γράφει : Αλεξάνδρα Τόμπρα
Η οικονομική κρίση δεν είναι ένα άθροισμα διακριτών και ξεχωριστών γεγονότων, μια κρίση των subprime στις ΗΠΑ ή μια κρίση δημόσιου χρέους στην Ελλάδα, δεν υπάρχει διάκριση στην κρίση των ΗΠΑ και στην Ευρώπη αναφέρει ο James K.Galbraith, καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Austin-Texas και ειδικός σε θέμα κοινωνικής ανισότητας.
«Υπάρχει μια κρίση, μόνο μια κρίση, μια βαθιά διασυνδεδεμένη κρίση στο παγκόσμιο σύστημα. Αυτή η κρίση έχει τρεις κύριες πηγές, οι οποίες πηγαίνουν πίσω ακόμα και 40 χρόνια, στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και στα τέλη αυτού που ονομάζουμε «χρυσή εποχή», στα τριάντα χρόνια που ακολούθησαν την επόμενη ημέρα του Β’Παγκοσμίου Πολέμου» υποστηρίζει ο Galbraith.
Κατά τον Αμερικάνο καθηγητή, η πρώτη από τις τρεις κύριες αυτές αιτίες είναι το αυξανόμενο κόστος των ενεργιακών πηγών που χρησιμοποιούμε. Αν και το πρόβλημα αυτό εμφανίστηκε ήδη από τη δεκαετία του ’70, υποστηρίζει ο Galbraith, «θάφτηκε» σχεδόν αμέσως και παραμερίστηκε από τις νέες τεχνολογικές ανακαλύψεις, από τις γεωπολιτικές ισορροπίες και από την οικονομική δύναμη των δυτικών κρατών. Ωστόσο, το ζήτημα επανήλθε δριμύτερο καθώς σύμφωνα με τον καθηγητή, το κόστος της ενέργειας είναι σχεδόν διπλάσιο από ότι ήταν πριν από μια δεκαετία και το μέλλον φαντάζει ακόμα πιο αβέβαιο, καθώς πλέον ο πλανήτης καλείται να αντιμετωπίσει και να καταβάλλει περισσότερα ποσά για το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής.
Η δεύτερη κύρια αιτία είναι οι τεχνολογικές αλλαγές, ο χαρακτήρας των οποίων είναι αρκετά διαφορετικός σήμερα από ότι ήταν στο παρελθόν. Κατά τον Galbraith, η ψηφιακή επανάσταση σε συνδυασμό με την παγκοσμιοποίηση είχαν ως αποτέλεσμα την «εξοικονόμηση» εργατικών χεριών και συνεπώς την αντικατάσταση των εργατών.
Η τρίτη κύρια πηγή της κρίσης είναι – κατά τον Galbraith – ιδεολογική. «Είναι η νεοφιλελεύθερη ιδέα ότι οι αγορές μπορούν να λειτουργούν μόνες τους χωρίς να κινδυνεύουν από κατάρρευση ή από έκρηξη. Αυτή είναι η ιδέα που βρίσκει κυρίως εφαρμογή στην οικονομία. Αυτή είναι η μεγάλη ψευδαίσθηση της τελευταίας γενιάς, η οποία και ανέθρεψε μια μορφή οικονομικής ανάπτυξης που εγγενώς ήταν ασταθής και μη βιώσιμη. Γιατί; Επειδή βασίστηκε σε φθίνοντα standards για τα δάνεια και σε έναν χαλαρό υπολογισμό της διαδικασίας για την χορήγηση τους. Ή για να το θέσω με ακόμα πιο απλούς όρους, βασίστηκε πάνω σε μια οικονομική απάτη, στο πλέον μαζικό κύμα οικονομικής απάτης που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Αποδείχθηκε με τα στεγαστικά δάνεια στις ΗΠΑ, αποδείχθηκε με τα δάνεια του δημόσιου τομέα, για παράδειγμα στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι η Ελλάδα είχε έναν αδύναμο δημόσιο τομέα και ένα αδύναμο φορολογικό σύστημα δεν ήταν μυστικό πριν ξεσπάσει η κρίση. Παρόμοια αποδείχθηκε με το εμπορικό real estate στην Ιρλανδία και με το στεγαστικό ζήτημα της Ισπανίας. Και όταν πλέον το μέγεθος της απάτης δεν μπορούσε πλέον να παραμείνει κρυφό, επικράτησε πανικός και κατάρρευση. Αυτό συνέβη τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ελλάδα και κατέστρεψε την οικονομική δομή, διαδικασία που ήταν πλέον μη αναστρέψιμη. Εκατομμύρια θέσεις εργασίας χάθηκαν και στις δύο ηπείρους» υποστηρίζει χαρακτηριστικά ο Galbraith.
Η αντιμετώπιση της κρίσης
Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα όμως είναι η τοποθέτηση του για το πώς πλέον πρέπει να αντιμετωπιστεί η κρίση. «Η βασική επιλογή είναι μεταξύ δύο κύριων αρχών, είτε το αντιμετωπίζουμε όλοι μαζί είτε ο καθένας μόνος του» τονίζει ο Galbraith. Όπως λέει, είθισται να πιστεύεται πως στις ΗΠΑ υπάρχει μια ευέλικτη αγορά εργασίας. «Αλλά στις ΗΠΑ οι πραγματικοί μισθοί δεν έπεσαν κατά τη διάρκεια της κρίσης, αντιθέτως αυξήθηκαν τον πρώτο χρόνο. Η αγορά εργασίας δεν προσαρμόστηκε, δεν αποκαταστάθηκε η εργασία. Η αναλογία του εργασιακά ενεργού πληθυσμού ήταν κατά 5% χαμηλότερη από ότι ήταν μια δεκαετία νωρίτερα. Ωστόσο, η κεϋνσιανή πολιτική που θεσπίστηκε το 2009 είχε ως αποτέλεσμα να διατηρηθεί σε αξιοπρεπή μεγέθη το βιοτικό επίπεδο» τονίζει ο Galbraith, υπογραμμίζοντας πως σε αυτήν την κατεύθυνση συνέδραμαν και οι εθνικές δομές στη Βόρεια Ευρώπη που έχουν ιδιαίτερα αναπτυγμένες τις αξίες της κοινωνικής αλληλεγγύης και της κοινωνικής ασφάλισης.
Παρόλα αυτά, στην υπόλοιπη Ευρώπη αναπτύχθηκαν και υιοθετήθηκαν «ξενόφερτες» ιδέες, που εξάχθηκαν κυρίως από τις ΗΠΑ και από τη νεοφιλελεύθερη δεξαμενή σκέψης, όπως π.χ. η «οροφή» των ελλειμμάτων, το «μονεταριστικό» κεφάλαιο των κεντρικών τραπεζών, τις οποίες – όπως λέει – τώρα καλούμαστε να πληρώσουμε. «Πριν από μερικά χρόνια η Γερμανία υιοθέτησε στο Σύνταγμα της το «φρένο χρέους», δηλαδή τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς με εξαίρεση μόνο περιόδους σοβαρής οικονομικής κρίσης. Τι είναι αυτό; Είναι μια συνταγματική πρόβλεψη ότι θα έχει πάντα σοβαρή οικονομική κρίση. Υπάρχει άραγε κάτι πιο παράλογο από αυτό;» αναρωτιέται ο Αμερικάνος καθηγητής οικονομικών, ο οποίος προσθέτει ότι η ευρωπαϊκή πολιτική επιβάλλει μια δυσλειτουργική λιτότητα στους οφειλέτες, οι οποίοι αδυνατούν να πληρώσουν και επιπλέον να απαλλαγούν από τα χρέη τους.
Κατά τον Galbraith, οι ηγέτες της Ευρώπης δικαιολογούν αυτήν την πολιτική τους γιατί θεωρούν τα πλεονάσματα αρετή και τα ελλείμματα ως κάτι κακό, υποστηρίζοντας πως δεν μπορεί να υπάρξει το ένα χωρίς το άλλο. Στην πραγματικότητα όμως, το έλλειμμα και το πλεόνασμα είναι απλώς οι λογιστικές αντιστοιχίες του ενός με το άλλο καθώς δεν μπορείς να σβήσεις ελλείμματα, αν δεν σβήσεις επίσης και πλεονάσματα.
Μια καλή αρχή για την αντιμετώπιση της κρίσης, τουλάχιστον σε ότι αφορά την Ευρώπη, είναι οι προτάσεις που έχουν καταθέσει οι Γ.Βαρουφάκης και Stuart Holland (μεταξύ άλλων μια ανεξάρτητη τραπεζική αρχή που θα έχει τη δυνατότητα να ελέγχει και να αναδιαρθρώνει τον τραπεζικό τομέα, μια Ευρωπαϊκή Επενδυτική Τράπεζα που θα χρηματοδοτήσει ένα New Deal πρόγραμμα που θα παντρεύει την πρόκληση της οικονομικής ανοικοδόμησης με την ενεργειακή πρόκληση και το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής) υποστηρίζει ο Galbraith, αναφέροντας πως μερικές άλλες ιδέες θα μπορούσαν να είναι μια Ευρωπαϊκή Ένωση για το συνταξιοδοτικό σύστημα και αργότερα η καθιέρωση ενός ελάχιστου μισθού για όλη την Ευρώπη. Κατά την άποψη του αυτές οι πολιτικές θα σταθεροποιούσαν τα εισοδήματα, τις θέσεις εργασίας και την αγοραστική δύναμη των Ευρωπαίων.
Στο ερώτημα τι θα γίνει, εάν δεν πετύχει αυτή η συνταγή, ο Galbraith τονίζει: «Υπάρχει ένα μοντέλο που δεν είναι και τόσο μακρινό. Η Γιουγκοσλαβία, η οποία στις μέρες της, ήταν μια πολύ επιτυχημένη, μεσαίου εισοδήματος, χώρα. Όταν η βία αρχίζει να ξεσπά σε μια προηγμένη, αναπτυγμένη χώρα, εξαπλώνεται γρήγορα και είναι ασαφές που μπαίνουν τα εμπόδια για την εξάπλωση της. Εάν μιλήσετε σε ανθρώπους σε διάφορα μέρη της Ευρώπης, και ιδίως στην Ελλάδα, θα ακούσετε τις ανησυχίες που διατυπώνονταν στη Γιουγκοσλαβία στις αρχές της δεκαετίας του ‘90» τονίζει ο Galbraith, ο οποίος πάντως διατυπώνει την άποψη ότι η Ευρώπη πρέπει να σωθεί και ότι δεν μπορεί να σωθεί από μόνη της.
www.bankingnews.gr
Κατά τον Αμερικάνο καθηγητή, η πρώτη από τις τρεις κύριες αυτές αιτίες είναι το αυξανόμενο κόστος των ενεργιακών πηγών που χρησιμοποιούμε. Αν και το πρόβλημα αυτό εμφανίστηκε ήδη από τη δεκαετία του ’70, υποστηρίζει ο Galbraith, «θάφτηκε» σχεδόν αμέσως και παραμερίστηκε από τις νέες τεχνολογικές ανακαλύψεις, από τις γεωπολιτικές ισορροπίες και από την οικονομική δύναμη των δυτικών κρατών. Ωστόσο, το ζήτημα επανήλθε δριμύτερο καθώς σύμφωνα με τον καθηγητή, το κόστος της ενέργειας είναι σχεδόν διπλάσιο από ότι ήταν πριν από μια δεκαετία και το μέλλον φαντάζει ακόμα πιο αβέβαιο, καθώς πλέον ο πλανήτης καλείται να αντιμετωπίσει και να καταβάλλει περισσότερα ποσά για το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής.
Η δεύτερη κύρια αιτία είναι οι τεχνολογικές αλλαγές, ο χαρακτήρας των οποίων είναι αρκετά διαφορετικός σήμερα από ότι ήταν στο παρελθόν. Κατά τον Galbraith, η ψηφιακή επανάσταση σε συνδυασμό με την παγκοσμιοποίηση είχαν ως αποτέλεσμα την «εξοικονόμηση» εργατικών χεριών και συνεπώς την αντικατάσταση των εργατών.
Η τρίτη κύρια πηγή της κρίσης είναι – κατά τον Galbraith – ιδεολογική. «Είναι η νεοφιλελεύθερη ιδέα ότι οι αγορές μπορούν να λειτουργούν μόνες τους χωρίς να κινδυνεύουν από κατάρρευση ή από έκρηξη. Αυτή είναι η ιδέα που βρίσκει κυρίως εφαρμογή στην οικονομία. Αυτή είναι η μεγάλη ψευδαίσθηση της τελευταίας γενιάς, η οποία και ανέθρεψε μια μορφή οικονομικής ανάπτυξης που εγγενώς ήταν ασταθής και μη βιώσιμη. Γιατί; Επειδή βασίστηκε σε φθίνοντα standards για τα δάνεια και σε έναν χαλαρό υπολογισμό της διαδικασίας για την χορήγηση τους. Ή για να το θέσω με ακόμα πιο απλούς όρους, βασίστηκε πάνω σε μια οικονομική απάτη, στο πλέον μαζικό κύμα οικονομικής απάτης που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Αποδείχθηκε με τα στεγαστικά δάνεια στις ΗΠΑ, αποδείχθηκε με τα δάνεια του δημόσιου τομέα, για παράδειγμα στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι η Ελλάδα είχε έναν αδύναμο δημόσιο τομέα και ένα αδύναμο φορολογικό σύστημα δεν ήταν μυστικό πριν ξεσπάσει η κρίση. Παρόμοια αποδείχθηκε με το εμπορικό real estate στην Ιρλανδία και με το στεγαστικό ζήτημα της Ισπανίας. Και όταν πλέον το μέγεθος της απάτης δεν μπορούσε πλέον να παραμείνει κρυφό, επικράτησε πανικός και κατάρρευση. Αυτό συνέβη τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ελλάδα και κατέστρεψε την οικονομική δομή, διαδικασία που ήταν πλέον μη αναστρέψιμη. Εκατομμύρια θέσεις εργασίας χάθηκαν και στις δύο ηπείρους» υποστηρίζει χαρακτηριστικά ο Galbraith.
Η αντιμετώπιση της κρίσης
Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα όμως είναι η τοποθέτηση του για το πώς πλέον πρέπει να αντιμετωπιστεί η κρίση. «Η βασική επιλογή είναι μεταξύ δύο κύριων αρχών, είτε το αντιμετωπίζουμε όλοι μαζί είτε ο καθένας μόνος του» τονίζει ο Galbraith. Όπως λέει, είθισται να πιστεύεται πως στις ΗΠΑ υπάρχει μια ευέλικτη αγορά εργασίας. «Αλλά στις ΗΠΑ οι πραγματικοί μισθοί δεν έπεσαν κατά τη διάρκεια της κρίσης, αντιθέτως αυξήθηκαν τον πρώτο χρόνο. Η αγορά εργασίας δεν προσαρμόστηκε, δεν αποκαταστάθηκε η εργασία. Η αναλογία του εργασιακά ενεργού πληθυσμού ήταν κατά 5% χαμηλότερη από ότι ήταν μια δεκαετία νωρίτερα. Ωστόσο, η κεϋνσιανή πολιτική που θεσπίστηκε το 2009 είχε ως αποτέλεσμα να διατηρηθεί σε αξιοπρεπή μεγέθη το βιοτικό επίπεδο» τονίζει ο Galbraith, υπογραμμίζοντας πως σε αυτήν την κατεύθυνση συνέδραμαν και οι εθνικές δομές στη Βόρεια Ευρώπη που έχουν ιδιαίτερα αναπτυγμένες τις αξίες της κοινωνικής αλληλεγγύης και της κοινωνικής ασφάλισης.
Παρόλα αυτά, στην υπόλοιπη Ευρώπη αναπτύχθηκαν και υιοθετήθηκαν «ξενόφερτες» ιδέες, που εξάχθηκαν κυρίως από τις ΗΠΑ και από τη νεοφιλελεύθερη δεξαμενή σκέψης, όπως π.χ. η «οροφή» των ελλειμμάτων, το «μονεταριστικό» κεφάλαιο των κεντρικών τραπεζών, τις οποίες – όπως λέει – τώρα καλούμαστε να πληρώσουμε. «Πριν από μερικά χρόνια η Γερμανία υιοθέτησε στο Σύνταγμα της το «φρένο χρέους», δηλαδή τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς με εξαίρεση μόνο περιόδους σοβαρής οικονομικής κρίσης. Τι είναι αυτό; Είναι μια συνταγματική πρόβλεψη ότι θα έχει πάντα σοβαρή οικονομική κρίση. Υπάρχει άραγε κάτι πιο παράλογο από αυτό;» αναρωτιέται ο Αμερικάνος καθηγητής οικονομικών, ο οποίος προσθέτει ότι η ευρωπαϊκή πολιτική επιβάλλει μια δυσλειτουργική λιτότητα στους οφειλέτες, οι οποίοι αδυνατούν να πληρώσουν και επιπλέον να απαλλαγούν από τα χρέη τους.
Κατά τον Galbraith, οι ηγέτες της Ευρώπης δικαιολογούν αυτήν την πολιτική τους γιατί θεωρούν τα πλεονάσματα αρετή και τα ελλείμματα ως κάτι κακό, υποστηρίζοντας πως δεν μπορεί να υπάρξει το ένα χωρίς το άλλο. Στην πραγματικότητα όμως, το έλλειμμα και το πλεόνασμα είναι απλώς οι λογιστικές αντιστοιχίες του ενός με το άλλο καθώς δεν μπορείς να σβήσεις ελλείμματα, αν δεν σβήσεις επίσης και πλεονάσματα.
Μια καλή αρχή για την αντιμετώπιση της κρίσης, τουλάχιστον σε ότι αφορά την Ευρώπη, είναι οι προτάσεις που έχουν καταθέσει οι Γ.Βαρουφάκης και Stuart Holland (μεταξύ άλλων μια ανεξάρτητη τραπεζική αρχή που θα έχει τη δυνατότητα να ελέγχει και να αναδιαρθρώνει τον τραπεζικό τομέα, μια Ευρωπαϊκή Επενδυτική Τράπεζα που θα χρηματοδοτήσει ένα New Deal πρόγραμμα που θα παντρεύει την πρόκληση της οικονομικής ανοικοδόμησης με την ενεργειακή πρόκληση και το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής) υποστηρίζει ο Galbraith, αναφέροντας πως μερικές άλλες ιδέες θα μπορούσαν να είναι μια Ευρωπαϊκή Ένωση για το συνταξιοδοτικό σύστημα και αργότερα η καθιέρωση ενός ελάχιστου μισθού για όλη την Ευρώπη. Κατά την άποψη του αυτές οι πολιτικές θα σταθεροποιούσαν τα εισοδήματα, τις θέσεις εργασίας και την αγοραστική δύναμη των Ευρωπαίων.
Στο ερώτημα τι θα γίνει, εάν δεν πετύχει αυτή η συνταγή, ο Galbraith τονίζει: «Υπάρχει ένα μοντέλο που δεν είναι και τόσο μακρινό. Η Γιουγκοσλαβία, η οποία στις μέρες της, ήταν μια πολύ επιτυχημένη, μεσαίου εισοδήματος, χώρα. Όταν η βία αρχίζει να ξεσπά σε μια προηγμένη, αναπτυγμένη χώρα, εξαπλώνεται γρήγορα και είναι ασαφές που μπαίνουν τα εμπόδια για την εξάπλωση της. Εάν μιλήσετε σε ανθρώπους σε διάφορα μέρη της Ευρώπης, και ιδίως στην Ελλάδα, θα ακούσετε τις ανησυχίες που διατυπώνονταν στη Γιουγκοσλαβία στις αρχές της δεκαετίας του ‘90» τονίζει ο Galbraith, ο οποίος πάντως διατυπώνει την άποψη ότι η Ευρώπη πρέπει να σωθεί και ότι δεν μπορεί να σωθεί από μόνη της.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών