Στήριξη από τον ενεργειακό κλάδο για την αμερικανική αγορά
Σε θετική πορεία κινήθηκε η αμερικανική αγορά στην πρώτη συνεδρίαση της εβδομάδας, αν και έχασε σημαντικό μερίδιο των κερδών της, μετά την ανακοίνωση του Donald Trump ότι θα ανακοινώσει αύριο την απόφασή του για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Αρχικά ο κ. Trump θα ανακοίνωνε εάν τελικώς ή όχι οι ΗΠΑ θα αποσυρθούν από τη διεθνή συμφωνία με την Τεχεράνη και ακολούθως εάν θα επιβάλουν κυρώσεις στο Ιράν στις 12 Μαΐου, αλλά ως φαίνεται αποφάσισε να επισπεύσει την ανακοίνωση.
Η δήλωση Trump –παραδοσιακά μέσω Twitter- μείωσε και τα κέρδη του ενεργειακού κλάδου, ο οποίος αποτέλεσε σήμερα το βασικό στήριγμα της Wall Street.
Αποτέλεσμα ο Dow Jones να ενισχυθεί κατά 94 μονάδες ή 0,39% στις 24.357 μονάδες, ενώ ενδοσυνεδριακά είχε φθάσει να σημειώνει κέρδη άνω των 200 μονάδων.
Στο 0,35% η άνοδος για τον S&P 500 στις 2.672 μονάδες, ενώ κατά 0,77% υψηλότερα κινήθηκε ο Nasdaq στις 7.265 μονάδες.
Αμετάβλητος υψηλότερα από τις 14 μονάδες παρέμεινε ο δείκτης μεταβλητότητας VIX.
Το Energy Select Sector SPDR Fund ενισχύθηκε τελικά 0,2%, ενώ ενδοσυνεδριακά είχε φθάσει να σημειώνει κέρδη κοντά στο 2%.
Ανάλογη ήταν η εικόνα και για τις ενεργειακές μετοχές, καθώς ο μαύρος χρυσός (τόσο το ελαφρύ αμερικανικό αργό – WTI όσο και το Brent) διαμορφώθηκε στο υψηλότερο επίπεδο από τον Νοέμβριο του 2014.

Οι μετοχές με την μεγαλύτερή άνοδο και την μεγαλύτερη πτώση στο δείκτη Dow Jones

Οι μετοχές με την μεγαλύτερή άνοδο και την μεγαλύτερη πτώση στο δείκτη S&P 500

Οι μετοχές με την μεγαλύτερή άνοδο και την μεγαλύτερη πτώση στο δείκτη Nasdaq

Fed
Θα ένιωθε «άνετα» με μια «υπέρβαση» του πληθωρισμού, δήλωσε σήμερα (7/5/2018) o πρόεδρος της Federal Reserve της Ατλάντα, Raphael Bostic, τονίζοντας ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ δεν πρόκειται να αλλάξει την πορεία νομισματικής σύσφιξης εάν οι μισθοί αρχίσουν, όπως αναμένεται, να αυξάνονται γρηγορότερα.
«Έχουμε δει κάποια ανοδική πίεση (στον πληθωρισμό).
Κάποια υπέρβαση είναι εντάξει», δήλωσε ο Bostic σε συνέδριο της Alanta Fed.
Παράλληλα, η βασική του υπόθεση είναι για δύο πρόσθετες αυξήσεις επιτοκίων εντός του 2018, και, όπως δήλωσε, ένα «άλμα» στους μισθούς δεν θα το αλλάξει απαραίτητα αυτό.
Αν συνεχιστούν οι τρέχουσες τάσεις, «θα δούμε ότι οι μισθοί θα αρχίσουν να ανεβαίνουν, επειδή θα έχουμε πραγματικά έλλειψη εργασίας», δήλωσε ο Bostic.
«Δεν είμαι βέβαιος ότι υπάρχει ένα μεγάλο μήνυμα» σε αυτό σχετικά με τον πληθωρισμό, πρόσθεσε ο ίδιος.
Μακροοικονομία
Στα υψηλότερα επίπεδα από το 2005, οπότε και άρχισε η απότομη αύξηση των τιμών που συνέβαλε στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, διαμορφώνεται η αισιοδοξία των Αμερικανών πολιτών για την αγορά κατοικιών, κόντρα στις ολοένα αυξανόμενες «φωνές» για «φούσκα».
Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση της Gallup, που δημοσιεύθηκε σήμερα 7 Μαΐου 2018, το 64% των ερωτηθέντων αναμένει περαιτέρω αύξηση των τιμών κατοικιών στην περιοχή τους, τους αμέσως επόμενους μήνες, ποσοστό που είναι το υψηλότερο που έχει καταγραφεί από το 2005.
Ως εκ τούτου, οι εν λόγω πολίτες (65%) εκτιμούν ότι η τρέχουσα χρονική περίοδος κρίνεται ως κατάλληλη για την αγορά μίας κατοικίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, το 2008, το αντίστοιχο ποσοστό έφθασε σε ιστορικό χαμηλό, ήτοι 22%.
Με επιταχυνόμενο ρυθμό αυξήθηκαν οι τιμές κατοικιών στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους, επιβεβαιώνοντας τις ανησυχίες των αναλυτών για «υπερθέρμανση» ή ακόμη και «φούσκα» στην αμερικανική αγορά ακινήτων.
Ειδικότερα, με βάση της στοιχεία της CoreLogic, οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν κατά 7% τον Μάρτιο του 2018, σε ετήσια σύγκριση, έναντι αντίστοιχης επίδοσης της τάξεως του 6,4%, ένα μήνα νωρίτερα.
Για τους τρεις πρώτους μήνες του 2018, η μέση αύξηση -σε ετήσια σύγκριση- των τιμών κατοικιών διαμορφώνεται στο 6,5%, έναντι 5,9% για το σύνολο του περασμένου έτους.
Η CoreLogic κάνει λόγο για αυξημένη ζήτηση και αναιμική προσφορά, ενώ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, χαρακτηρίζοντας «υπερτιμημένο» το ήμισυ των κατοικιών σε εθνικό επίπεδο.
Να επισημανθεί ότι, τον Απρίλιο του 2018, οι μισθοί στις Η.Π.Α. εκτιμάται ότι ενισχύθηκαν κατά 2,7% σε ετήσια σύγκριση, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της κυβέρνησης.
Αν ληφθεί υπόψη και ο ολοένα αυξανόμενος πληθωρισμός, διαπιστώνεται ότι η αγοραστική δύναμη των Αμερικανών παραμένει στάσιμη ή υποχωρεί.
Σε επίπεδα-ρεκόρ έχουν αυξηθεί οι τιμές κατοικιών στις Ηνωμένες Πολιτείες, επαναφέροντας μνήμες από τη «φούσκα» της περιόδου 2005-2007, που, σε συνδυασμό με τις αλόγιστες πρακτικές των τραπεζών, οδήγησε στην άνευ προηγουμένου χρηματοπιστωτική κρίση.
Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα «Home Affordability Report», για το 2018, η μέση τιμή για την απόκτηση μίας κατοικίας στη Νέα Υόρκη διαμορφώνεται πλέον σε 1,6 εκατ. δολάρια, ενώ υπερβολικά ποσό παρατηρούνται, επίσης, σε λοιπές μεγαλουπόλεις, όπως το Σαν Φρανσίσκο.
Αν ληφθεί υπόψη ένα μέσο επιτόκιο 4,625% για τα στεγαστικά δάνεια, οι ετήσιες απολαβές ενός πολίτη πρέπει να φθάνουν τα 418.000 δολάρια για να μην υπάρξει αθέτηση πληρωμής, αν εξαιρεθούν όλα τα υπόλοιπα βασικά έξοδα, αναφέρεται.
Σε ό,τι αφορά το Σαν Φρανσίσκο και το Λος Άντζελες, η μέση τιμή για την αγορά κατοικίας διαμορφώνεται σε 1,3 εκατ. (349.650) και 714.395 δολάρια (187.306), αντίστοιχα.
Σε παρένθεση παρατίθεται ο απαιτούμενος ετήσιος μισθός.
Τη λίστα των πιο ακριβών πόλεων συμπληρώνουν το Σιάτλ, το Πόρτλαντ, το Ντένβερ, η Ατλάντα, το Φοίνιξ και το Ντάλας, με τιμές 654.889 (171.575), 496.328 (107.692), 363.984 (95.360), 236.065 (61.847), 203.777 (53.388) και 186.597 δολάρια (48.887), αντίστοιχα.
Επιχειρήσεις
Στην εξαγορά της Gramercy Property Trust, διαχειρίστριας assets εμπορικών ακινήτων, ανακοίνωσε σήμερα (7/5/2018) ότι προχωρά η Blackstone Group, με το τίμημα του deal να ανέρχεται στα 7,6 δισ. δολ.
Όπως σημειώνει το «Reuters», το τίμημα, στα 27,50 δολ. ανά μετοχή, περιλαμβάνει premium 15,4% σε σχέση με το κλείσιμο της μετοχής της Gramercy Property την Παρασκευή (4/5), στα 23,82 δολάρια.
Σημειώνεται ότι το deal αναμένεται να κλείσει εντός του β’ εξαμήνου του 2018, ενώ πρώτα θα πρέπει να εγκριθεί από τους μετόχους της Gramercy.
Το ποσό των 7,15 δισ. δολ. σε μετρητά θα καταβάλει η Nestle στην Starbucks, προκειμένου να εξασφαλίσει τα δικαιώματα πώλησης των προϊόντων της αλυσίδας καφέ των ΗΠΑ σε όλο τον κόσμο, σε μια παγκόσμια συμμαχία που στόχο έχει την αναζωογόνηση των δύο αυτοκρατοριών στην αγορά καφέ.
Η συμφωνία που ανακοινώθηκε σήμερα (7/5/2018) για μια επιχειρηματική δραστηριότητα με πωλήσεις 2 δισ. δολ. ενδυναμώνει τη θέση της Nestle, καθώς η μεγαλύτερη εταιρεία καφέ στον κόσμο προσπαθεί να ενισχύσει τον ρόλο της σε μια ταχέως μεταβαλλόμενη αγορά.
Η Starbucks, που εδρεύει στο Σιάτλ και είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο αλυσίδα καφέ, ανακοίνωσε ότι θα χρησιμοποιήσει τα έσοδα για να επισπεύσει επαναγορές μετοχών και ότι η συμφωνία αναμένεται να αρχίσει να ενισχύει τα κέρδη της ανά μετοχή το αργότερο έως το 2021.
Από την πλευρά της, η Nestle ανακοίνωσε ότι αναμένει η συμφωνία για την πώληση συσκευασμένου καφέ και ποτών της Starbucks να αρχίσει να συνεισφέρει θετικά στα κέρδη της έως το 2019.
Η συμφωνία δεν θα περιλαμβάνει κανένα από τα καφέ της Starbucks αλλά επιτρέπει στη Nestle να πουλά καφέ της Starbucks σε μεμονωμένες κάψουλες και να διευρύνει τις πωλήσεις στιγμιαίου καφέ.
Αναλύσεις
Οι μετοχές - και όχι τα ομόλογα - παραμένουν η καλύτερη επιλογή για τους επενδυτές, σύμφωνα με τον Warren Buffett.
Ο Buffet, ο οποίος μίλησε στο CNBC, δεν πιστεύει ότι οι τιμές των μετοχών είναι υπερτιμημένες έναντι των ομολόγων, ακόμηα και αν αντιμετώπισε πρόβλημα να εντοπίσει ένα ολόκληρο κλάδο για επένδυση σε λογικές τιμές.
Όσον αφορά τα κρυπτονομίσματα, ο μεγαλοεπενδυτής εξηγεί ότι είναι αντιπαραγωγικά assets, όπως ο χρυσός.
Έτσι αποτρέπει τους επενδυτές από την αγορά bitcoin, καθώς όπως εξηγεί, ποντάρουν στο ότι κάποιος άλλος θα πληρώσει περισσότερα στο μέλλον.
Στο ιστορικό υψηλό των 187,4 δολαρίων διαπραγματεύεται η μετοχή της Apple στις χρηματιστηριακές αγορές της Νέας Υόρκης, με κεκτημένη ταχύτητα από την περασμένη εβδομάδα και, συγκεκριμένα, την είδηση ότι ο Warren Buffet αγόρασε επιπλέον 75 εκατομμύρια μετοχές του τεχνολογικού κολοσσού.
Όπως αναφέρει η Goldman Sachs σε report της η πορεία της Apple έχει προκαλέσει επιτάχυνση ολόκληρου του κλάδου FAANG (Facebook, Apple, Amazon, Netflix και Google), που αποτελούν πλέον ένα μεγαλύτερο κομμάτι της τεχνολογικής πίτας από ποτέ.
Ωστόσο μέσα στην επενδυτική φρενίτιδα η Goldman Sachs, η οποία εξέτασε μια παρόμοια αναλογία, αυτή του τεχνολογικού τομέα σε δολάρια του δείκτη S&P 500, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «μεγάλη έκθεση = μεγάλος κίνδυνος».
Κατ 'αρχάς, υπάρχουν ορισμένα στοιχεία σχετικά με τον εντυπωσιακό αντίκτυπο των τεχνολογικών μετοχών στη συνολική αγορά.
Τα τελευταία πέντε χρόνια, η ταχεία αύξηση των πωλήσεων και τα υψηλά περιθώρια κέρδους οδήγησαν τον κλάδο της τεχνολογίας να συμβάλει στο 73% της επέκτασης του περιθωρίου S&P 500 και στο ένα τρίτο της αύξησης των EPS.
Τα ισχυρά θεμελιώδη στοιχεία έχουν οδηγήσει σε αξιοσημείωτη υπεραπόδοση.
Από την αρχή του 2017 ο τεχνολογικός τομέας συνεισέφερε το 43% της συνολικής απόδοσης του δείκτη S&P 500, με τις μετοχές «FANG» να αντιπροσωπεύουν μόνο το 12% της απόδοσης της αγοράς.
Αυτά είναι τα καλά νέα.
Τώρα δεν είναι τόσο καλό.
Πρώτον: Άνευ προηγουμένου συγκέντρωση: Η ευρεία δημοτικότητα του τεχνολογικού κλάδου αυξάνει τον κίνδυνο που αντιμετωπίζουν οι διαχειριστές χαρτοφυλακίων.
Στην αρχή του 2018, οι μετοχές του τεχνολογικού κλάδου ανέρχονταν στο 26% των χαρτοφυλακίων αμοιβαίων κεφαλαίων μεγάλης κεφαλαιοποίησης, που αντιστοιχούσαν σε αύξηση κατά 235 μονάδων βάσης σε σχέση με τους δείκτες αναφοράς, το μεγαλύτερο μεταξύ των επιχειρηματικών κλάδων.
Τα χρήματα των αμοιβαίων κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου δείχνουν παρόμοια προτίμηση μεταξύ των levered επενδυτών, με 24% καθαρή έκθεση στον τεχνολογικό κλάδο.
Οι παθητικοί επενδυτές εκτίθενται επίσης στον κίνδυνο ύφεσης, δεδομένου του μεγάλου βάρους στον τεχνολογικό κλάδο, στο 25% του ανώτατου ορίου του δείκτη S&P 500.
Δεύτερον: Το ιστορικό ρεκόρ.
Κατά τα τελευταία 50 χρόνια, μόνο ο τομέας της ενέργειας στις αρχές της δεκαετίας του 1980 (26% βάρος), ο τεχνολογικός κλάδος στα τέλη της δεκαετίας του 1990 (35%) και ο χρηματοπιστωτικός κλάδος στα μέσα της δεκαετίας του 2000 (22% ομοίως υπερέβη το 20% του βάρους του δείκτη S&P 500).
Αυτό που συνέβη στη συνέχεια είναι αυτό που προκαλεί μεγάλη ανησυχία, διότι, όπως αναφέρει η Goldman Sachs, «τα τρία αυτά επεισόδια κατέληξαν σε μια απόλυτη πτώση των τιμών που υπερέβαινε το 50% για τον κλάδο και χαμηλή απόδοση σε σχέση με την απόδοση του δείκτη S&P500 κατά 30%».
Ακόμη χειρότερα, όπως προειδοποιεί η Goldman Sachs, «το μεγάλο βάρος του τεχνολογικού τομέα θα μπορούσε εύκολα να προκαλέσει τεκτονικές αλλαγές στην αγορά, εάν οι επενδυτές αποφασίσουν να κατοχυρώσουν τα κέρδη τους και να επενδύσουν σε άλλο κλάδο».
www.bankingnews.gr
Αρχικά ο κ. Trump θα ανακοίνωνε εάν τελικώς ή όχι οι ΗΠΑ θα αποσυρθούν από τη διεθνή συμφωνία με την Τεχεράνη και ακολούθως εάν θα επιβάλουν κυρώσεις στο Ιράν στις 12 Μαΐου, αλλά ως φαίνεται αποφάσισε να επισπεύσει την ανακοίνωση.
Η δήλωση Trump –παραδοσιακά μέσω Twitter- μείωσε και τα κέρδη του ενεργειακού κλάδου, ο οποίος αποτέλεσε σήμερα το βασικό στήριγμα της Wall Street.
Αποτέλεσμα ο Dow Jones να ενισχυθεί κατά 94 μονάδες ή 0,39% στις 24.357 μονάδες, ενώ ενδοσυνεδριακά είχε φθάσει να σημειώνει κέρδη άνω των 200 μονάδων.
Στο 0,35% η άνοδος για τον S&P 500 στις 2.672 μονάδες, ενώ κατά 0,77% υψηλότερα κινήθηκε ο Nasdaq στις 7.265 μονάδες.
Αμετάβλητος υψηλότερα από τις 14 μονάδες παρέμεινε ο δείκτης μεταβλητότητας VIX.
Το Energy Select Sector SPDR Fund ενισχύθηκε τελικά 0,2%, ενώ ενδοσυνεδριακά είχε φθάσει να σημειώνει κέρδη κοντά στο 2%.
Ανάλογη ήταν η εικόνα και για τις ενεργειακές μετοχές, καθώς ο μαύρος χρυσός (τόσο το ελαφρύ αμερικανικό αργό – WTI όσο και το Brent) διαμορφώθηκε στο υψηλότερο επίπεδο από τον Νοέμβριο του 2014.

Οι μετοχές με την μεγαλύτερή άνοδο και την μεγαλύτερη πτώση στο δείκτη Dow Jones

Οι μετοχές με την μεγαλύτερή άνοδο και την μεγαλύτερη πτώση στο δείκτη S&P 500

Οι μετοχές με την μεγαλύτερή άνοδο και την μεγαλύτερη πτώση στο δείκτη Nasdaq

Fed
Θα ένιωθε «άνετα» με μια «υπέρβαση» του πληθωρισμού, δήλωσε σήμερα (7/5/2018) o πρόεδρος της Federal Reserve της Ατλάντα, Raphael Bostic, τονίζοντας ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ δεν πρόκειται να αλλάξει την πορεία νομισματικής σύσφιξης εάν οι μισθοί αρχίσουν, όπως αναμένεται, να αυξάνονται γρηγορότερα.
«Έχουμε δει κάποια ανοδική πίεση (στον πληθωρισμό).
Κάποια υπέρβαση είναι εντάξει», δήλωσε ο Bostic σε συνέδριο της Alanta Fed.
Παράλληλα, η βασική του υπόθεση είναι για δύο πρόσθετες αυξήσεις επιτοκίων εντός του 2018, και, όπως δήλωσε, ένα «άλμα» στους μισθούς δεν θα το αλλάξει απαραίτητα αυτό.
Αν συνεχιστούν οι τρέχουσες τάσεις, «θα δούμε ότι οι μισθοί θα αρχίσουν να ανεβαίνουν, επειδή θα έχουμε πραγματικά έλλειψη εργασίας», δήλωσε ο Bostic.
«Δεν είμαι βέβαιος ότι υπάρχει ένα μεγάλο μήνυμα» σε αυτό σχετικά με τον πληθωρισμό, πρόσθεσε ο ίδιος.
Μακροοικονομία
Στα υψηλότερα επίπεδα από το 2005, οπότε και άρχισε η απότομη αύξηση των τιμών που συνέβαλε στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, διαμορφώνεται η αισιοδοξία των Αμερικανών πολιτών για την αγορά κατοικιών, κόντρα στις ολοένα αυξανόμενες «φωνές» για «φούσκα».
Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση της Gallup, που δημοσιεύθηκε σήμερα 7 Μαΐου 2018, το 64% των ερωτηθέντων αναμένει περαιτέρω αύξηση των τιμών κατοικιών στην περιοχή τους, τους αμέσως επόμενους μήνες, ποσοστό που είναι το υψηλότερο που έχει καταγραφεί από το 2005.
Ως εκ τούτου, οι εν λόγω πολίτες (65%) εκτιμούν ότι η τρέχουσα χρονική περίοδος κρίνεται ως κατάλληλη για την αγορά μίας κατοικίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, το 2008, το αντίστοιχο ποσοστό έφθασε σε ιστορικό χαμηλό, ήτοι 22%.
Με επιταχυνόμενο ρυθμό αυξήθηκαν οι τιμές κατοικιών στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους, επιβεβαιώνοντας τις ανησυχίες των αναλυτών για «υπερθέρμανση» ή ακόμη και «φούσκα» στην αμερικανική αγορά ακινήτων.
Ειδικότερα, με βάση της στοιχεία της CoreLogic, οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν κατά 7% τον Μάρτιο του 2018, σε ετήσια σύγκριση, έναντι αντίστοιχης επίδοσης της τάξεως του 6,4%, ένα μήνα νωρίτερα.
Για τους τρεις πρώτους μήνες του 2018, η μέση αύξηση -σε ετήσια σύγκριση- των τιμών κατοικιών διαμορφώνεται στο 6,5%, έναντι 5,9% για το σύνολο του περασμένου έτους.
Η CoreLogic κάνει λόγο για αυξημένη ζήτηση και αναιμική προσφορά, ενώ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, χαρακτηρίζοντας «υπερτιμημένο» το ήμισυ των κατοικιών σε εθνικό επίπεδο.
Να επισημανθεί ότι, τον Απρίλιο του 2018, οι μισθοί στις Η.Π.Α. εκτιμάται ότι ενισχύθηκαν κατά 2,7% σε ετήσια σύγκριση, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της κυβέρνησης.
Αν ληφθεί υπόψη και ο ολοένα αυξανόμενος πληθωρισμός, διαπιστώνεται ότι η αγοραστική δύναμη των Αμερικανών παραμένει στάσιμη ή υποχωρεί.
Σε επίπεδα-ρεκόρ έχουν αυξηθεί οι τιμές κατοικιών στις Ηνωμένες Πολιτείες, επαναφέροντας μνήμες από τη «φούσκα» της περιόδου 2005-2007, που, σε συνδυασμό με τις αλόγιστες πρακτικές των τραπεζών, οδήγησε στην άνευ προηγουμένου χρηματοπιστωτική κρίση.
Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα «Home Affordability Report», για το 2018, η μέση τιμή για την απόκτηση μίας κατοικίας στη Νέα Υόρκη διαμορφώνεται πλέον σε 1,6 εκατ. δολάρια, ενώ υπερβολικά ποσό παρατηρούνται, επίσης, σε λοιπές μεγαλουπόλεις, όπως το Σαν Φρανσίσκο.
Αν ληφθεί υπόψη ένα μέσο επιτόκιο 4,625% για τα στεγαστικά δάνεια, οι ετήσιες απολαβές ενός πολίτη πρέπει να φθάνουν τα 418.000 δολάρια για να μην υπάρξει αθέτηση πληρωμής, αν εξαιρεθούν όλα τα υπόλοιπα βασικά έξοδα, αναφέρεται.
Σε ό,τι αφορά το Σαν Φρανσίσκο και το Λος Άντζελες, η μέση τιμή για την αγορά κατοικίας διαμορφώνεται σε 1,3 εκατ. (349.650) και 714.395 δολάρια (187.306), αντίστοιχα.
Σε παρένθεση παρατίθεται ο απαιτούμενος ετήσιος μισθός.
Τη λίστα των πιο ακριβών πόλεων συμπληρώνουν το Σιάτλ, το Πόρτλαντ, το Ντένβερ, η Ατλάντα, το Φοίνιξ και το Ντάλας, με τιμές 654.889 (171.575), 496.328 (107.692), 363.984 (95.360), 236.065 (61.847), 203.777 (53.388) και 186.597 δολάρια (48.887), αντίστοιχα.
Επιχειρήσεις
Στην εξαγορά της Gramercy Property Trust, διαχειρίστριας assets εμπορικών ακινήτων, ανακοίνωσε σήμερα (7/5/2018) ότι προχωρά η Blackstone Group, με το τίμημα του deal να ανέρχεται στα 7,6 δισ. δολ.
Όπως σημειώνει το «Reuters», το τίμημα, στα 27,50 δολ. ανά μετοχή, περιλαμβάνει premium 15,4% σε σχέση με το κλείσιμο της μετοχής της Gramercy Property την Παρασκευή (4/5), στα 23,82 δολάρια.
Σημειώνεται ότι το deal αναμένεται να κλείσει εντός του β’ εξαμήνου του 2018, ενώ πρώτα θα πρέπει να εγκριθεί από τους μετόχους της Gramercy.
Το ποσό των 7,15 δισ. δολ. σε μετρητά θα καταβάλει η Nestle στην Starbucks, προκειμένου να εξασφαλίσει τα δικαιώματα πώλησης των προϊόντων της αλυσίδας καφέ των ΗΠΑ σε όλο τον κόσμο, σε μια παγκόσμια συμμαχία που στόχο έχει την αναζωογόνηση των δύο αυτοκρατοριών στην αγορά καφέ.
Η συμφωνία που ανακοινώθηκε σήμερα (7/5/2018) για μια επιχειρηματική δραστηριότητα με πωλήσεις 2 δισ. δολ. ενδυναμώνει τη θέση της Nestle, καθώς η μεγαλύτερη εταιρεία καφέ στον κόσμο προσπαθεί να ενισχύσει τον ρόλο της σε μια ταχέως μεταβαλλόμενη αγορά.
Η Starbucks, που εδρεύει στο Σιάτλ και είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο αλυσίδα καφέ, ανακοίνωσε ότι θα χρησιμοποιήσει τα έσοδα για να επισπεύσει επαναγορές μετοχών και ότι η συμφωνία αναμένεται να αρχίσει να ενισχύει τα κέρδη της ανά μετοχή το αργότερο έως το 2021.
Από την πλευρά της, η Nestle ανακοίνωσε ότι αναμένει η συμφωνία για την πώληση συσκευασμένου καφέ και ποτών της Starbucks να αρχίσει να συνεισφέρει θετικά στα κέρδη της έως το 2019.
Η συμφωνία δεν θα περιλαμβάνει κανένα από τα καφέ της Starbucks αλλά επιτρέπει στη Nestle να πουλά καφέ της Starbucks σε μεμονωμένες κάψουλες και να διευρύνει τις πωλήσεις στιγμιαίου καφέ.
Αναλύσεις
Οι μετοχές - και όχι τα ομόλογα - παραμένουν η καλύτερη επιλογή για τους επενδυτές, σύμφωνα με τον Warren Buffett.
Ο Buffet, ο οποίος μίλησε στο CNBC, δεν πιστεύει ότι οι τιμές των μετοχών είναι υπερτιμημένες έναντι των ομολόγων, ακόμηα και αν αντιμετώπισε πρόβλημα να εντοπίσει ένα ολόκληρο κλάδο για επένδυση σε λογικές τιμές.
Όσον αφορά τα κρυπτονομίσματα, ο μεγαλοεπενδυτής εξηγεί ότι είναι αντιπαραγωγικά assets, όπως ο χρυσός.
Έτσι αποτρέπει τους επενδυτές από την αγορά bitcoin, καθώς όπως εξηγεί, ποντάρουν στο ότι κάποιος άλλος θα πληρώσει περισσότερα στο μέλλον.
Στο ιστορικό υψηλό των 187,4 δολαρίων διαπραγματεύεται η μετοχή της Apple στις χρηματιστηριακές αγορές της Νέας Υόρκης, με κεκτημένη ταχύτητα από την περασμένη εβδομάδα και, συγκεκριμένα, την είδηση ότι ο Warren Buffet αγόρασε επιπλέον 75 εκατομμύρια μετοχές του τεχνολογικού κολοσσού.
Όπως αναφέρει η Goldman Sachs σε report της η πορεία της Apple έχει προκαλέσει επιτάχυνση ολόκληρου του κλάδου FAANG (Facebook, Apple, Amazon, Netflix και Google), που αποτελούν πλέον ένα μεγαλύτερο κομμάτι της τεχνολογικής πίτας από ποτέ.
Ωστόσο μέσα στην επενδυτική φρενίτιδα η Goldman Sachs, η οποία εξέτασε μια παρόμοια αναλογία, αυτή του τεχνολογικού τομέα σε δολάρια του δείκτη S&P 500, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «μεγάλη έκθεση = μεγάλος κίνδυνος».
Κατ 'αρχάς, υπάρχουν ορισμένα στοιχεία σχετικά με τον εντυπωσιακό αντίκτυπο των τεχνολογικών μετοχών στη συνολική αγορά.
Τα τελευταία πέντε χρόνια, η ταχεία αύξηση των πωλήσεων και τα υψηλά περιθώρια κέρδους οδήγησαν τον κλάδο της τεχνολογίας να συμβάλει στο 73% της επέκτασης του περιθωρίου S&P 500 και στο ένα τρίτο της αύξησης των EPS.
Τα ισχυρά θεμελιώδη στοιχεία έχουν οδηγήσει σε αξιοσημείωτη υπεραπόδοση.
Από την αρχή του 2017 ο τεχνολογικός τομέας συνεισέφερε το 43% της συνολικής απόδοσης του δείκτη S&P 500, με τις μετοχές «FANG» να αντιπροσωπεύουν μόνο το 12% της απόδοσης της αγοράς.
Αυτά είναι τα καλά νέα.
Τώρα δεν είναι τόσο καλό.
Πρώτον: Άνευ προηγουμένου συγκέντρωση: Η ευρεία δημοτικότητα του τεχνολογικού κλάδου αυξάνει τον κίνδυνο που αντιμετωπίζουν οι διαχειριστές χαρτοφυλακίων.
Στην αρχή του 2018, οι μετοχές του τεχνολογικού κλάδου ανέρχονταν στο 26% των χαρτοφυλακίων αμοιβαίων κεφαλαίων μεγάλης κεφαλαιοποίησης, που αντιστοιχούσαν σε αύξηση κατά 235 μονάδων βάσης σε σχέση με τους δείκτες αναφοράς, το μεγαλύτερο μεταξύ των επιχειρηματικών κλάδων.
Τα χρήματα των αμοιβαίων κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου δείχνουν παρόμοια προτίμηση μεταξύ των levered επενδυτών, με 24% καθαρή έκθεση στον τεχνολογικό κλάδο.
Οι παθητικοί επενδυτές εκτίθενται επίσης στον κίνδυνο ύφεσης, δεδομένου του μεγάλου βάρους στον τεχνολογικό κλάδο, στο 25% του ανώτατου ορίου του δείκτη S&P 500.
Δεύτερον: Το ιστορικό ρεκόρ.
Κατά τα τελευταία 50 χρόνια, μόνο ο τομέας της ενέργειας στις αρχές της δεκαετίας του 1980 (26% βάρος), ο τεχνολογικός κλάδος στα τέλη της δεκαετίας του 1990 (35%) και ο χρηματοπιστωτικός κλάδος στα μέσα της δεκαετίας του 2000 (22% ομοίως υπερέβη το 20% του βάρους του δείκτη S&P 500).
Αυτό που συνέβη στη συνέχεια είναι αυτό που προκαλεί μεγάλη ανησυχία, διότι, όπως αναφέρει η Goldman Sachs, «τα τρία αυτά επεισόδια κατέληξαν σε μια απόλυτη πτώση των τιμών που υπερέβαινε το 50% για τον κλάδο και χαμηλή απόδοση σε σχέση με την απόδοση του δείκτη S&P500 κατά 30%».
Ακόμη χειρότερα, όπως προειδοποιεί η Goldman Sachs, «το μεγάλο βάρος του τεχνολογικού τομέα θα μπορούσε εύκολα να προκαλέσει τεκτονικές αλλαγές στην αγορά, εάν οι επενδυτές αποφασίσουν να κατοχυρώσουν τα κέρδη τους και να επενδύσουν σε άλλο κλάδο».
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών