Το πρόβλημα για την Ουάσιγκτον είναι ότι η Κίνα αυτή τη φορά δεν δείχνει διατεθειμένη – έστω και σιωπηρά - να δεχθεί τον οικονομικό στραγγαλισμό της Ισλαμικής Δημοκρατίας
Η Κίνα, ως κορυφαίος εισαγωγέας πετρελαίου, δεν πρόκειται να στηρίξει τον οικονομικό πόλεμο του Trump κατά του Ιράν όπως έχει δηλώσει και επισήμως.
Την ίδια ώρα, ο παράγοντας των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών κάνει ακόμη πιο δύσκολο για τον Αμερικανό πρόεδρο να κλιμακώσει την αντιπαράθεση με τον τρίτο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο των ΗΠΑ.
Η κυβέρνηση Trump απειλεί για ακόμη μία φορά με «αλλαγή καθεστώτος» στο Ιράν ενώ ο ίδιος ο ένοικος του Λευκού Οίκου συνεχίζει τις γελοιότητες να χαρακτηρίζει «αμερικανικό έδαφος» το Hormuz.
Αυτή τη φορά, όμως, επιχειρεί να πετύχει τον στόχο της όχι με στρατιωτική ισχύ, αλλά με αυτό που ο ίδιος ο Donald Trump αποκαλεί «οικονομικό πόλεμο».
Το πρόβλημα για την Ουάσιγκτον είναι ότι η Κίνα αυτή τη φορά δεν δείχνει διατεθειμένη – έστω και σιωπηρά - να δεχθεί τον οικονομικό στραγγαλισμό της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Scott Bessent, ζητά από ολόκληρο τον κόσμο να συμμετάσχει στην προσπάθεια οικονομικής απομόνωσης του Ιράν.
Το Πεκίνο, όμως, ως η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη και ένας από τους σημαντικότερους αγοραστές ιρανικού πετρελαίου, αρνείται να γίνει μέρος της αμερικανικής εκστρατείας κυρώσεων.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη στρατηγική αντίφαση του Trump.
Η αμερικανική στρατιωτική εκστρατεία δεν κατάφερε να υποχρεώσει το Ιράν να ανοίξει πλήρως τα Στενά του Hormuz, τα οποία η Τεχεράνη άρχισε να περιορίζει ως αντίδραση στις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις στα τέλη Φεβρουαρίου.
Τώρα η Ουάσιγκτον αλλάζει τακτική.
Ο Bessent ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ θα επιβάλουν τις «σκληρότερες κυρώσεις στην Iστορία» κατά του Ιράν, επιχειρώντας να ενισχύσουν μια στρατηγική οικονομικής πίεσης που επί σχεδόν πέντε δεκαετίες έχει προκαλέσει τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες στο Ιράν, χωρίς όμως να καταφέρει να απομακρύνει την ηγεσία της χώρας από την εξουσία.
Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών ήταν ξεκάθαρος: η στρατηγική αυτή, υποστήριξε, μπορεί να πετύχει μόνο εάν συμμετάσχουν «όλοι οι σύμμαχοί μας», δημιουργώντας τη μεγαλύτερη συντονισμένη προσπάθεια οικονομικής απομόνωσης στην ιστορία.
Ο στόχος δεν είναι κρυφός.
Η Ουάσιγκτον θέλει να προκαλέσει σοβαρό οικονομικό πόνο στο Ιράν, πλήττοντας τα 90 εκατομμύρια των κατοίκων του μέσω υψηλότερου πληθωρισμού, ακρίβειας στα τρόφιμα και γενικότερης οικονομικής ασφυξίας.
Ο Bessent συνέκρινε την προσπάθεια με τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί στη Βενεζουέλα και την Κούβα, χώρες όπου η παρατεταμένη οικονομική πίεση έχει συνδεθεί με μείζονες ανθρωπιστικές κρίσεις.
«Ή μαζί μας ή εναντίον μας»
Η Ουάσιγκτον δεν περιορίστηκε στις εκκλήσεις.
Ο Bessent έστειλε ουσιαστικά τελεσίγραφο προς τις χώρες που δεν θα συμμετάσχουν στην αμερικανική εκστρατεία.
«Είστε είτε μαζί μας είτε εναντίον μας», προειδοποίησε, διαμηνύοντας ότι οι ΗΠΑ θα χρησιμοποιήσουν «όλη τη δύναμη και την ισχύ τους» εναντίον όσων αρνηθούν να συμβάλουν στην οικονομική απομόνωση του Ιράν.
Και ήταν ακόμη πιο σαφής: όποια χώρα προσφέρει οικονομική «σανίδα σωτηρίας» στην Τεχεράνη θα μπορούσε, σύμφωνα με τον ίδιο, να οδηγηθεί σε «οικονομική εξόντωση».
Το Ιράν απάντησε απειλώντας με σκληρή ανταπόδοση.
Ο αρχηγός του επιτελείου των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων, υποστράτηγος Ali Abdollahi, προειδοποίησε ότι η χώρα είναι προετοιμασμένη σε ξηρά, θάλασσα, αέρα, αντιαεροπορική άμυνα και κυβερνοχώρο και ότι θα απαντήσει στις νέες απειλές με «συντριπτικά και καταστροφικά» πλήγματα.
Ακόμη και ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, Mohammad Baqer Ghalibaf, αναγνώρισε ότι οι νέες κυρώσεις θα μπορούσαν να έχουν καταστροφικές συνέπειες.
Η Τεχεράνη αποδέχεται ότι σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία η στρατιωτική ισχύς από μόνη της δεν αρκεί.
Χωρίς οικονομική δραστηριότητα, παραγωγή, χρηματοπιστωτικές ροές και επάρκεια τροφίμων, καμία χώρα δεν μπορεί να αντέξει επ’ αόριστον.
Η Κίνα είναι ο κρίσιμος κρίκος - και θα ανατρέψει τα σχέδια των ΗΠΑ
Εδώ βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα για την Ουάσιγκτον.
Οι ΗΠΑ επιχειρούν να περιορίσουν τις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου, ενώ ο Bessent καλεί ανοιχτά την Κίνα να «μπει στο πρόγραμμα» των κυρώσεων.
Μόνο που η Κίνα αγοράζει περίπου το 80% του πετρελαίου που εξάγει το Ιράν.
Και σχεδόν το μισό της κινεζικής ενεργειακής κατανάλωσης συνδέεται με τον Περσικό Κόλπο.
Με άλλα λόγια, το Πεκίνο δεν αντιμετωπίζει το ζήτημα ως μια μακρινή γεωπολιτική σύγκρουση.
Το Hormuz αφορά άμεσα την ενεργειακή ασφάλεια της ίδιας της Κίνας.
Η απάντηση του Πεκίνου ήταν κατηγορηματική.
Ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, Lin Jian, δήλωσε ότι η Κίνα δεν πρόκειται να συνεργαστεί με τις προσπάθειες απομόνωσης του Ιράν.
«Η Κίνα πιστεύει ότι τα στρατιωτικά μέσα, οι κυρώσεις και οι τακτικές πίεσης δεν αποτελούν λύση», τόνισε, προειδοποιώντας ότι αντί να επιλύσουν την κρίση, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περαιτέρω κλιμάκωση.
Το Πεκίνο, πρόσθεσε, τάσσεται υπέρ του διαλόγου και της διαπραγμάτευσης.
Όταν ρωτήθηκε για τις επιπτώσεις που θα μπορούσαν να έχουν οι αμερικανικές κυρώσεις στις κινεζικές εισαγωγές ενέργειας από το Ιράν, η απάντηση ήταν εξίσου σαφής: η Κίνα αντιτίθεται στις μονομερείς κυρώσεις που θεωρεί παράνομες και στερούνται βάσης στο διεθνές δίκαιο ή εντολής του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, την ίδια ώρα και η Τεχεράνη έχει διακηρύξει ότι είναι αντίθετες με το διεθνές δίκαιο καθώς παραβιάζουν τα δικαιώματα κυρίαρχω κρατών (εν προκειμένω να επιλέξουν τον προμηθευτή ενεργειακών αγαθών).
Το δίλημμα του Trump και η αχίλλειος πτέρνα
Το πραγματικό ερώτημα πλέον είναι αν ο Donald Trump θα επιχειρήσει να κάνει πράξη τις απειλές του και θα επιβάλει οικονομικά αντίποινα στην Κίνα.
Θεωρητικά, η Ουάσιγκτον έχει τη δυνατότητα να κλιμακώσει.
Πρακτικά, όμως, ένας οικονομικός πόλεμος με την Κίνα θα μπορούσε να αποδειχθεί εξαιρετικά επικίνδυνος για τον ίδιο τον Trump.
Η Κίνα είναι ο τρίτος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Μια νέα μεγάλη σύγκρουση με το Πεκίνο θα μπορούσε να προκαλέσει περαιτέρω αναταράξεις στις αγορές, να επιβαρύνει το κόστος ενέργειας και προϊόντων και να ενισχύσει τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ.
Και υπάρχει ένας παράγοντας που ο Trump δύσκολα μπορεί να αγνοήσει: οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται ήδη αντιμέτωπος με τις οικονομικές συνέπειες του πολέμου.
Οι τιμές του αργού πετρελαίου παραμένουν περίπου 30% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από την έναρξη της σύγκρουσης, ενώ οι τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι αυξημένες κατά περισσότερο από ένα δολάριο ανά γαλόνι.
Την ίδια στιγμή, η κυκλοφορία πλοίων από τα Στενά του Ηormuz παραμένει πολύ χαμηλότερη από τα προπολεμικά επίπεδα, με τον ημερήσιο αριθμό διελεύσεων να βρίσκεται ακόμη σε μονοψήφια επίπεδα.
Αυτό δημιουργεί μια εξαιρετικά άβολη πραγματικότητα για την κυβέρνηση Trump.
Αν η Ουάσιγκτον επιλέξει να χτυπήσει οικονομικά την Κίνα προκειμένου να στραγγαλίσει το Ιράν, κινδυνεύει να προκαλέσει ένα νέο κύμα οικονομικών πιέσεων στο εσωτερικό των ΗΠΑ — ακριβώς τη στιγμή που ο πρόεδρος χρειάζεται να δείξει στους Αμερικανούς ότι μπορεί να μειώσει το κόστος ζωής.
Η Κίνα δεν πρόκειται να «ευθυγραμμιστεί»
Ο Danny Citrinowicz, ανώτερος ερευνητής στο Institute for National Security Studies του Ισραήλ, εκτιμά ότι η Κίνα δύσκολα θα υποχωρήσει.
Το Πεκίνο έχει ισχυρό στρατηγικό συμφέρον να διατηρήσει το Ιράν υπό το σημερινό καθεστώς και να ενισχύσει τη σχέση του με την Τεχεράνη — αλλά και την εξάρτηση του Ιράν από την Κίνα.
Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε αμερικανική στρατηγική βασίζεται στην υπόθεση πως, αργά ή γρήγορα, το Πεκίνο θα «ευθυγραμμιστεί» με την Ουάσιγκτον ενδέχεται να στηρίζεται σε μια θεμελιωδώς λανθασμένη παραδοχή.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη γεωπολιτική διάσταση της κρίσης του Ορμούζ.
Η Κίνα δεν χρειάζεται να στείλει πολεμικά πλοία για να μπει στη μάχη.
Αρκεί να αρνηθεί να εφαρμόσει τον αμερικανικό οικονομικό αποκλεισμό.
Εάν συνεχίσει να αγοράζει ιρανικό πετρέλαιο, προσφέροντας στην Τεχεράνη το βασικό οικονομικό της «σωσίβιο», τότε η αμερικανική στρατηγική οικονομικής ασφυξίας αποκτά ένα τεράστιο κενό.
Και αν ο Trump αποφασίσει να κλείσει αυτό το κενό επιβάλλοντας σκληρές κυρώσεις στην Κίνα, τότε μπορεί να ανοίξει ένα ακόμη μεγαλύτερο μέτωπο: έναν νέο οικονομικό πόλεμο με το Πεκίνο.
Το παράδοξο είναι ότι ο Trump μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με μια επιλογή όπου καμία από τις δύο πλευρές δεν είναι ανώδυνη.
Ή θα πρέπει να ανεχθεί την κινεζική παράκαμψη της αμερικανικής πίεσης προς το Ιράν ή θα πρέπει να ρισκάρει μια νέα οικονομική σύγκρουση με την Κίνα — με το κόστος της τελευταίας να μεταφέρεται τελικά και στην αμερικανική οικονομία, λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
Αυτό είναι το πραγματικό «σοκ» του Ηormuz για τον Trump: η προσπάθεια να γονατίσει οικονομικά το Ιράν μπορεί να τον φέρει αντιμέτωπο όχι μόνο με την Τεχεράνη, αλλά και με το Πεκίνο - ενώ την ίδια ώρα θα βλέπει την οικονομία των ΗΠΑ να υφίσταται σημαντικό πλήγμα.
www.bankingnews.gr
Την ίδια ώρα, ο παράγοντας των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών κάνει ακόμη πιο δύσκολο για τον Αμερικανό πρόεδρο να κλιμακώσει την αντιπαράθεση με τον τρίτο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο των ΗΠΑ.
Η κυβέρνηση Trump απειλεί για ακόμη μία φορά με «αλλαγή καθεστώτος» στο Ιράν ενώ ο ίδιος ο ένοικος του Λευκού Οίκου συνεχίζει τις γελοιότητες να χαρακτηρίζει «αμερικανικό έδαφος» το Hormuz.
Αυτή τη φορά, όμως, επιχειρεί να πετύχει τον στόχο της όχι με στρατιωτική ισχύ, αλλά με αυτό που ο ίδιος ο Donald Trump αποκαλεί «οικονομικό πόλεμο».
Το πρόβλημα για την Ουάσιγκτον είναι ότι η Κίνα αυτή τη φορά δεν δείχνει διατεθειμένη – έστω και σιωπηρά - να δεχθεί τον οικονομικό στραγγαλισμό της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Scott Bessent, ζητά από ολόκληρο τον κόσμο να συμμετάσχει στην προσπάθεια οικονομικής απομόνωσης του Ιράν.
Το Πεκίνο, όμως, ως η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη και ένας από τους σημαντικότερους αγοραστές ιρανικού πετρελαίου, αρνείται να γίνει μέρος της αμερικανικής εκστρατείας κυρώσεων.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη στρατηγική αντίφαση του Trump.
Η αμερικανική στρατιωτική εκστρατεία δεν κατάφερε να υποχρεώσει το Ιράν να ανοίξει πλήρως τα Στενά του Hormuz, τα οποία η Τεχεράνη άρχισε να περιορίζει ως αντίδραση στις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις στα τέλη Φεβρουαρίου.
Τώρα η Ουάσιγκτον αλλάζει τακτική.
Ο Bessent ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ θα επιβάλουν τις «σκληρότερες κυρώσεις στην Iστορία» κατά του Ιράν, επιχειρώντας να ενισχύσουν μια στρατηγική οικονομικής πίεσης που επί σχεδόν πέντε δεκαετίες έχει προκαλέσει τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες στο Ιράν, χωρίς όμως να καταφέρει να απομακρύνει την ηγεσία της χώρας από την εξουσία.
Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών ήταν ξεκάθαρος: η στρατηγική αυτή, υποστήριξε, μπορεί να πετύχει μόνο εάν συμμετάσχουν «όλοι οι σύμμαχοί μας», δημιουργώντας τη μεγαλύτερη συντονισμένη προσπάθεια οικονομικής απομόνωσης στην ιστορία.
Ο στόχος δεν είναι κρυφός.
Η Ουάσιγκτον θέλει να προκαλέσει σοβαρό οικονομικό πόνο στο Ιράν, πλήττοντας τα 90 εκατομμύρια των κατοίκων του μέσω υψηλότερου πληθωρισμού, ακρίβειας στα τρόφιμα και γενικότερης οικονομικής ασφυξίας.
Ο Bessent συνέκρινε την προσπάθεια με τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί στη Βενεζουέλα και την Κούβα, χώρες όπου η παρατεταμένη οικονομική πίεση έχει συνδεθεί με μείζονες ανθρωπιστικές κρίσεις.
«Ή μαζί μας ή εναντίον μας»
Η Ουάσιγκτον δεν περιορίστηκε στις εκκλήσεις.
Ο Bessent έστειλε ουσιαστικά τελεσίγραφο προς τις χώρες που δεν θα συμμετάσχουν στην αμερικανική εκστρατεία.
«Είστε είτε μαζί μας είτε εναντίον μας», προειδοποίησε, διαμηνύοντας ότι οι ΗΠΑ θα χρησιμοποιήσουν «όλη τη δύναμη και την ισχύ τους» εναντίον όσων αρνηθούν να συμβάλουν στην οικονομική απομόνωση του Ιράν.
Και ήταν ακόμη πιο σαφής: όποια χώρα προσφέρει οικονομική «σανίδα σωτηρίας» στην Τεχεράνη θα μπορούσε, σύμφωνα με τον ίδιο, να οδηγηθεί σε «οικονομική εξόντωση».
Το Ιράν απάντησε απειλώντας με σκληρή ανταπόδοση.
Ο αρχηγός του επιτελείου των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων, υποστράτηγος Ali Abdollahi, προειδοποίησε ότι η χώρα είναι προετοιμασμένη σε ξηρά, θάλασσα, αέρα, αντιαεροπορική άμυνα και κυβερνοχώρο και ότι θα απαντήσει στις νέες απειλές με «συντριπτικά και καταστροφικά» πλήγματα.
Ακόμη και ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, Mohammad Baqer Ghalibaf, αναγνώρισε ότι οι νέες κυρώσεις θα μπορούσαν να έχουν καταστροφικές συνέπειες.
Η Τεχεράνη αποδέχεται ότι σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία η στρατιωτική ισχύς από μόνη της δεν αρκεί.
Χωρίς οικονομική δραστηριότητα, παραγωγή, χρηματοπιστωτικές ροές και επάρκεια τροφίμων, καμία χώρα δεν μπορεί να αντέξει επ’ αόριστον.
Η Κίνα είναι ο κρίσιμος κρίκος - και θα ανατρέψει τα σχέδια των ΗΠΑ
Εδώ βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα για την Ουάσιγκτον.
Οι ΗΠΑ επιχειρούν να περιορίσουν τις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου, ενώ ο Bessent καλεί ανοιχτά την Κίνα να «μπει στο πρόγραμμα» των κυρώσεων.
Μόνο που η Κίνα αγοράζει περίπου το 80% του πετρελαίου που εξάγει το Ιράν.
Και σχεδόν το μισό της κινεζικής ενεργειακής κατανάλωσης συνδέεται με τον Περσικό Κόλπο.
Με άλλα λόγια, το Πεκίνο δεν αντιμετωπίζει το ζήτημα ως μια μακρινή γεωπολιτική σύγκρουση.
Το Hormuz αφορά άμεσα την ενεργειακή ασφάλεια της ίδιας της Κίνας.
Η απάντηση του Πεκίνου ήταν κατηγορηματική.
Ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, Lin Jian, δήλωσε ότι η Κίνα δεν πρόκειται να συνεργαστεί με τις προσπάθειες απομόνωσης του Ιράν.
«Η Κίνα πιστεύει ότι τα στρατιωτικά μέσα, οι κυρώσεις και οι τακτικές πίεσης δεν αποτελούν λύση», τόνισε, προειδοποιώντας ότι αντί να επιλύσουν την κρίση, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περαιτέρω κλιμάκωση.
Το Πεκίνο, πρόσθεσε, τάσσεται υπέρ του διαλόγου και της διαπραγμάτευσης.
Όταν ρωτήθηκε για τις επιπτώσεις που θα μπορούσαν να έχουν οι αμερικανικές κυρώσεις στις κινεζικές εισαγωγές ενέργειας από το Ιράν, η απάντηση ήταν εξίσου σαφής: η Κίνα αντιτίθεται στις μονομερείς κυρώσεις που θεωρεί παράνομες και στερούνται βάσης στο διεθνές δίκαιο ή εντολής του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, την ίδια ώρα και η Τεχεράνη έχει διακηρύξει ότι είναι αντίθετες με το διεθνές δίκαιο καθώς παραβιάζουν τα δικαιώματα κυρίαρχω κρατών (εν προκειμένω να επιλέξουν τον προμηθευτή ενεργειακών αγαθών).
Το δίλημμα του Trump και η αχίλλειος πτέρνα
Το πραγματικό ερώτημα πλέον είναι αν ο Donald Trump θα επιχειρήσει να κάνει πράξη τις απειλές του και θα επιβάλει οικονομικά αντίποινα στην Κίνα.
Θεωρητικά, η Ουάσιγκτον έχει τη δυνατότητα να κλιμακώσει.
Πρακτικά, όμως, ένας οικονομικός πόλεμος με την Κίνα θα μπορούσε να αποδειχθεί εξαιρετικά επικίνδυνος για τον ίδιο τον Trump.
Η Κίνα είναι ο τρίτος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Μια νέα μεγάλη σύγκρουση με το Πεκίνο θα μπορούσε να προκαλέσει περαιτέρω αναταράξεις στις αγορές, να επιβαρύνει το κόστος ενέργειας και προϊόντων και να ενισχύσει τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ.
Και υπάρχει ένας παράγοντας που ο Trump δύσκολα μπορεί να αγνοήσει: οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται ήδη αντιμέτωπος με τις οικονομικές συνέπειες του πολέμου.
Οι τιμές του αργού πετρελαίου παραμένουν περίπου 30% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από την έναρξη της σύγκρουσης, ενώ οι τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι αυξημένες κατά περισσότερο από ένα δολάριο ανά γαλόνι.
Την ίδια στιγμή, η κυκλοφορία πλοίων από τα Στενά του Ηormuz παραμένει πολύ χαμηλότερη από τα προπολεμικά επίπεδα, με τον ημερήσιο αριθμό διελεύσεων να βρίσκεται ακόμη σε μονοψήφια επίπεδα.
Αυτό δημιουργεί μια εξαιρετικά άβολη πραγματικότητα για την κυβέρνηση Trump.
Αν η Ουάσιγκτον επιλέξει να χτυπήσει οικονομικά την Κίνα προκειμένου να στραγγαλίσει το Ιράν, κινδυνεύει να προκαλέσει ένα νέο κύμα οικονομικών πιέσεων στο εσωτερικό των ΗΠΑ — ακριβώς τη στιγμή που ο πρόεδρος χρειάζεται να δείξει στους Αμερικανούς ότι μπορεί να μειώσει το κόστος ζωής.
Η Κίνα δεν πρόκειται να «ευθυγραμμιστεί»
Ο Danny Citrinowicz, ανώτερος ερευνητής στο Institute for National Security Studies του Ισραήλ, εκτιμά ότι η Κίνα δύσκολα θα υποχωρήσει.
Το Πεκίνο έχει ισχυρό στρατηγικό συμφέρον να διατηρήσει το Ιράν υπό το σημερινό καθεστώς και να ενισχύσει τη σχέση του με την Τεχεράνη — αλλά και την εξάρτηση του Ιράν από την Κίνα.
Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε αμερικανική στρατηγική βασίζεται στην υπόθεση πως, αργά ή γρήγορα, το Πεκίνο θα «ευθυγραμμιστεί» με την Ουάσιγκτον ενδέχεται να στηρίζεται σε μια θεμελιωδώς λανθασμένη παραδοχή.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη γεωπολιτική διάσταση της κρίσης του Ορμούζ.
Η Κίνα δεν χρειάζεται να στείλει πολεμικά πλοία για να μπει στη μάχη.
Αρκεί να αρνηθεί να εφαρμόσει τον αμερικανικό οικονομικό αποκλεισμό.
Εάν συνεχίσει να αγοράζει ιρανικό πετρέλαιο, προσφέροντας στην Τεχεράνη το βασικό οικονομικό της «σωσίβιο», τότε η αμερικανική στρατηγική οικονομικής ασφυξίας αποκτά ένα τεράστιο κενό.
Και αν ο Trump αποφασίσει να κλείσει αυτό το κενό επιβάλλοντας σκληρές κυρώσεις στην Κίνα, τότε μπορεί να ανοίξει ένα ακόμη μεγαλύτερο μέτωπο: έναν νέο οικονομικό πόλεμο με το Πεκίνο.
Το παράδοξο είναι ότι ο Trump μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με μια επιλογή όπου καμία από τις δύο πλευρές δεν είναι ανώδυνη.
Ή θα πρέπει να ανεχθεί την κινεζική παράκαμψη της αμερικανικής πίεσης προς το Ιράν ή θα πρέπει να ρισκάρει μια νέα οικονομική σύγκρουση με την Κίνα — με το κόστος της τελευταίας να μεταφέρεται τελικά και στην αμερικανική οικονομία, λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
Αυτό είναι το πραγματικό «σοκ» του Ηormuz για τον Trump: η προσπάθεια να γονατίσει οικονομικά το Ιράν μπορεί να τον φέρει αντιμέτωπο όχι μόνο με την Τεχεράνη, αλλά και με το Πεκίνο - ενώ την ίδια ώρα θα βλέπει την οικονομία των ΗΠΑ να υφίσταται σημαντικό πλήγμα.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών