γράφει : ΜΑΡΙΝΑ ΦΟΥΝΤΑ
To πόρισμα της Alvarez & Marsal για τις Κυπριακές τράπεζες κατέληξε σε φιάσκο.
Είχε στηριχθεί όλη η προπαγάνδα συκοφάντησης των κυπριακών τραπεζών και του Βγενόπουλου της MIG στην Alvarez αλλά στο τέλος δεν έπεσε φως τουναντίον αποδείχθηκε ότι ακόμη και στα ομόλογα της τράπεζας Κύπρου δεν υπήρχε κάτι νομικά μεμπτό που να χρήζει δικαστικής διερεύνησης.
Είχε στηριχθεί όλη η προπαγάνδα συκοφάντησης των κυπριακών τραπεζών και του Βγενόπουλου της MIG στην Alvarez αλλά στο τέλος δεν έπεσε φως τουναντίον αποδείχθηκε ότι ακόμη και στα ομόλογα της τράπεζας Κύπρου δεν υπήρχε κάτι νομικά μεμπτό που να χρήζει δικαστικής διερεύνησης.
Στην έκθεση - πόρισμα της Alvarez συμπεριλήφθηκαν η εξαγορά των Banca Transilvania και Uniastrum από την Τρ. Κύπρου καθώς και οι μαζικές αγορές ελληνικών ομολόγων ήταν μερικά μόνο από τα γεγονότα - ορόσημο που οδήγησαν στη σημερινή του κατάσταση το κυπριακό τραπεζικό σύστημα.
Να σημειωθεί πως το πόρισμα της Alvarez χωρίζεται σε τέσσερις επιμέρους εκθέσεις: Η πρώτη έκθεση ασχολείται με τις αγορές ελληνικών ομολόγων από την Τράπεζα Κύπρου, η δεύτερη με την εξαγορά της Uniastrum, η τρίτη με τη μετατροπή της Egnatia από θυγατρική σε παράρτημα της Marfin Popular Bank και η τρίτη με την επένδυση στη ρουμανική BancaTransilvania.
Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το μέρος της έκθεσης της Alvarez & Marsal που αφορά στις διαδικασίες απόκτησης ποσοστού 9,7% στην Banca Transilvania από την Τράπεζα Κύπρου, το 2009.
Όπως αναφέρει το stockwatch, η έκθεση παρουσιάζει λεπτομερώς όλες τις εξελίξεις που οδήγησαν στην επένδυση ύψους 58 εκατ. ευρώ από την Τράπεζα Κύπρου αλλά και στην ποινική δίωξη κατά αξιωματούχων της τράπεζας στη Ρουμανία. Υπενθυμίζεται ότι η επιχείρηση απόκτησης ποσοστού στην Banca Transilvania είχε λάβει την επωνυμία "Βεατρίκη".
Η Alvarez & Marsal επισημαίνει ότι η Τράπεζα Κύπρου προχώρησε σε αυτή την επένδυση παρά τη συμβουλή που έλαβε από ξένο οίκο ότι η προσπάθεια απόκτησης του 10% της Banca Transilvania δεν ήταν συμβατή με τους όρους του ρυθμιστικού πλαισίου που υπάρχει στη Ρουμανία.
Αν και μέθοδοι που χρησιμοποίησε η Τράπεζα Κύπρου έφεραν αξιωματούχους τους ενώπιον των ρουμανικών δικαστηρίων για ποινικά αδικήματα, η έκθεση του οίκου αναφέρει ότι η τράπεζα Κύπρου έχει μέχρι στιγμής καταφέρει να αντικρούσει επιτυχώς τους ισχυρισμούς των Ρουμάνων κατήγορων.
Εντούτοις, η έκθεση σημειώνει σε διάφορα σημεία ότι τα στοιχεία που έλαβε ο οίκος κατά τη δική του διερεύνηση διαφέρουν από αυτά που εξετάζουν τα ρουμανικά δικαστήρια.
Εξαγορά της Uniastrum από την Τρ. Κύπρου
Όσον αφορά στην απόφαση της τράπεζας Κύπρου να προχωρήσει στην εξαγορά της Uniastrum, η έκθεση της Alvarez & Marsal αναφέρει πως "η τράπεζα Κύπρου υπέγραψε μη δεσμευτική πρόταση για να εξαγοράσει το 80% της Uniastrum το Φεβρουάριο του 2008, εκτέλεσε συμφωνία για αγορά της ρωσικής τράπεζας τον Ιούνιο του 2008 και ολοκλήρωσε την εξαγορά το Νοέμβριο του ίδιου έτους, λιγότερο από δύο μήνες μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers. Η εκτελεστική διεύθυνση της Τράπεζας προχώρησε με την εξαγορά της Uniastrum "παρά τις επιδεινούμενες οικονομικές συνθήκες στη Ρωσία, την κατάρρευση της Lehman Brothers και την ανάγκη της Uniastrum για κεφαλαιακές ενέσεις πριν την εξαγορά από την Τράπεζα Κύπρου".
Η διεύθυνση της Τράπεζας στηρίχθηκε στο ότι οι αλλαγές στο οικονομικό περιβάλλον δεν ήταν καλός λόγος τερματισμού της συμφωνίας γιατί δεν επηρέαζαν τη Uniastrum, γιατί η προσπάθεια απόσυρσης από τη συμφωνία θα είχε νομικές επιπτώσεις, γιατί οι όροι εξαγοράς είναι ευνοϊκοί, και σε άλλους λόγους.
Η Τράπεζα Κύπρου έλαβε νομική συμβολή που έλεγε ότι θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τους όρους της συμφωνίας για επαναδιαπραγματευθεί το τίμημα ή να ακυρώσουν την εξαγορά.
Ο μηχανισμός escrow που δημιουργήθηκε, αναφέρει η σύνοψη της έκθεσης, αναπροσάρμοσε μόνο μία φορά για τα κακά δάνεια και για την επίδεση ζητημάτων που σχετίζονται με αμοιβαία κεφάλαια, τη στιγμή που ο πολλαπλασιαστής θα άρμοζε για να προστάτευε την αξία της επένδυσης. Κάποια μέλη του ΔΣ δήλωσαν ότι δεν είχαν αρκετό χρόνο να εξετάσουν την έκθεση due diligence πριν την έγκριση της πράξης. Κάποια ευρήματα του due diligence φαίνεται να μην περιλήφθηκαν ή να μην αναφέρθηκαν ξεκάθαρα στο ΔΣ στις 26 Ιουνίου 2008.
Επίσης, η έκθεση του οίκου υποστηρίζει ότι η Τράπεζα Κύπρου δάνεισε χρήματα και αγόρασε στοιχεία ενεργητικού της τράπεζας για να στηρίξει τη Uniastrum, πριν την εξαγορά. Δεν είναι ξεκάθαρο αν το ΔΣ είχε υπόψη του αυτή την προηγούμενη χρηματοδότηση.
Η έκθεση λέει ότι το τμήμα εποπτείας της ΚΤ ενέκρινε την εξαγορά στις 4 Σεπτεμβρίου, η οποία εγκρίθηκε από το διοικητή της ΚΤ στις 29 Σεπτεμβρίου, δύο βδομάδες μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers.
Η Κεντρική Τράπεζα δεν θεώρησε σχετική την επιδείνωση των συνθηκών στην αγορά, και ενέκρινε την πράξη πριν η Ernst and Young ετοιμάσουν την τελική έκθεση due diligence.
Η Κεντρική Τράπεζα δεν έβαλε όρους που να της επιτρέπουν να επαναξιολογήσει την κατάσταση αν προκύψουν σημαντικά γεγονότα μεταξύ της αρχικής έγκρισης και της ολοκλήρωσης της πράξης, δηλαδή μεταξύ 30 Σεπτεμβρίου και 30 Οκτωβρίου.
"Δεν έχουμε βρει τεκμήρια που να υποστηρίζουν φήμες για διαφθορά σε σχέση με την πράξη", καταλήγει η σύνοψη της έκθεσης.
Η απορρόφηση της Marfin Egnatia Bank από τη Marfin Popular Bank
Το πόρισμα του οίκου αποκαλύπτει και όλες τις εξελίξεις που οδήγησαν στην απορρόφηση της Marfin Egnatia Bank από τη Marfin Popular Bank.
Όπως εκτιμά η έκθεση, η Marfin έλαβε κρατική στήριξη ύψους 1,8 δισ. ευρώ τον Ιούλιο του 2012 και "το ύψος της στήριξης έχει οδηγήσει σε κατηγορίες ότι οι πόροι που χρειάζονταν έχουν αυξηθεί από τη μετατροπή της θυγατρικής Marfin Egnatia σε παράρτημα και την μεταφορά της υποχρέωσης από την Ελλάδα στην Κύπρο".
Η έκθεση καταγράφει λεπτομερώς τις συνθήκες που οδήγησαν στην απόφαση να παραμείνει η έδρα της Marfin Popular Bank στην Κύπρο, αντί να μεταφερθεί στην Ελλάδα, όπως είχε αποφασιστεί το Μάιο του 2009. "Πριν τη μετατροπή της ελληνικής θυγατρικής δεν θα υπήρχε νομική υποχρέωση της MPB να ανακεφαλαιοποιήσει την MEB μετά τις ζημιές από το PSI και από τις επισφάλειες. Ως θυγατρική θα ήταν υπό εποπτεία, διαφορετική νομική οντότητα, και επομένως η δημοσιονομική υποχρέωση θα βάραινε την Ελλάδα. Εντούτοις, αριθμός παραγόντων δεικνύουν ότι η μητρική, αν και μη νομικά υπόχρεη, θα χρειαζόταν να ανακεφαλαιοποιήσει τη θυγατρική της", αναφέρει η έκθεση.
Οι μαζικές αγορές ελληνικών ομολόγων από την Τρ. Κύπρου
Στην τέταρτη επιμέρους έκθεσή της η Alvarez & Marsal καταγράφει με λεπτομέρεια το ιστορικό της πώλησης ολόκληρου σχεδόν του χαρτοφυλακίου της τράπεζας Κύπρου συνολικού ύψους 1,8 δισ. ευρώ το Δεκέμβριο του 2009 και την επαναγορά €2,4 δισ. την περίοδο μεταξύ Δεκεμβρίου 2009 και Ιουνίου 2010.
Από τα ομόλογα η τράπεζα Κύπρου υπέστη μεγάλες ζημιές 1,9 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 600 εκατ. ευρώ - όπως αναφέρει η έκθεση του οίκου - οφείλεται σε αναπροσαρμογές των τιμών των νέων ομολόγων και 910 εκατ. ευρώ στο ελληνικό PSI.
"Τα έγγραφα που εξετάσαμε δεν καταγράφουν ξεκάθαρη αιτιολόγηση ή σκεπτικό για την απόφαση να γίνει συσσώρευση ελληνικών ομολόγων", αναφέρει ο οίκος. Κάποιες ενδείξεις για το σκεπτικό, προσθέτει, είναι η αύξηση του κέρδους και του καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου.
Στην έκθεση δεν λείπουν και αλληλοκατηγορίες στελεχών της ανώτατης διεύθυνσης της τράπεζας Κύπρου για τους λόγους που έγιναν οι αγορές.
Η A&M κρίνει ότι δεν υπήρχε ικανότητα να αξιολογηθεί ορθά ο κίνδυνος που σχετίζεται με την αγορά των ελληνικών ομολόγων.
Η έκθεση αναφέρει επίσης ότι η Κεντρική Τράπεζα είχε μια μη ολοκληρωμένη εικόνα για τις συναλλαγές της Τρ. Κύπρου σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου, ιδίως το πρώτο τρίμηνο του 2010. Αν και στάλθηκε επιστολή στην Τράπεζα Κύπρου για το θέμα, δεν απαντήθηκε, και η απάντηση τελικώς λήφθηκε μετά από δύο έτη.
Το τμήμα εποπτείας της Κεντρικής Τράπεζας, αναφέρεται, δεν ήταν επαρκώς στελεχωμένο τόσο σε αριθμό υπαλλήλων όσο και σε εμπειρίες.
www.bankingnews.gr
Να σημειωθεί πως το πόρισμα της Alvarez χωρίζεται σε τέσσερις επιμέρους εκθέσεις: Η πρώτη έκθεση ασχολείται με τις αγορές ελληνικών ομολόγων από την Τράπεζα Κύπρου, η δεύτερη με την εξαγορά της Uniastrum, η τρίτη με τη μετατροπή της Egnatia από θυγατρική σε παράρτημα της Marfin Popular Bank και η τρίτη με την επένδυση στη ρουμανική BancaTransilvania.
Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το μέρος της έκθεσης της Alvarez & Marsal που αφορά στις διαδικασίες απόκτησης ποσοστού 9,7% στην Banca Transilvania από την Τράπεζα Κύπρου, το 2009.
Όπως αναφέρει το stockwatch, η έκθεση παρουσιάζει λεπτομερώς όλες τις εξελίξεις που οδήγησαν στην επένδυση ύψους 58 εκατ. ευρώ από την Τράπεζα Κύπρου αλλά και στην ποινική δίωξη κατά αξιωματούχων της τράπεζας στη Ρουμανία. Υπενθυμίζεται ότι η επιχείρηση απόκτησης ποσοστού στην Banca Transilvania είχε λάβει την επωνυμία "Βεατρίκη".
Η Alvarez & Marsal επισημαίνει ότι η Τράπεζα Κύπρου προχώρησε σε αυτή την επένδυση παρά τη συμβουλή που έλαβε από ξένο οίκο ότι η προσπάθεια απόκτησης του 10% της Banca Transilvania δεν ήταν συμβατή με τους όρους του ρυθμιστικού πλαισίου που υπάρχει στη Ρουμανία.
Αν και μέθοδοι που χρησιμοποίησε η Τράπεζα Κύπρου έφεραν αξιωματούχους τους ενώπιον των ρουμανικών δικαστηρίων για ποινικά αδικήματα, η έκθεση του οίκου αναφέρει ότι η τράπεζα Κύπρου έχει μέχρι στιγμής καταφέρει να αντικρούσει επιτυχώς τους ισχυρισμούς των Ρουμάνων κατήγορων.
Εντούτοις, η έκθεση σημειώνει σε διάφορα σημεία ότι τα στοιχεία που έλαβε ο οίκος κατά τη δική του διερεύνηση διαφέρουν από αυτά που εξετάζουν τα ρουμανικά δικαστήρια.
Εξαγορά της Uniastrum από την Τρ. Κύπρου
Όσον αφορά στην απόφαση της τράπεζας Κύπρου να προχωρήσει στην εξαγορά της Uniastrum, η έκθεση της Alvarez & Marsal αναφέρει πως "η τράπεζα Κύπρου υπέγραψε μη δεσμευτική πρόταση για να εξαγοράσει το 80% της Uniastrum το Φεβρουάριο του 2008, εκτέλεσε συμφωνία για αγορά της ρωσικής τράπεζας τον Ιούνιο του 2008 και ολοκλήρωσε την εξαγορά το Νοέμβριο του ίδιου έτους, λιγότερο από δύο μήνες μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers. Η εκτελεστική διεύθυνση της Τράπεζας προχώρησε με την εξαγορά της Uniastrum "παρά τις επιδεινούμενες οικονομικές συνθήκες στη Ρωσία, την κατάρρευση της Lehman Brothers και την ανάγκη της Uniastrum για κεφαλαιακές ενέσεις πριν την εξαγορά από την Τράπεζα Κύπρου".
Η διεύθυνση της Τράπεζας στηρίχθηκε στο ότι οι αλλαγές στο οικονομικό περιβάλλον δεν ήταν καλός λόγος τερματισμού της συμφωνίας γιατί δεν επηρέαζαν τη Uniastrum, γιατί η προσπάθεια απόσυρσης από τη συμφωνία θα είχε νομικές επιπτώσεις, γιατί οι όροι εξαγοράς είναι ευνοϊκοί, και σε άλλους λόγους.
Η Τράπεζα Κύπρου έλαβε νομική συμβολή που έλεγε ότι θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τους όρους της συμφωνίας για επαναδιαπραγματευθεί το τίμημα ή να ακυρώσουν την εξαγορά.
Ο μηχανισμός escrow που δημιουργήθηκε, αναφέρει η σύνοψη της έκθεσης, αναπροσάρμοσε μόνο μία φορά για τα κακά δάνεια και για την επίδεση ζητημάτων που σχετίζονται με αμοιβαία κεφάλαια, τη στιγμή που ο πολλαπλασιαστής θα άρμοζε για να προστάτευε την αξία της επένδυσης. Κάποια μέλη του ΔΣ δήλωσαν ότι δεν είχαν αρκετό χρόνο να εξετάσουν την έκθεση due diligence πριν την έγκριση της πράξης. Κάποια ευρήματα του due diligence φαίνεται να μην περιλήφθηκαν ή να μην αναφέρθηκαν ξεκάθαρα στο ΔΣ στις 26 Ιουνίου 2008.
Επίσης, η έκθεση του οίκου υποστηρίζει ότι η Τράπεζα Κύπρου δάνεισε χρήματα και αγόρασε στοιχεία ενεργητικού της τράπεζας για να στηρίξει τη Uniastrum, πριν την εξαγορά. Δεν είναι ξεκάθαρο αν το ΔΣ είχε υπόψη του αυτή την προηγούμενη χρηματοδότηση.
Η έκθεση λέει ότι το τμήμα εποπτείας της ΚΤ ενέκρινε την εξαγορά στις 4 Σεπτεμβρίου, η οποία εγκρίθηκε από το διοικητή της ΚΤ στις 29 Σεπτεμβρίου, δύο βδομάδες μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers.
Η Κεντρική Τράπεζα δεν θεώρησε σχετική την επιδείνωση των συνθηκών στην αγορά, και ενέκρινε την πράξη πριν η Ernst and Young ετοιμάσουν την τελική έκθεση due diligence.
Η Κεντρική Τράπεζα δεν έβαλε όρους που να της επιτρέπουν να επαναξιολογήσει την κατάσταση αν προκύψουν σημαντικά γεγονότα μεταξύ της αρχικής έγκρισης και της ολοκλήρωσης της πράξης, δηλαδή μεταξύ 30 Σεπτεμβρίου και 30 Οκτωβρίου.
"Δεν έχουμε βρει τεκμήρια που να υποστηρίζουν φήμες για διαφθορά σε σχέση με την πράξη", καταλήγει η σύνοψη της έκθεσης.
Η απορρόφηση της Marfin Egnatia Bank από τη Marfin Popular Bank
Το πόρισμα του οίκου αποκαλύπτει και όλες τις εξελίξεις που οδήγησαν στην απορρόφηση της Marfin Egnatia Bank από τη Marfin Popular Bank.
Όπως εκτιμά η έκθεση, η Marfin έλαβε κρατική στήριξη ύψους 1,8 δισ. ευρώ τον Ιούλιο του 2012 και "το ύψος της στήριξης έχει οδηγήσει σε κατηγορίες ότι οι πόροι που χρειάζονταν έχουν αυξηθεί από τη μετατροπή της θυγατρικής Marfin Egnatia σε παράρτημα και την μεταφορά της υποχρέωσης από την Ελλάδα στην Κύπρο".
Η έκθεση καταγράφει λεπτομερώς τις συνθήκες που οδήγησαν στην απόφαση να παραμείνει η έδρα της Marfin Popular Bank στην Κύπρο, αντί να μεταφερθεί στην Ελλάδα, όπως είχε αποφασιστεί το Μάιο του 2009. "Πριν τη μετατροπή της ελληνικής θυγατρικής δεν θα υπήρχε νομική υποχρέωση της MPB να ανακεφαλαιοποιήσει την MEB μετά τις ζημιές από το PSI και από τις επισφάλειες. Ως θυγατρική θα ήταν υπό εποπτεία, διαφορετική νομική οντότητα, και επομένως η δημοσιονομική υποχρέωση θα βάραινε την Ελλάδα. Εντούτοις, αριθμός παραγόντων δεικνύουν ότι η μητρική, αν και μη νομικά υπόχρεη, θα χρειαζόταν να ανακεφαλαιοποιήσει τη θυγατρική της", αναφέρει η έκθεση.
Οι μαζικές αγορές ελληνικών ομολόγων από την Τρ. Κύπρου
Στην τέταρτη επιμέρους έκθεσή της η Alvarez & Marsal καταγράφει με λεπτομέρεια το ιστορικό της πώλησης ολόκληρου σχεδόν του χαρτοφυλακίου της τράπεζας Κύπρου συνολικού ύψους 1,8 δισ. ευρώ το Δεκέμβριο του 2009 και την επαναγορά €2,4 δισ. την περίοδο μεταξύ Δεκεμβρίου 2009 και Ιουνίου 2010.
Από τα ομόλογα η τράπεζα Κύπρου υπέστη μεγάλες ζημιές 1,9 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 600 εκατ. ευρώ - όπως αναφέρει η έκθεση του οίκου - οφείλεται σε αναπροσαρμογές των τιμών των νέων ομολόγων και 910 εκατ. ευρώ στο ελληνικό PSI.
"Τα έγγραφα που εξετάσαμε δεν καταγράφουν ξεκάθαρη αιτιολόγηση ή σκεπτικό για την απόφαση να γίνει συσσώρευση ελληνικών ομολόγων", αναφέρει ο οίκος. Κάποιες ενδείξεις για το σκεπτικό, προσθέτει, είναι η αύξηση του κέρδους και του καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου.
Στην έκθεση δεν λείπουν και αλληλοκατηγορίες στελεχών της ανώτατης διεύθυνσης της τράπεζας Κύπρου για τους λόγους που έγιναν οι αγορές.
Η A&M κρίνει ότι δεν υπήρχε ικανότητα να αξιολογηθεί ορθά ο κίνδυνος που σχετίζεται με την αγορά των ελληνικών ομολόγων.
Η έκθεση αναφέρει επίσης ότι η Κεντρική Τράπεζα είχε μια μη ολοκληρωμένη εικόνα για τις συναλλαγές της Τρ. Κύπρου σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου, ιδίως το πρώτο τρίμηνο του 2010. Αν και στάλθηκε επιστολή στην Τράπεζα Κύπρου για το θέμα, δεν απαντήθηκε, και η απάντηση τελικώς λήφθηκε μετά από δύο έτη.
Το τμήμα εποπτείας της Κεντρικής Τράπεζας, αναφέρεται, δεν ήταν επαρκώς στελεχωμένο τόσο σε αριθμό υπαλλήλων όσο και σε εμπειρίες.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών