Οι ΗΠΑ θωρακίζονται με το «Project Vault» ενώ η Γερμανία και η Ευρώπη ακόμη συζητούν…
Χρειάστηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες αρκετές δεκαετίες για να αντιδράσουν στο ενεργειακό σοκ της δεκαετίας του 1970.
Όταν τελικά το έκαναν, δημιούργησαν το Strategic Petroleum Reserve (SPR): ένα εργαλείο γεωπολιτικής ισχύος, οικονομικής σταθερότητας και στρατηγικής πρόβλεψης.
Πενήντα χρόνια αργότερα, η Ουάσιγκτον επαναλαμβάνει το ίδιο έργο – αυτή τη φορά με τις σπάνιες γαίες και τα κρίσιμα ορυκτά.
Η διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά οι ΗΠΑ κινούνται γρήγορα.
Και η Γερμανία, μαζί με την υπόλοιπη Ευρώπη, απλώς παρακολουθεί.
Το Project Vault και το τέλος της αφέλειας
Ο πρόεδρος Donald Trump προχωρά στη δημιουργία ενός στρατηγικού αποθέματος κρίσιμων ορυκτών, γνωστού ως Project Vault.
Το σχέδιο, σύμφωνα με το Bloomberg, συνδυάζει δάνειο 10 δισ. δολαρίων από την U.S. Import-Export Bank με 1,67 δισ. δολάρια ιδιωτικών κεφαλαίων.
Ο Λευκός Οίκος επιβεβαίωσε επίσημα την ύπαρξη του προγράμματος.
Στόχος είναι ξεκάθαρος: να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη τροφοδοσία της αμερικανικής βιομηχανίας – αυτοκινητοβιομηχανίας, αεροδιαστημικής, τεχνολογίας, ενέργειας – με υλικά που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της σύγχρονης οικονομίας.
Στο πρόγραμμα συμμετέχουν κολοσσοί όπως Google, General Motors και Boeing.
Δεν πρόκειται για «πράσινη μετάβαση», ούτε για ρητορική περί οικονομικής βιωσιμότητας και άλλες θεωρητικές κατασκευές.
Πρόκειται για ωμή βιομηχανική πολιτική και γεωστρατηγικό ρεαλισμό.

Η μνήμη του 1973 και το μάθημα που η Ευρώπη δεν διδαχθηκε ποτέ
Οι ΗΠΑ γνωρίζουν καλά τι σημαίνει εξάρτηση.
Το πετρελαϊκό embargo του 1973–74, από χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, οδήγησε σε εκτόξευση τιμών, ελλείψεις καυσίμων και στο φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού.
Το σοκ αυτό γέννησε το SPR – το στρατηγικό απόθεμα - το 1975, επί προεδρίας Gerald Ford.
Η Γερμανία και η Ευρώπη βίωσαν το δικό τους ενεργειακό σοκ μόλις πρόσφατα – με το ρωσικό φυσικό αέριο.
Αντί όμως να απαντήσουν με στρατηγική αυτάρκεια, επέλεξαν πανικό, αποβιομηχάνιση και ιδεολογικού χαρακτήρα απαγορεύσεις.
Οι ΗΠΑ, αντίθετα, άντλησαν το σωστό μάθημα.
Η Κίνα κρατά τον διακόπτη – και όλοι το γνωρίζουν
Οι σπάνιες γαίες και τα κρίσιμα ορυκτά – κοβάλτιο, λίθιο, γάλλιο, νεοδύμιο – είναι απαραίτητα για ηλεκτρονικά, ηλεκτρικά οχήματα, υπολογιστές, ανεμογεννήτριες και στρατιωτικά συστήματα. Και εδώ η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: η Κίνα ελέγχει από 40% έως 90% της παγκόσμιας επεξεργασίας αυτών των υλικών, ανάλογα με το ορυκτό.
Από τα 50 ορυκτά που η υπηρεσία των ΗΠΑ U.S. Geological Survey χαρακτηρίζει «κρίσιμα», η Κίνα είναι ο κορυφαίος παραγωγός σε 29.
Οι ΗΠΑ εξαρτώνται πλήρως από εισαγωγές για 12 από αυτά και άνω του 50% για άλλα 29.
Η Κίνα δεν δίστασε ήδη να χρησιμοποιήσει αυτό το πλεονέκτημα.
Από το 2023 επέβαλε περιορισμούς στις εξαγωγές κρίσιμων υλικών για ημιαγωγούς και τηλεπικοινωνίες.
Το μήνυμα ήταν σαφές: όποιος ελέγχει τις πρώτες ύλες, ελέγχει και τη βιομηχανία.

Η αμερικανική αντεπίθεση – και η ευρωπαϊκή αμηχανία
Ο Trump είχε χαρακτηρίσει ήδη από το 2020 την εξάρτηση των ΗΠΑ από εισαγόμενα κρίσιμα ορυκτά ως «εξαιρετικά σημαντική απειλή».
Στη δεύτερη θητεία του, πέρασε από τα λόγια στις πράξεις:
• Επένδυση 1,6 δισ. δολαρίων στη Rare Earths USA,
• Αγορά 400 εκατ. δολαρίων σε προνομιούχες μετοχές της MP Materials από το Πεντάγωνο,
• Στρατηγικό ενδιαφέρον για τη Γροιλανδία, που διαθέτει τα όγδοα μεγαλύτερα αποθέματα σπάνιων γαιών παγκοσμίως.
Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος προωθεί διεθνείς συμμαχίες για τις εφοδιαστικές αλυσίδες, σε ένα μοντέλο που μιμείται – ειρωνικά – τη μακροχρόνια κινεζική στρατηγική.
Και η Γερμανία;
Η μεγαλύτερη βιομηχανική οικονομία της Ευρώπης δεν διαθέτει ούτε στρατηγικό απόθεμα, ούτε ενιαία πολιτική για κρίσιμα ορυκτά.
Συνεχίζει να μιλά για «αξίες», ενώ άλλοι μιλούν για αποθέματα, ορυχεία και εργοστάσια.
«Η οικονομία τρέχει με πραγματικά αγαθά» – και η Ευρώπη ζει ακόμη σε powerpoints
«Ό,τι κι αν λέμε ότι χτίζουμε, στο τέλος η οικονομία βασίζεται σε πραγματικά αγαθά».
Η φράση του JD Vance δεν είναι φιλοσοφική. Είναι προειδοποίηση. Και απευθύνεται κυρίως σε όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η βιομηχανική ισχύς μπορεί να αντικατασταθεί από κανονισμούς, πιστοποιήσεις και ηθική ανωτερότητα.
Δηλαδή: στη Γερμανία και στις Βρυξέλλες.
Οι ΗΠΑ δεν συζητούν πια αν τα κρίσιμα ορυκτά «ταιριάζουν» με το αφήγημα της αγοράς.
Τα αντιμετωπίζουν ως αυτό που είναι: σκληρή υποδομή γεωπολιτικής ισχύος.
Με το Project Vault, με κρατικές επενδύσεις στη μεταλλευτική δραστηριότητα και με άμεσες συμμετοχές σε βιομηχανικούς κολοσσούς, η Ουάσιγκτον επαναφέρει το κράτος στον πυρήνα της παραγωγής.
Οι αποφασιστικές κινήσεις των ΗΠΑ
Δεν είναι η πρώτη φορά που μια αμερικανική κυβέρνηση προσπαθεί να στρέψει τις αγορές στα υλικά θεμέλια της οικονομίας. Το 2008, ο Barack Obama επιτέθηκε ανοιχτά στους κερδοσκόπους της αγοράς πετρελαίου, κατηγορώντας τους ότι διογκώνουν τεχνητά τις τιμές.
Έκλεισε ρυθμιστικά παραθυράκια, ενίσχυσε την εποπτεία και αύξησε τις ποινές για χειραγώγηση των αγορών ενέργειας.
Το μήνυμα τότε ήταν σαφές: όταν ένα αγαθό είναι στρατηγικό, δεν το αφήνεις πλήρως στα χέρια της αγοράς.
Ο Vance πηγαίνει ακόμη πιο πίσω, στη Διάσκεψη Ενέργειας της Ουάσιγκτον το 1974, όταν οι χώρες-καταναλωτές πετρελαίου προσπάθησαν να απαντήσουν συντονισμένα στο εμπάργκο μιας μικρής ομάδας παραγωγών. Τότε, το πετρέλαιο έγινε εργαλείο πολιτικής πίεσης επειδή η προσφορά ήταν συγκεντρωμένη.
Σήμερα, το πετρέλαιο αντικαταστάθηκε από πέτρες, μέταλλα και ορυκτά. Και η συγκέντρωση είναι ακόμη μεγαλύτερη – σχεδόν μονοπωλιακή.

Η Ευρώπη μπροστά στον καθρέφτη της εξάρτησης
Πενήντα χρόνια μετά, οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν ότι τα κρίσιμα ορυκτά είναι το νέο πετρέλαιο.
Μιλούν για:
• κοινές αγορές,
• συντονισμό συμμάχων,
• ακόμη και price floors (ελέγχους τιμών) μεταξύ χωρών, ώστε να αποτραπεί ο κινεζικός στραγγαλισμός της αγοράς.
«Αυτή η προσπάθεια θα είναι ισχυρότερη αν τη χτίσουμε μαζί», λέει ο Vance.
Και εδώ αποκαλύπτεται η ευρωπαϊκή αντίφαση: Η Ευρώπη θέλει τα οφέλη της στρατηγικής αυτονομίας, χωρίς το κόστος της στρατηγικής απόφασης.
Η Γερμανία ειδικά – με βιομηχανία εξαρτημένη από εισαγόμενες πρώτες ύλες, ενέργεια και πλέον και τεχνολογία – συνεχίζει να συμπεριφέρεται σαν να ζει σε έναν κόσμο όπου οι εφοδιαστικές αλυσίδες είναι αιώνιες και πολιτικά ουδέτερες.
Χωρίς ορυκτά, δεν υπάρχει «πράσινη μετάβαση»
Η ειρωνεία είναι σκληρή: Η ίδια Ευρώπη που αυτοανακηρύχθηκε πρωταθλήτρια της πράσινης μετάβασης, αρνείται να διασφαλίσει τα υλικά που τη καθιστούν δυνατή.
Δεν υπάρχουν ηλεκτρικά αυτοκίνητα χωρίς λίθιο.
Δεν υπάρχουν ανεμογεννήτριες χωρίς σπάνιες γαίες.
Δεν υπάρχει ψηφιακή οικονομία χωρίς μέταλλα.
Οι ΗΠΑ το αποδέχονται. Η Κίνα το εκμεταλλεύεται.
Η Ευρώπη το αποφεύγει.
Και όπως δείχνει η ιστορία, όποιος αποφεύγει την πραγματικότητα, καταλήγει να την πληρώνει ακριβά.
Η Ευρώπη κανονικοποιεί την εξάρτηση
Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και η Αυστραλία ανακοίνωσε πρόσφατα στρατηγικό απόθεμα κρίσιμων ορυκτών ύψους 800 εκατ. δολαρίων.
Η στρατηγική σκέψη επιστρέφει παγκοσμίως.
Μόνο η Ευρώπη – και ειδικά η Γερμανία – επιμένει να πιστεύει ότι οι αγορές, οι κανόνες και η «καλή θέληση» αρκούν.
Η ιστορία δείχνει το αντίθετο:
χωρίς έλεγχο πρώτων υλών, δεν υπάρχει βιομηχανία•
χωρίς βιομηχανία, δεν υπάρχει ισχύς•
και χωρίς ισχύ, οι «αξίες» γίνονται πολυτέλεια.
Οι ΗΠΑ το κατάλαβαν.
Η Γερμανία όχι ακόμη.
Και κάθε χρόνος καθυστέρησης κάνει το τίμημα βαρύτερο.
www.bankingnews.gr
Όταν τελικά το έκαναν, δημιούργησαν το Strategic Petroleum Reserve (SPR): ένα εργαλείο γεωπολιτικής ισχύος, οικονομικής σταθερότητας και στρατηγικής πρόβλεψης.
Πενήντα χρόνια αργότερα, η Ουάσιγκτον επαναλαμβάνει το ίδιο έργο – αυτή τη φορά με τις σπάνιες γαίες και τα κρίσιμα ορυκτά.
Η διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά οι ΗΠΑ κινούνται γρήγορα.
Και η Γερμανία, μαζί με την υπόλοιπη Ευρώπη, απλώς παρακολουθεί.
Το Project Vault και το τέλος της αφέλειας
Ο πρόεδρος Donald Trump προχωρά στη δημιουργία ενός στρατηγικού αποθέματος κρίσιμων ορυκτών, γνωστού ως Project Vault.
Το σχέδιο, σύμφωνα με το Bloomberg, συνδυάζει δάνειο 10 δισ. δολαρίων από την U.S. Import-Export Bank με 1,67 δισ. δολάρια ιδιωτικών κεφαλαίων.
Ο Λευκός Οίκος επιβεβαίωσε επίσημα την ύπαρξη του προγράμματος.
Στόχος είναι ξεκάθαρος: να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη τροφοδοσία της αμερικανικής βιομηχανίας – αυτοκινητοβιομηχανίας, αεροδιαστημικής, τεχνολογίας, ενέργειας – με υλικά που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της σύγχρονης οικονομίας.
Στο πρόγραμμα συμμετέχουν κολοσσοί όπως Google, General Motors και Boeing.
Δεν πρόκειται για «πράσινη μετάβαση», ούτε για ρητορική περί οικονομικής βιωσιμότητας και άλλες θεωρητικές κατασκευές.
Πρόκειται για ωμή βιομηχανική πολιτική και γεωστρατηγικό ρεαλισμό.

Η μνήμη του 1973 και το μάθημα που η Ευρώπη δεν διδαχθηκε ποτέ
Οι ΗΠΑ γνωρίζουν καλά τι σημαίνει εξάρτηση.
Το πετρελαϊκό embargo του 1973–74, από χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, οδήγησε σε εκτόξευση τιμών, ελλείψεις καυσίμων και στο φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού.
Το σοκ αυτό γέννησε το SPR – το στρατηγικό απόθεμα - το 1975, επί προεδρίας Gerald Ford.
Η Γερμανία και η Ευρώπη βίωσαν το δικό τους ενεργειακό σοκ μόλις πρόσφατα – με το ρωσικό φυσικό αέριο.
Αντί όμως να απαντήσουν με στρατηγική αυτάρκεια, επέλεξαν πανικό, αποβιομηχάνιση και ιδεολογικού χαρακτήρα απαγορεύσεις.
Οι ΗΠΑ, αντίθετα, άντλησαν το σωστό μάθημα.
Η Κίνα κρατά τον διακόπτη – και όλοι το γνωρίζουν
Οι σπάνιες γαίες και τα κρίσιμα ορυκτά – κοβάλτιο, λίθιο, γάλλιο, νεοδύμιο – είναι απαραίτητα για ηλεκτρονικά, ηλεκτρικά οχήματα, υπολογιστές, ανεμογεννήτριες και στρατιωτικά συστήματα. Και εδώ η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: η Κίνα ελέγχει από 40% έως 90% της παγκόσμιας επεξεργασίας αυτών των υλικών, ανάλογα με το ορυκτό.
Από τα 50 ορυκτά που η υπηρεσία των ΗΠΑ U.S. Geological Survey χαρακτηρίζει «κρίσιμα», η Κίνα είναι ο κορυφαίος παραγωγός σε 29.
Οι ΗΠΑ εξαρτώνται πλήρως από εισαγωγές για 12 από αυτά και άνω του 50% για άλλα 29.
Η Κίνα δεν δίστασε ήδη να χρησιμοποιήσει αυτό το πλεονέκτημα.
Από το 2023 επέβαλε περιορισμούς στις εξαγωγές κρίσιμων υλικών για ημιαγωγούς και τηλεπικοινωνίες.
Το μήνυμα ήταν σαφές: όποιος ελέγχει τις πρώτες ύλες, ελέγχει και τη βιομηχανία.

Η αμερικανική αντεπίθεση – και η ευρωπαϊκή αμηχανία
Ο Trump είχε χαρακτηρίσει ήδη από το 2020 την εξάρτηση των ΗΠΑ από εισαγόμενα κρίσιμα ορυκτά ως «εξαιρετικά σημαντική απειλή».
Στη δεύτερη θητεία του, πέρασε από τα λόγια στις πράξεις:
• Επένδυση 1,6 δισ. δολαρίων στη Rare Earths USA,
• Αγορά 400 εκατ. δολαρίων σε προνομιούχες μετοχές της MP Materials από το Πεντάγωνο,
• Στρατηγικό ενδιαφέρον για τη Γροιλανδία, που διαθέτει τα όγδοα μεγαλύτερα αποθέματα σπάνιων γαιών παγκοσμίως.
Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος προωθεί διεθνείς συμμαχίες για τις εφοδιαστικές αλυσίδες, σε ένα μοντέλο που μιμείται – ειρωνικά – τη μακροχρόνια κινεζική στρατηγική.
Και η Γερμανία;
Η μεγαλύτερη βιομηχανική οικονομία της Ευρώπης δεν διαθέτει ούτε στρατηγικό απόθεμα, ούτε ενιαία πολιτική για κρίσιμα ορυκτά.
Συνεχίζει να μιλά για «αξίες», ενώ άλλοι μιλούν για αποθέματα, ορυχεία και εργοστάσια.
«Η οικονομία τρέχει με πραγματικά αγαθά» – και η Ευρώπη ζει ακόμη σε powerpoints
«Ό,τι κι αν λέμε ότι χτίζουμε, στο τέλος η οικονομία βασίζεται σε πραγματικά αγαθά».
Η φράση του JD Vance δεν είναι φιλοσοφική. Είναι προειδοποίηση. Και απευθύνεται κυρίως σε όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η βιομηχανική ισχύς μπορεί να αντικατασταθεί από κανονισμούς, πιστοποιήσεις και ηθική ανωτερότητα.
Δηλαδή: στη Γερμανία και στις Βρυξέλλες.
Οι ΗΠΑ δεν συζητούν πια αν τα κρίσιμα ορυκτά «ταιριάζουν» με το αφήγημα της αγοράς.
Τα αντιμετωπίζουν ως αυτό που είναι: σκληρή υποδομή γεωπολιτικής ισχύος.
Με το Project Vault, με κρατικές επενδύσεις στη μεταλλευτική δραστηριότητα και με άμεσες συμμετοχές σε βιομηχανικούς κολοσσούς, η Ουάσιγκτον επαναφέρει το κράτος στον πυρήνα της παραγωγής.
Οι αποφασιστικές κινήσεις των ΗΠΑ
Δεν είναι η πρώτη φορά που μια αμερικανική κυβέρνηση προσπαθεί να στρέψει τις αγορές στα υλικά θεμέλια της οικονομίας. Το 2008, ο Barack Obama επιτέθηκε ανοιχτά στους κερδοσκόπους της αγοράς πετρελαίου, κατηγορώντας τους ότι διογκώνουν τεχνητά τις τιμές.
Έκλεισε ρυθμιστικά παραθυράκια, ενίσχυσε την εποπτεία και αύξησε τις ποινές για χειραγώγηση των αγορών ενέργειας.
Το μήνυμα τότε ήταν σαφές: όταν ένα αγαθό είναι στρατηγικό, δεν το αφήνεις πλήρως στα χέρια της αγοράς.
Ο Vance πηγαίνει ακόμη πιο πίσω, στη Διάσκεψη Ενέργειας της Ουάσιγκτον το 1974, όταν οι χώρες-καταναλωτές πετρελαίου προσπάθησαν να απαντήσουν συντονισμένα στο εμπάργκο μιας μικρής ομάδας παραγωγών. Τότε, το πετρέλαιο έγινε εργαλείο πολιτικής πίεσης επειδή η προσφορά ήταν συγκεντρωμένη.
Σήμερα, το πετρέλαιο αντικαταστάθηκε από πέτρες, μέταλλα και ορυκτά. Και η συγκέντρωση είναι ακόμη μεγαλύτερη – σχεδόν μονοπωλιακή.

Η Ευρώπη μπροστά στον καθρέφτη της εξάρτησης
Πενήντα χρόνια μετά, οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν ότι τα κρίσιμα ορυκτά είναι το νέο πετρέλαιο.
Μιλούν για:
• κοινές αγορές,
• συντονισμό συμμάχων,
• ακόμη και price floors (ελέγχους τιμών) μεταξύ χωρών, ώστε να αποτραπεί ο κινεζικός στραγγαλισμός της αγοράς.
«Αυτή η προσπάθεια θα είναι ισχυρότερη αν τη χτίσουμε μαζί», λέει ο Vance.
Και εδώ αποκαλύπτεται η ευρωπαϊκή αντίφαση: Η Ευρώπη θέλει τα οφέλη της στρατηγικής αυτονομίας, χωρίς το κόστος της στρατηγικής απόφασης.
Η Γερμανία ειδικά – με βιομηχανία εξαρτημένη από εισαγόμενες πρώτες ύλες, ενέργεια και πλέον και τεχνολογία – συνεχίζει να συμπεριφέρεται σαν να ζει σε έναν κόσμο όπου οι εφοδιαστικές αλυσίδες είναι αιώνιες και πολιτικά ουδέτερες.
Χωρίς ορυκτά, δεν υπάρχει «πράσινη μετάβαση»
Η ειρωνεία είναι σκληρή: Η ίδια Ευρώπη που αυτοανακηρύχθηκε πρωταθλήτρια της πράσινης μετάβασης, αρνείται να διασφαλίσει τα υλικά που τη καθιστούν δυνατή.
Δεν υπάρχουν ηλεκτρικά αυτοκίνητα χωρίς λίθιο.
Δεν υπάρχουν ανεμογεννήτριες χωρίς σπάνιες γαίες.
Δεν υπάρχει ψηφιακή οικονομία χωρίς μέταλλα.
Οι ΗΠΑ το αποδέχονται. Η Κίνα το εκμεταλλεύεται.
Η Ευρώπη το αποφεύγει.
Και όπως δείχνει η ιστορία, όποιος αποφεύγει την πραγματικότητα, καταλήγει να την πληρώνει ακριβά.
Η Ευρώπη κανονικοποιεί την εξάρτηση
Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και η Αυστραλία ανακοίνωσε πρόσφατα στρατηγικό απόθεμα κρίσιμων ορυκτών ύψους 800 εκατ. δολαρίων.
Η στρατηγική σκέψη επιστρέφει παγκοσμίως.
Μόνο η Ευρώπη – και ειδικά η Γερμανία – επιμένει να πιστεύει ότι οι αγορές, οι κανόνες και η «καλή θέληση» αρκούν.
Η ιστορία δείχνει το αντίθετο:
χωρίς έλεγχο πρώτων υλών, δεν υπάρχει βιομηχανία•
χωρίς βιομηχανία, δεν υπάρχει ισχύς•
και χωρίς ισχύ, οι «αξίες» γίνονται πολυτέλεια.
Οι ΗΠΑ το κατάλαβαν.
Η Γερμανία όχι ακόμη.
Και κάθε χρόνος καθυστέρησης κάνει το τίμημα βαρύτερο.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών