται σύντομα να διαθέτει τη μεγαλύτερη καταναλωτική αγορά, η προβολή για το κατά κεφαλήν εισόδημά της το 2050 είναι στα 17.372 δολάρια, δηλαδή πολύ χαμηλότερο από εκείνο των κρατών-μελών της ΕΕ.
Οι λιγότερο πλούσιοι καταναλωτές έχουν λιγότερη όρεξη για ρυθμίσεις που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την ανάπτυξη και την οικονομική εξέλιξη.
Και δεδομένου ότι οι εισαγωγείς καθορίζουν πρότυπα με το να ρυθμίζουν την πρόσβαση στην αγορά τους και η οικονομία της Κίνας στηρίζεται κατά κύριο λόγο στις εξαγωγές, μια «Επίδραση του Πεκίνου» είναι απίθανο να αντικαταστήσει την Επίδραση των Βρυξελλών σύντομα.
Ο φόβος της συρρίκνωσης της πολυμέρειας επίσης δεν αποτελεί λόγο ανησυχίας.
Οι χώρες ενδέχεται να αποσυρθούν από συμφωνίες ασφάλειας και εμπορίου ή ακόμη και να εγκαταλείψουν την ΕΕ. Αλλά αυτές οι αντι-παγκοσμιοποιητικές θέσεις δεν θα υπονομεύσουν τους παγκόσμιους κανονισμούς που παράγει η ΕΕ.
Πάρτε το Brexit, για παράδειγμα: Περίπου οι μισές βρετανικές εξαγωγές προορίζονται για την ΕΕ, πράγμα που σημαίνει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα συνεχίσει να χρειάζεται πρόσβαση στην μεγάλη καταναλωτική αγορά της ΕΕ πολύ μετά το Brexit.
Ενώ οι βρετανικές εταιρείες θα μπορούσαν, κατ' αρχήν, να υιοθετήσουν ένα σύνολο προτύπων για την Ευρώπη και πολλαπλές άλλες προδιαγραφές για τον υπόλοιπο κόσμο μετά το Brexit, η Επίδραση των Βρυξελλών το καθιστά απίθανο. Επομένως, η Επίδραση των Βρυξελλών μετριάζει την εξασθένιση της παγκοσμιοποίησης και, εν πάση περιπτώσει, γεμίζει το κενό που απομένει από την ελαττούμενη πολυμέρεια.
Η Επίδραση των Βρυξελλών πιθανότατα θα επιμείνει, επεκτείνοντας την κανονιστική ηγεμονία της ΕΕ στο ορατό μέλλον, αμφισβητώντας έτσι την έννοια της αναπόφευκτης συνολικής χρεοκοπίας της Ευρώπης.
 
www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης