Η θετική τάση αντανακλά την εκτίμηση ότι η Κύπρος θα διατηρήσει ισχυρή δημοσιονομική θέση και θα συνεχίσει να μειώνει το δημόσιο χρέος
Σε «A» επιβεβαίωσε την μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση της Κύπρου η Morningstar DBRS σε «A», αναθεωρώντας παράλληλα την τάση των μακροπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων αξιολογήσεων από «Σταθερή» σε «Θετική», ενώ η βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση παραμένει στο R-1 (low).
Η θετική τάση αντανακλά την εκτίμηση ότι η Κύπρος θα διατηρήσει την ισχυρή δημοσιονομική της θέση και θα συνεχίσει να μειώνει το δημόσιο χρέος. Η DBRS προβλέπει ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα υποχωρήσει από 49,9% το 2026 σε κάτω από 40% έως το 2029.
Η κυπριακή οικονομία αναμένεται να διατηρήσει ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ κατά περίπου 3% ετησίως τα επόμενα χρόνια. Η ιδιωτική κατανάλωση, οι επενδύσεις και οι εξαγωγές υπηρεσιών αναμένεται να συνεχίσουν να στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα, παρά τις πιέσεις που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή.
Ιδιαίτερα ισχυρές παραμένουν και οι δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας. Το δημοσιονομικό πλεόνασμα διαμορφώθηκε στο 3,4% του ΑΕΠ το 2025, ενώ αναμένεται να περιοριστεί στο 2,3% το 2026, προτού ανακάμψει τα επόμενα χρόνια και διαμορφωθεί περίπου στο 3,6% του ΑΕΠ το 2029.
Παράλληλα, το δημόσιο χρέος έχει σημειώσει εντυπωσιακή αποκλιμάκωση, από 96,5% του ΑΕΠ το 2021 στο 55% το 2025. Το υπουργείο Οικονομικών εκτιμά ότι ο δείκτης θα υποχωρήσει κάτω από το 50% έως το τέλος του 2026.
Ισχυρή είναι και η εικόνα του τραπεζικού συστήματος, με τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας CET1 να διαμορφώνεται στο 25,1% τον Μάρτιο του 2026. Την ίδια ώρα, τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα έχουν περιοριστεί στο 1,6%, από 17,9% το 2019.
Η DBRS επισημαίνει ως βασικά πλεονεκτήματα της Κύπρου την ισχυρή δημοσιονομική και οικονομική πολιτική, τη σταθερότητα του πολιτικού περιβάλλοντος, τη συμμετοχή στην ΕΕ και την Ευρωζώνη, καθώς και τη σημαντική βελτίωση της κατάστασης του τραπεζικού τομέα.
Ωστόσο, το πιστωτικό προφίλ της χώρας εξακολουθεί να περιορίζεται από το μικρό μέγεθος της οικονομίας, την εξάρτηση από τον τομέα των υπηρεσιών και τη χαμηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ.
Το μήνυμα της DBRS είναι σαφές: η Κύπρος διατηρεί την αξιολόγηση «A», όμως η μετάβαση σε θετικό outlook ανοίγει πλέον τον δρόμο για μια πιθανή νέα αναβάθμιση, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεχιστεί η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και θα ενισχυθεί περαιτέρω η ανθεκτικότητα της κυπριακής οικονομίας.
Παράγοντες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας
Οι αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας θα μπορούσαν να αναβαθμιστούν εάν επέλθει ένας ή συνδυασμός των ακόλουθων παραγόντων:
Ο δείκτης δημόσιου χρέους μειωθεί σύμφωνα με τις τρέχουσες προσδοκίες.
Υπάρξουν ενδείξεις ενίσχυσης της οικονομικής ανθεκτικότητας και αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας.
Η Morningstar DBRS θα μπορούσε να επαναφέρει τις τάσεις των αξιολογήσεων σε «Σταθερή» εάν η οικονομική δραστηριότητα αποδειχθεί λιγότερο ανθεκτική απέναντι σε εξωτερικούς κραδασμούς ή εάν η προβλεπόμενη μείωση του δείκτη δημόσιου χρέους υπολείπεται σημαντικά των προσδοκιών της.
Οι αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας θα μπορούσαν να υποβαθμιστούν εάν σημειωθεί ένας ή συνδυασμός των ακόλουθων εξελίξεων:
- Σημαντική επιδείνωση της πορείας του δημόσιου χρέους.
- Διαρθρωτική αλλαγή στην οικονομία που θα αποδυνάμωνε τις αναπτυξιακές προοπτικές.
- Αιτιολόγηση της αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας
- Περιορισμένος ο κίνδυνος για την κυπριακή οικονομία από τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή
Η κυπριακή οικονομία έχει αποδειχθεί πιο ανθεκτική στις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν απ’ ό,τι αναμενόταν αρχικά, παρά την αβεβαιότητα που προκαλεί η σύγκρουση, η οποία επηρεάζει τον τουρισμό και ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις, λόγω της εξάρτησης της χώρας από τις εισαγωγές ενέργειας.
Οι τουριστικές αφίξεις την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2026 μειώθηκαν κατά περίπου 8% σε ετήσια βάση, έναντι πτώσης άνω του 30% τον Μάρτιο. Παράλληλα, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή (HICP) αυξήθηκε κατά 4,4% σε ετήσια βάση τον Ιούλιο του 2026, κυρίως λόγω της αύξησης του ενεργειακού κόστους και των επιδράσεων βάσης στον δείκτη.
Ωστόσο, οι επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα έχουν μετριαστεί από την ισχυρή εγχώρια ζήτηση και την αύξηση των εξαγωγών υπηρεσιών. Η ισχυρή αύξηση της απασχόλησης και η άνοδος των πραγματικών μισθών έχουν αντισταθμίσει τις πληθωριστικές πιέσεις, ενώ τα μεγάλα επενδυτικά έργα στους τομείς του τουρισμού και των ακινήτων στηρίζουν την επενδυτική και κατασκευαστική δραστηριότητα.
Παράλληλα, οι ανθεκτικές τουριστικές ροές και η ταχεία ανάπτυξη του κλάδου της πληροφορικής και των επικοινωνιών (ΤΠΕ) ενισχύουν τις εξαγωγές υπηρεσιών. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (ΚΤΚ) αναμένει ότι η πραγματική οικονομία θα αναπτυχθεί κατά περίπου 3% το 2027 και το 2028.
Η κυπριακή οικονομία διαφοροποιείται, αλλά η παραγωγικότητα παραμένει πρόκληση
Η οικονομία έχει διαφοροποιηθεί και έχει καταγράψει ισχυρή αύξηση της παραγωγικότητας τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, το πιστωτικό προφίλ της χώρας εξακολουθεί να περιορίζεται από το μικρό μέγεθος της οικονομίας και τη σχετικά χαμηλότερη παραγωγικότητα του μοντέλου ανάπτυξης που βασίζεται στις υπηρεσίες.
Η διαφοροποίηση της οικονομίας αποτυπώνεται κυρίως στην αυξανόμενη σημασία των μη τουριστικών κλάδων. Ο τουρισμός αντιπροσώπευε περίπου το 7% της κυπριακής οικονομίας το 2025, έναντι 4,8% το 2010. Την ίδια περίοδο, οι μη τουριστικές υπηρεσίες αυξήθηκαν στο περίπου 61% της οικονομίας, από 55%.
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η άνοδος του κλάδου της πληροφορικής και των επικοινωνιών. Το μερίδιό του στη συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία αυξήθηκε στο 12,5% το 2025, από μόλις 3,6% το 2010, καθώς ξένες εταιρείες τεχνολογίας μετέφεραν δραστηριότητές τους στην Κύπρο.
Ωστόσο, η αύξηση της απασχόλησης στον κλάδο ήταν σαφώς μικρότερη. Το 2025 αντιπροσώπευε το 4,8% της συνολικής εγχώριας απασχόλησης, έναντι 2,7% το 2015.
Σύμφωνα με τη Eurostat, το ονομαστικό ΑΕΠ ανά απασχολούμενο στην Κύπρο αντιστοιχούσε στο 92,2% του μέσου όρου της ΕΕ το 2025. Η χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραγωγικότητα της εργασίας οφείλεται εν μέρει στη σημαντική παρουσία κλάδων έντασης εργασίας, όπως ο τουρισμός.
Ισχυρότερη η δημοσιονομική επίδοση από τους ευρωπαίους ομολόγους
Το δημοσιονομικό πλεόνασμα διαμορφώθηκε στο 3,4% του ΑΕΠ το 2025, έναντι 4,1% το 2024, παραμένοντας μεταξύ των υψηλότερων στην ΕΕ.
Το ευνοϊκό μακροοικονομικό περιβάλλον και η βελτίωση των δημοσίων εσόδων στηρίζουν τη δημοσιονομική επίδοση. Τα δημόσια έσοδα ανήλθαν σε 15,9 δισ. ευρώ, ή 43,6% του ΑΕΠ, το 2025, έναντι 9,7 δισ. ευρώ, ή 41,3% του ΑΕΠ, το 2019.
Η φορολογική βάση των επιχειρήσεων έχει διευρυνθεί σημαντικά, εν μέρει λόγω της πολιτικής προσέλκυσης εταιρικών εδρών, η οποία ενθαρρύνει ξένες επιχειρήσεις να μετεγκαταστήσουν δραστηριότητές τους στην Κύπρο. Παράλληλα, η ισχυρή αύξηση της απασχόλησης και των μισθών έχει ενισχύσει τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων.
Οι δημόσιες δαπάνες αυξήθηκαν στα 14,7 δισ. ευρώ, ή 40,2% του ΑΕΠ, το 2025, από 9,4 δισ. ευρώ, ή 40,3% του ΑΕΠ, το 2019. Η αύξηση των δαπανών, κατά 10,3% σε ετήσια βάση, ξεπέρασε την αύξηση των εσόδων, η οποία διαμορφώθηκε στο 7,9%, λόγω των υψηλότερων δημόσιων επενδύσεων, των αυξημένων μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου και των κοινωνικών παροχών.
Το δημοσιονομικό πλεόνασμα αναμένεται να υποχωρήσει το 2026, λόγω των μέτρων για τον περιορισμό των επιπτώσεων του πολέμου στη Μέση Ανατολή, της φορολογικής μεταρρύθμισης του προηγούμενου έτους και του δημοσιονομικού κόστους που συνδέεται με τη συμφωνία μεταξύ της ΚΕΔΙΠΕΣ και της Ελληνικής Τράπεζας.
Το Υπουργείο Οικονομικών προβλέπει ότι το δημοσιονομικό πλεόνασμα θα μειωθεί φέτος στο 2,3% του ΑΕΠ, προτού ανακάμψει από το 2027 και διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 3,1% την περίοδο 2027-2029.
Το δημόσιο χρέος προς το ΑΕΠ παραμένει σε σταθερά καθοδική τροχιά
Τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και η ισχυρή ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ έχουν οδηγήσει σε σημαντική αποκλιμάκωση του ακαθάριστου χρέους της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστού του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια. Ο δείκτης υποχώρησε στο 55% του ΑΕΠ το 2025, από 96,5% το 2021.
Το Υπουργείο Οικονομικών προβλέπει ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα μειωθεί κάτω από το 50% έως το τέλος του 2026.
Η μείωση του δημόσιου χρέους έχει συμβάλει επίσης στην αντιστάθμιση των επιπτώσεων από την άνοδο των επιτοκίων στο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι οι καθαρές δαπάνες για τόκους θα παραμείνουν στο 1,1% του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2025-2030.
Σε ό,τι αφορά το κόστος τόκων, η κυπριακή κυβέρνηση εξακολουθεί να επωφελείται από το ευνοϊκό, αν και αυξανόμενο, επιτόκιο του δανείου του ΕΜΣ, το οποίο χορηγήθηκε στην Κύπρο το 2013 και αντιπροσωπεύει το 29% του ανεξόφλητου ακαθάριστου χρέους της γενικής κυβέρνησης.
Το ανεξόφλητο ενδοκυβερνητικό χρέος είναι σημαντικό και εξαιρείται από τους υπολογισμούς του χρέους της γενικής κυβέρνησης. Κατά το παρελθόν, τα μεγάλα πλεονάσματα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση ελλειμμάτων του προϋπολογισμού της κεντρικής κυβέρνησης.
Το συσσωρευμένο αποθεματικό ανέρχεται σε περίπου 12 δισ. ευρώ, ή 33% του ΑΕΠ, και καταγράφει ετήσιο πλεόνασμα περίπου 1 δισ. ευρώ, ή 2,7% του ΑΕΠ. Τα πλεονάσματα αυτά αποτελούν σταθερή πηγή χρηματοδότησης.
Κίνδυνοι για τα οικονομικά της κεντρικής κυβέρνησης θα μπορούσαν να προκύψουν εάν τα διαρθρωτικά ελλείμματα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης απαιτούσαν δημοσιονομικές μεταβιβάσεις. Ωστόσο, η Morningstar DBRS θεωρεί απίθανη την υλοποίηση αυτού του κινδύνου τα επόμενα χρόνια.
Τα πλεονάσματα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης αποδίδονται στην ισχυρή αύξηση της απασχόλησης και στην πρόσφατη αύξηση των συντελεστών κοινωνικών εισφορών. Παράλληλα, οι βραχυπρόθεσμοι χρηματοδοτικοί κίνδυνοι μετριάζονται από το ταμειακό απόθεμα της κεντρικής κυβέρνησης, το οποίο ανερχόταν στο 6,9% του ΑΕΠ τον Ιούλιο του 2026.
Οι βασικοί κίνδυνοι για τα δημόσια οικονομικά συνδέονται με ένα ενδεχόμενο οικονομικό σοκ ή με την υλοποίηση ενδεχόμενων υποχρεώσεων στον μεγάλο εγχώριο τραπεζικό τομέα. Το σύνολο των τραπεζικών περιουσιακών στοιχείων ξεπερνά το 200% του ΑΕΠ και χαρακτηρίζεται από υψηλή συγκέντρωση.
Ο τραπεζικός τομέας διαθέτει πολύ ισχυρά κεφαλαιακά αποθέματα
Η χρηματοοικονομική κατάσταση του κυπριακού τραπεζικού τομέα έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Ο μέσος δείκτης CET1 διαμορφώθηκε στο 25,1% τον Μάρτιο του 2026, ένα από τα υψηλότερα επίπεδα στην Ευρώπη, έναντι 17,8% το 2022.
Παράλληλα, η ρευστότητα των τραπεζών εξακολουθεί να ενισχύεται από τα πολύ υψηλά ταμειακά διαθέσιμα. Σημαντική βελτίωση έχει καταγραφεί και στην ποιότητα του ενεργητικού.
Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPE) υποχώρησαν στο 1,6% τον Μάρτιο του 2026, από 17,9% το 2019, σύμφωνα με τον ορισμό της EBA.
Η βελτίωση αντανακλά τις μεγάλες πωλήσεις χαρτοφυλακίων απομειωμένων περιουσιακών στοιχείων σε εταιρείες απόκτησης πιστώσεων, καθώς και την αναδιάρθρωση δανείων μέσω διαγραφών και αποπληρωμών.
Οι κίνδυνοι που συνδέονται με το μεγάλο παλαιό απόθεμα απομειωμένων περιουσιακών στοιχείων αντισταθμίζονται από τις ισχυρές προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης και από έναν κερδοφόρο και ιδιαίτερα φερέγγυο τραπεζικό τομέα.
Ωστόσο, το σημαντικό απόθεμα προβληματικού χρέους στην οικονομία, το οποίο δεν έχει ακόμη εξυγιανθεί πλήρως, παραμένει διαρθρωτική ευπάθεια και εξακολουθεί να επηρεάζει αρνητικά την αξιολόγηση του δομικού στοιχείου «Νομισματική Πολιτική και Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα».
Ο εξωτερικός τομέας επηρεάζεται από τις ΟΕΣ και παραμένει ευάλωτος στις μεταβολές της ζήτησης
Ο ρόλος της Κύπρου ως χρηματοπιστωτικού κέντρου, με δραστηριότητες οντοτήτων ειδικού σκοπού (ΟΕΣ) που έχουν περιορισμένους δεσμούς με την εγχώρια οικονομία, επηρεάζει σημαντικά τα εξωτερικά οικονομικά μεγέθη της χώρας.
Η αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση (NIIP) της οικονομίας διαμορφώθηκε στο 77,2% του ΑΕΠ το 2025 ή στο 24,5% εάν εξαιρεθούν τα εξωτερικά περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις που συνδέονται με τις ΟΕΣ.
Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών (CAD) διευρύνθηκε τα τελευταία χρόνια λόγω της ισχυρής εγχώριας ζήτησης στην οικονομία εκτός ΟΕΣ. Εξαιρουμένων των ΟΕΣ, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών ανήλθε στο 7,3% του ΑΕΠ το 2025, έναντι 1,4% το 2017.
Η εξωτερική ανισορροπία οφείλεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο σημαντικό αρνητικό ισοζύγιο πρωτογενών εισοδημάτων, λόγω των υψηλών εκροών κερδών προς ξένους μετόχους. Το στοιχείο αυτό υπερκαλύπτει το θετικό εμπορικό ισοζύγιο που προκύπτει από τις ισχυρές τουριστικές αφίξεις και τις αυξανόμενες εξαγωγές υπηρεσιών ΤΠΕ και πνευματικής ιδιοκτησίας.
Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών χρηματοδοτείται κυρίως μέσω εισροών άμεσων ξένων επενδύσεων εκτός χρέους, όπως αγορές ακινήτων από ξένους επενδυτές και εισφορές κεφαλαίου σε επιχειρήσεις, περιορίζοντας τις εξωτερικές ευπάθειες που συνδέονται με την αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση.
Αντίστοιχα, το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος, εξαιρουμένων των ΟΕΣ, υποχώρησε στο 162% του ΑΕΠ το 2025, από 315% το 2017.
Οι στρεβλώσεις που προκαλούνται από τις ΟΕΣ στηρίζουν τη θετική ποιοτική προσαρμογή της Morningstar DBRS στην αξιολόγηση του δομικού στοιχείου «Ισοζύγιο Πληρωμών».
Οι αξιολογήσεις στηρίζονται στο σταθερό πολιτικό περιβάλλον
Το πολιτικό περιβάλλον στην Κύπρο παραμένει σταθερό.
Οι βουλευτικές εκλογές πραγματοποιήθηκαν τον Μάιο του 2026 και οδήγησαν σε πιο κατακερματισμένη Βουλή. Ωστόσο, λόγω του προεδρικού συστήματος της Κύπρου, οι εκλογές δεν καθόρισαν την κυβέρνηση και, ως εκ τούτου, είναι απίθανο να οδηγήσουν σε σημαντικές αλλαγές πολιτικής, ιδίως όσον αφορά τη δημοσιονομική πολιτική και τις μεταρρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο κυπριακό σχέδιο ανάκαμψης.
Ο Πρόεδρος Nikos Christodoulides παραμένει στην εξουσία και επικεφαλής της κυβέρνησης έως τις επόμενες προεδρικές εκλογές, οι οποίες έχουν προγραμματιστεί για το 2028.
Όσον αφορά την ποιότητα των θεσμών, η θέση της χώρας στους Παγκόσμιους Δείκτες Διακυβέρνησης, όπως ο «Έλεγχος της Διαφθοράς» και το «Κράτος Δικαίου», έχει επιδεινωθεί τα τελευταία χρόνια και πλέον βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Ωστόσο, η συμμετοχή της Κύπρου στην ΕΕ εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό στήριγμα για την ποιότητα των θεσμών.
Σε ό,τι αφορά τις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ συνομιλίες για την επανένωση της Κύπρου, η Morningstar DBRS εκτιμά επί του παρόντος ότι οι πιθανότητες σημαντικής προόδου παραμένουν περιορισμένες.
Περιβαλλοντικοί, κοινωνικοί και διακυβερνητικοί παράγοντες (ESG)
Οι παράγοντες ESG είχαν σημαντική επίδραση στην πιστωτική ανάλυση.
Κοινωνικοί παράγοντες (S)
Ο κοινωνικός παράγοντας που είχε σημαντική επίδραση στην πιστωτική ανάλυση ήταν το «Ανθρώπινο Κεφάλαιο και Ανθρώπινα Δικαιώματα».
Το ονομαστικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Κύπρου ανήλθε σε 41.730 δολάρια το 2025 και παραμένει σχετικά χαμηλό σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Ο παράγοντας αυτός έχει ληφθεί υπόψη στο δομικό στοιχείο «Οικονομική Δομή και Απόδοση».
Παράγοντες διακυβέρνησης (G)
Δύο παράγοντες διακυβέρνησης είχαν σχετική επίδραση στην πιστωτική ανάλυση:
Δωροδοκία, Διαφθορά και Επιχειρηματική Ηθική
Ειρήνη και Ασφάλεια
Η Κύπρος κατατάσσεται κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ στους Παγκόσμιους Δείκτες Διακυβέρνησης της Παγκόσμιας Τράπεζας, με επίδοση 71,9 εκατοστημόριο στο «Κράτος Δικαίου» και 62,7 εκατοστημόριο στον «Έλεγχο της Διαφθοράς».
Οι κίνδυνοι αυτοί μετριάζονται εν μέρει από τη συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ, την οποία η Morningstar DBRS θεωρεί σημαντικό παράγοντα για την ποιότητα των θεσμών.
Οι κίνδυνοι που αφορούν την ειρήνη και την ασφάλεια απορρέουν από τον άλυτο χαρακτήρα του Κυπριακού. Η Κύπρος παραμένει διαιρεμένη από την τουρκική εισβολή του 1974, ενώ η διεθνώς αναγνωρισμένη Κυπριακή Δημοκρατία δεν ασκεί σήμερα αποτελεσματικό έλεγχο στο βόρειο τρίτο του νησιού.
Παρά τις πρόσφατες προσπάθειες, οι υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών διαπραγματεύσεις δεν έχουν οδηγήσει σε λύση. Η Morningstar DBRS θεωρεί πιθανή τη διατήρηση του υφιστάμενου πολιτικού status quo και, ως εκ τούτου, δεν αναμένει ότι ο παράγοντας «Ειρήνη και Ασφάλεια» θα επηρεάσει την πιστοληπτική ικανότητα του κράτους.
Οι δύο σχετικοί παράγοντες διακυβέρνησης αντικατοπτρίζονται στο δομικό στοιχείο «Πολιτικό Περιβάλλον».
Περιβαλλοντικοί παράγοντες (E)
Δεν εντοπίστηκαν περιβαλλοντικοί παράγοντες που να έχουν σχετική ή σημαντική επίδραση στην πιστωτική ανάλυση.
www.bankingnews.hr
Η θετική τάση αντανακλά την εκτίμηση ότι η Κύπρος θα διατηρήσει την ισχυρή δημοσιονομική της θέση και θα συνεχίσει να μειώνει το δημόσιο χρέος. Η DBRS προβλέπει ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα υποχωρήσει από 49,9% το 2026 σε κάτω από 40% έως το 2029.
Η κυπριακή οικονομία αναμένεται να διατηρήσει ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ κατά περίπου 3% ετησίως τα επόμενα χρόνια. Η ιδιωτική κατανάλωση, οι επενδύσεις και οι εξαγωγές υπηρεσιών αναμένεται να συνεχίσουν να στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα, παρά τις πιέσεις που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή.
Ιδιαίτερα ισχυρές παραμένουν και οι δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας. Το δημοσιονομικό πλεόνασμα διαμορφώθηκε στο 3,4% του ΑΕΠ το 2025, ενώ αναμένεται να περιοριστεί στο 2,3% το 2026, προτού ανακάμψει τα επόμενα χρόνια και διαμορφωθεί περίπου στο 3,6% του ΑΕΠ το 2029.
Παράλληλα, το δημόσιο χρέος έχει σημειώσει εντυπωσιακή αποκλιμάκωση, από 96,5% του ΑΕΠ το 2021 στο 55% το 2025. Το υπουργείο Οικονομικών εκτιμά ότι ο δείκτης θα υποχωρήσει κάτω από το 50% έως το τέλος του 2026.
Ισχυρή είναι και η εικόνα του τραπεζικού συστήματος, με τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας CET1 να διαμορφώνεται στο 25,1% τον Μάρτιο του 2026. Την ίδια ώρα, τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα έχουν περιοριστεί στο 1,6%, από 17,9% το 2019.
Η DBRS επισημαίνει ως βασικά πλεονεκτήματα της Κύπρου την ισχυρή δημοσιονομική και οικονομική πολιτική, τη σταθερότητα του πολιτικού περιβάλλοντος, τη συμμετοχή στην ΕΕ και την Ευρωζώνη, καθώς και τη σημαντική βελτίωση της κατάστασης του τραπεζικού τομέα.
Ωστόσο, το πιστωτικό προφίλ της χώρας εξακολουθεί να περιορίζεται από το μικρό μέγεθος της οικονομίας, την εξάρτηση από τον τομέα των υπηρεσιών και τη χαμηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ.
Το μήνυμα της DBRS είναι σαφές: η Κύπρος διατηρεί την αξιολόγηση «A», όμως η μετάβαση σε θετικό outlook ανοίγει πλέον τον δρόμο για μια πιθανή νέα αναβάθμιση, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεχιστεί η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και θα ενισχυθεί περαιτέρω η ανθεκτικότητα της κυπριακής οικονομίας.
Παράγοντες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας
Οι αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας θα μπορούσαν να αναβαθμιστούν εάν επέλθει ένας ή συνδυασμός των ακόλουθων παραγόντων:
Ο δείκτης δημόσιου χρέους μειωθεί σύμφωνα με τις τρέχουσες προσδοκίες.
Υπάρξουν ενδείξεις ενίσχυσης της οικονομικής ανθεκτικότητας και αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας.
Η Morningstar DBRS θα μπορούσε να επαναφέρει τις τάσεις των αξιολογήσεων σε «Σταθερή» εάν η οικονομική δραστηριότητα αποδειχθεί λιγότερο ανθεκτική απέναντι σε εξωτερικούς κραδασμούς ή εάν η προβλεπόμενη μείωση του δείκτη δημόσιου χρέους υπολείπεται σημαντικά των προσδοκιών της.
Οι αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας θα μπορούσαν να υποβαθμιστούν εάν σημειωθεί ένας ή συνδυασμός των ακόλουθων εξελίξεων:
- Σημαντική επιδείνωση της πορείας του δημόσιου χρέους.
- Διαρθρωτική αλλαγή στην οικονομία που θα αποδυνάμωνε τις αναπτυξιακές προοπτικές.
- Αιτιολόγηση της αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας
- Περιορισμένος ο κίνδυνος για την κυπριακή οικονομία από τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή
Η κυπριακή οικονομία έχει αποδειχθεί πιο ανθεκτική στις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν απ’ ό,τι αναμενόταν αρχικά, παρά την αβεβαιότητα που προκαλεί η σύγκρουση, η οποία επηρεάζει τον τουρισμό και ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις, λόγω της εξάρτησης της χώρας από τις εισαγωγές ενέργειας.
Οι τουριστικές αφίξεις την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2026 μειώθηκαν κατά περίπου 8% σε ετήσια βάση, έναντι πτώσης άνω του 30% τον Μάρτιο. Παράλληλα, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή (HICP) αυξήθηκε κατά 4,4% σε ετήσια βάση τον Ιούλιο του 2026, κυρίως λόγω της αύξησης του ενεργειακού κόστους και των επιδράσεων βάσης στον δείκτη.
Ωστόσο, οι επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα έχουν μετριαστεί από την ισχυρή εγχώρια ζήτηση και την αύξηση των εξαγωγών υπηρεσιών. Η ισχυρή αύξηση της απασχόλησης και η άνοδος των πραγματικών μισθών έχουν αντισταθμίσει τις πληθωριστικές πιέσεις, ενώ τα μεγάλα επενδυτικά έργα στους τομείς του τουρισμού και των ακινήτων στηρίζουν την επενδυτική και κατασκευαστική δραστηριότητα.
Παράλληλα, οι ανθεκτικές τουριστικές ροές και η ταχεία ανάπτυξη του κλάδου της πληροφορικής και των επικοινωνιών (ΤΠΕ) ενισχύουν τις εξαγωγές υπηρεσιών. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (ΚΤΚ) αναμένει ότι η πραγματική οικονομία θα αναπτυχθεί κατά περίπου 3% το 2027 και το 2028.
Η κυπριακή οικονομία διαφοροποιείται, αλλά η παραγωγικότητα παραμένει πρόκληση
Η οικονομία έχει διαφοροποιηθεί και έχει καταγράψει ισχυρή αύξηση της παραγωγικότητας τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, το πιστωτικό προφίλ της χώρας εξακολουθεί να περιορίζεται από το μικρό μέγεθος της οικονομίας και τη σχετικά χαμηλότερη παραγωγικότητα του μοντέλου ανάπτυξης που βασίζεται στις υπηρεσίες.
Η διαφοροποίηση της οικονομίας αποτυπώνεται κυρίως στην αυξανόμενη σημασία των μη τουριστικών κλάδων. Ο τουρισμός αντιπροσώπευε περίπου το 7% της κυπριακής οικονομίας το 2025, έναντι 4,8% το 2010. Την ίδια περίοδο, οι μη τουριστικές υπηρεσίες αυξήθηκαν στο περίπου 61% της οικονομίας, από 55%.
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η άνοδος του κλάδου της πληροφορικής και των επικοινωνιών. Το μερίδιό του στη συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία αυξήθηκε στο 12,5% το 2025, από μόλις 3,6% το 2010, καθώς ξένες εταιρείες τεχνολογίας μετέφεραν δραστηριότητές τους στην Κύπρο.
Ωστόσο, η αύξηση της απασχόλησης στον κλάδο ήταν σαφώς μικρότερη. Το 2025 αντιπροσώπευε το 4,8% της συνολικής εγχώριας απασχόλησης, έναντι 2,7% το 2015.
Σύμφωνα με τη Eurostat, το ονομαστικό ΑΕΠ ανά απασχολούμενο στην Κύπρο αντιστοιχούσε στο 92,2% του μέσου όρου της ΕΕ το 2025. Η χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραγωγικότητα της εργασίας οφείλεται εν μέρει στη σημαντική παρουσία κλάδων έντασης εργασίας, όπως ο τουρισμός.
Ισχυρότερη η δημοσιονομική επίδοση από τους ευρωπαίους ομολόγους
Το δημοσιονομικό πλεόνασμα διαμορφώθηκε στο 3,4% του ΑΕΠ το 2025, έναντι 4,1% το 2024, παραμένοντας μεταξύ των υψηλότερων στην ΕΕ.
Το ευνοϊκό μακροοικονομικό περιβάλλον και η βελτίωση των δημοσίων εσόδων στηρίζουν τη δημοσιονομική επίδοση. Τα δημόσια έσοδα ανήλθαν σε 15,9 δισ. ευρώ, ή 43,6% του ΑΕΠ, το 2025, έναντι 9,7 δισ. ευρώ, ή 41,3% του ΑΕΠ, το 2019.
Η φορολογική βάση των επιχειρήσεων έχει διευρυνθεί σημαντικά, εν μέρει λόγω της πολιτικής προσέλκυσης εταιρικών εδρών, η οποία ενθαρρύνει ξένες επιχειρήσεις να μετεγκαταστήσουν δραστηριότητές τους στην Κύπρο. Παράλληλα, η ισχυρή αύξηση της απασχόλησης και των μισθών έχει ενισχύσει τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων.
Οι δημόσιες δαπάνες αυξήθηκαν στα 14,7 δισ. ευρώ, ή 40,2% του ΑΕΠ, το 2025, από 9,4 δισ. ευρώ, ή 40,3% του ΑΕΠ, το 2019. Η αύξηση των δαπανών, κατά 10,3% σε ετήσια βάση, ξεπέρασε την αύξηση των εσόδων, η οποία διαμορφώθηκε στο 7,9%, λόγω των υψηλότερων δημόσιων επενδύσεων, των αυξημένων μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου και των κοινωνικών παροχών.
Το δημοσιονομικό πλεόνασμα αναμένεται να υποχωρήσει το 2026, λόγω των μέτρων για τον περιορισμό των επιπτώσεων του πολέμου στη Μέση Ανατολή, της φορολογικής μεταρρύθμισης του προηγούμενου έτους και του δημοσιονομικού κόστους που συνδέεται με τη συμφωνία μεταξύ της ΚΕΔΙΠΕΣ και της Ελληνικής Τράπεζας.
Το Υπουργείο Οικονομικών προβλέπει ότι το δημοσιονομικό πλεόνασμα θα μειωθεί φέτος στο 2,3% του ΑΕΠ, προτού ανακάμψει από το 2027 και διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 3,1% την περίοδο 2027-2029.
Το δημόσιο χρέος προς το ΑΕΠ παραμένει σε σταθερά καθοδική τροχιά
Τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και η ισχυρή ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ έχουν οδηγήσει σε σημαντική αποκλιμάκωση του ακαθάριστου χρέους της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστού του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια. Ο δείκτης υποχώρησε στο 55% του ΑΕΠ το 2025, από 96,5% το 2021.
Το Υπουργείο Οικονομικών προβλέπει ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα μειωθεί κάτω από το 50% έως το τέλος του 2026.
Η μείωση του δημόσιου χρέους έχει συμβάλει επίσης στην αντιστάθμιση των επιπτώσεων από την άνοδο των επιτοκίων στο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι οι καθαρές δαπάνες για τόκους θα παραμείνουν στο 1,1% του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2025-2030.
Σε ό,τι αφορά το κόστος τόκων, η κυπριακή κυβέρνηση εξακολουθεί να επωφελείται από το ευνοϊκό, αν και αυξανόμενο, επιτόκιο του δανείου του ΕΜΣ, το οποίο χορηγήθηκε στην Κύπρο το 2013 και αντιπροσωπεύει το 29% του ανεξόφλητου ακαθάριστου χρέους της γενικής κυβέρνησης.
Το ανεξόφλητο ενδοκυβερνητικό χρέος είναι σημαντικό και εξαιρείται από τους υπολογισμούς του χρέους της γενικής κυβέρνησης. Κατά το παρελθόν, τα μεγάλα πλεονάσματα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση ελλειμμάτων του προϋπολογισμού της κεντρικής κυβέρνησης.
Το συσσωρευμένο αποθεματικό ανέρχεται σε περίπου 12 δισ. ευρώ, ή 33% του ΑΕΠ, και καταγράφει ετήσιο πλεόνασμα περίπου 1 δισ. ευρώ, ή 2,7% του ΑΕΠ. Τα πλεονάσματα αυτά αποτελούν σταθερή πηγή χρηματοδότησης.
Κίνδυνοι για τα οικονομικά της κεντρικής κυβέρνησης θα μπορούσαν να προκύψουν εάν τα διαρθρωτικά ελλείμματα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης απαιτούσαν δημοσιονομικές μεταβιβάσεις. Ωστόσο, η Morningstar DBRS θεωρεί απίθανη την υλοποίηση αυτού του κινδύνου τα επόμενα χρόνια.
Τα πλεονάσματα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης αποδίδονται στην ισχυρή αύξηση της απασχόλησης και στην πρόσφατη αύξηση των συντελεστών κοινωνικών εισφορών. Παράλληλα, οι βραχυπρόθεσμοι χρηματοδοτικοί κίνδυνοι μετριάζονται από το ταμειακό απόθεμα της κεντρικής κυβέρνησης, το οποίο ανερχόταν στο 6,9% του ΑΕΠ τον Ιούλιο του 2026.
Οι βασικοί κίνδυνοι για τα δημόσια οικονομικά συνδέονται με ένα ενδεχόμενο οικονομικό σοκ ή με την υλοποίηση ενδεχόμενων υποχρεώσεων στον μεγάλο εγχώριο τραπεζικό τομέα. Το σύνολο των τραπεζικών περιουσιακών στοιχείων ξεπερνά το 200% του ΑΕΠ και χαρακτηρίζεται από υψηλή συγκέντρωση.
Ο τραπεζικός τομέας διαθέτει πολύ ισχυρά κεφαλαιακά αποθέματα
Η χρηματοοικονομική κατάσταση του κυπριακού τραπεζικού τομέα έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Ο μέσος δείκτης CET1 διαμορφώθηκε στο 25,1% τον Μάρτιο του 2026, ένα από τα υψηλότερα επίπεδα στην Ευρώπη, έναντι 17,8% το 2022.
Παράλληλα, η ρευστότητα των τραπεζών εξακολουθεί να ενισχύεται από τα πολύ υψηλά ταμειακά διαθέσιμα. Σημαντική βελτίωση έχει καταγραφεί και στην ποιότητα του ενεργητικού.
Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPE) υποχώρησαν στο 1,6% τον Μάρτιο του 2026, από 17,9% το 2019, σύμφωνα με τον ορισμό της EBA.
Η βελτίωση αντανακλά τις μεγάλες πωλήσεις χαρτοφυλακίων απομειωμένων περιουσιακών στοιχείων σε εταιρείες απόκτησης πιστώσεων, καθώς και την αναδιάρθρωση δανείων μέσω διαγραφών και αποπληρωμών.
Οι κίνδυνοι που συνδέονται με το μεγάλο παλαιό απόθεμα απομειωμένων περιουσιακών στοιχείων αντισταθμίζονται από τις ισχυρές προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης και από έναν κερδοφόρο και ιδιαίτερα φερέγγυο τραπεζικό τομέα.
Ωστόσο, το σημαντικό απόθεμα προβληματικού χρέους στην οικονομία, το οποίο δεν έχει ακόμη εξυγιανθεί πλήρως, παραμένει διαρθρωτική ευπάθεια και εξακολουθεί να επηρεάζει αρνητικά την αξιολόγηση του δομικού στοιχείου «Νομισματική Πολιτική και Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα».
Ο εξωτερικός τομέας επηρεάζεται από τις ΟΕΣ και παραμένει ευάλωτος στις μεταβολές της ζήτησης
Ο ρόλος της Κύπρου ως χρηματοπιστωτικού κέντρου, με δραστηριότητες οντοτήτων ειδικού σκοπού (ΟΕΣ) που έχουν περιορισμένους δεσμούς με την εγχώρια οικονομία, επηρεάζει σημαντικά τα εξωτερικά οικονομικά μεγέθη της χώρας.
Η αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση (NIIP) της οικονομίας διαμορφώθηκε στο 77,2% του ΑΕΠ το 2025 ή στο 24,5% εάν εξαιρεθούν τα εξωτερικά περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις που συνδέονται με τις ΟΕΣ.
Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών (CAD) διευρύνθηκε τα τελευταία χρόνια λόγω της ισχυρής εγχώριας ζήτησης στην οικονομία εκτός ΟΕΣ. Εξαιρουμένων των ΟΕΣ, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών ανήλθε στο 7,3% του ΑΕΠ το 2025, έναντι 1,4% το 2017.
Η εξωτερική ανισορροπία οφείλεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο σημαντικό αρνητικό ισοζύγιο πρωτογενών εισοδημάτων, λόγω των υψηλών εκροών κερδών προς ξένους μετόχους. Το στοιχείο αυτό υπερκαλύπτει το θετικό εμπορικό ισοζύγιο που προκύπτει από τις ισχυρές τουριστικές αφίξεις και τις αυξανόμενες εξαγωγές υπηρεσιών ΤΠΕ και πνευματικής ιδιοκτησίας.
Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών χρηματοδοτείται κυρίως μέσω εισροών άμεσων ξένων επενδύσεων εκτός χρέους, όπως αγορές ακινήτων από ξένους επενδυτές και εισφορές κεφαλαίου σε επιχειρήσεις, περιορίζοντας τις εξωτερικές ευπάθειες που συνδέονται με την αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση.
Αντίστοιχα, το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος, εξαιρουμένων των ΟΕΣ, υποχώρησε στο 162% του ΑΕΠ το 2025, από 315% το 2017.
Οι στρεβλώσεις που προκαλούνται από τις ΟΕΣ στηρίζουν τη θετική ποιοτική προσαρμογή της Morningstar DBRS στην αξιολόγηση του δομικού στοιχείου «Ισοζύγιο Πληρωμών».
Οι αξιολογήσεις στηρίζονται στο σταθερό πολιτικό περιβάλλον
Το πολιτικό περιβάλλον στην Κύπρο παραμένει σταθερό.
Οι βουλευτικές εκλογές πραγματοποιήθηκαν τον Μάιο του 2026 και οδήγησαν σε πιο κατακερματισμένη Βουλή. Ωστόσο, λόγω του προεδρικού συστήματος της Κύπρου, οι εκλογές δεν καθόρισαν την κυβέρνηση και, ως εκ τούτου, είναι απίθανο να οδηγήσουν σε σημαντικές αλλαγές πολιτικής, ιδίως όσον αφορά τη δημοσιονομική πολιτική και τις μεταρρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο κυπριακό σχέδιο ανάκαμψης.
Ο Πρόεδρος Nikos Christodoulides παραμένει στην εξουσία και επικεφαλής της κυβέρνησης έως τις επόμενες προεδρικές εκλογές, οι οποίες έχουν προγραμματιστεί για το 2028.
Όσον αφορά την ποιότητα των θεσμών, η θέση της χώρας στους Παγκόσμιους Δείκτες Διακυβέρνησης, όπως ο «Έλεγχος της Διαφθοράς» και το «Κράτος Δικαίου», έχει επιδεινωθεί τα τελευταία χρόνια και πλέον βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Ωστόσο, η συμμετοχή της Κύπρου στην ΕΕ εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό στήριγμα για την ποιότητα των θεσμών.
Σε ό,τι αφορά τις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ συνομιλίες για την επανένωση της Κύπρου, η Morningstar DBRS εκτιμά επί του παρόντος ότι οι πιθανότητες σημαντικής προόδου παραμένουν περιορισμένες.
Περιβαλλοντικοί, κοινωνικοί και διακυβερνητικοί παράγοντες (ESG)
Οι παράγοντες ESG είχαν σημαντική επίδραση στην πιστωτική ανάλυση.
Κοινωνικοί παράγοντες (S)
Ο κοινωνικός παράγοντας που είχε σημαντική επίδραση στην πιστωτική ανάλυση ήταν το «Ανθρώπινο Κεφάλαιο και Ανθρώπινα Δικαιώματα».
Το ονομαστικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Κύπρου ανήλθε σε 41.730 δολάρια το 2025 και παραμένει σχετικά χαμηλό σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Ο παράγοντας αυτός έχει ληφθεί υπόψη στο δομικό στοιχείο «Οικονομική Δομή και Απόδοση».
Παράγοντες διακυβέρνησης (G)
Δύο παράγοντες διακυβέρνησης είχαν σχετική επίδραση στην πιστωτική ανάλυση:
Δωροδοκία, Διαφθορά και Επιχειρηματική Ηθική
Ειρήνη και Ασφάλεια
Η Κύπρος κατατάσσεται κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ στους Παγκόσμιους Δείκτες Διακυβέρνησης της Παγκόσμιας Τράπεζας, με επίδοση 71,9 εκατοστημόριο στο «Κράτος Δικαίου» και 62,7 εκατοστημόριο στον «Έλεγχο της Διαφθοράς».
Οι κίνδυνοι αυτοί μετριάζονται εν μέρει από τη συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ, την οποία η Morningstar DBRS θεωρεί σημαντικό παράγοντα για την ποιότητα των θεσμών.
Οι κίνδυνοι που αφορούν την ειρήνη και την ασφάλεια απορρέουν από τον άλυτο χαρακτήρα του Κυπριακού. Η Κύπρος παραμένει διαιρεμένη από την τουρκική εισβολή του 1974, ενώ η διεθνώς αναγνωρισμένη Κυπριακή Δημοκρατία δεν ασκεί σήμερα αποτελεσματικό έλεγχο στο βόρειο τρίτο του νησιού.
Παρά τις πρόσφατες προσπάθειες, οι υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών διαπραγματεύσεις δεν έχουν οδηγήσει σε λύση. Η Morningstar DBRS θεωρεί πιθανή τη διατήρηση του υφιστάμενου πολιτικού status quo και, ως εκ τούτου, δεν αναμένει ότι ο παράγοντας «Ειρήνη και Ασφάλεια» θα επηρεάσει την πιστοληπτική ικανότητα του κράτους.
Οι δύο σχετικοί παράγοντες διακυβέρνησης αντικατοπτρίζονται στο δομικό στοιχείο «Πολιτικό Περιβάλλον».
Περιβαλλοντικοί παράγοντες (E)
Δεν εντοπίστηκαν περιβαλλοντικοί παράγοντες που να έχουν σχετική ή σημαντική επίδραση στην πιστωτική ανάλυση.
www.bankingnews.hr
Σχόλια αναγνωστών