Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

Εθνική Τράπεζα: Η εκτίναξη του χρέους οφείλεται στις πολιτικές της ύφεσης και όχι στις αποκλίσεις των στόχων που έχει θέσει η Τρόικα – Εάν εξοφληθούν οι οφειλές του Δημοσίου προς τους ιδιώτες και αυξηθούν τα ευρωπαϊκά κεφάλαια θα υπάρξει ανάκαμψη

tags :
Εθνική Τράπεζα: Η εκτίναξη του χρέους οφείλεται στις πολιτικές της ύφεσης και όχι στις αποκλίσεις των στόχων που έχει θέσει η Τρόικα – Εάν εξοφληθούν οι οφειλές του Δημοσίου προς τους ιδιώτες και αυξηθούν τα ευρωπαϊκά κεφάλαια θα υπάρξει ανάκαμψη
Η αργή αντίδραση των τιμών στις σημαντικές μισθολογικές μειώσεις αντανακλά δυσμενείς συγκυριακές επιδράσεις καθώς και διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της οικονομίας που τώρα αρχίζουν να αλλάζουν, εκτιμά η Διεύθυνση Στρατηγικής και Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας στο τελευταίο της δελτίο.
Η εμπειρία από την επώδυνη πορεία οικονομικής  προσαρμογής τα τελευταία 2½ χρόνια   καταδεικνύει ότι η αντίδραση  κρισίμων μακροοικονομικών  μεταβλητών στη συγκυρία και την εντατική προσπάθεια ταχείας μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος, χαρακτηρίζεται αρχικά από βραδείς ρυθμούς, και επιταχύνεται σημαντικά στη συνέχεια. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ρυθμός συρρίκνωσης της οικονομικής δραστηριότητας εντάθηκε στα τέλη του 2010 και ειδικά από το 2011,  ενώ η δημοσιονομική κρίση και οι πρώτες προσπάθειες προσαρμογής είχαν ξεκινήσει σχεδόν 1 χρόνο νωρίτερα. Αντιστοίχως, η αγορά εργασίας άρχισε να υφίσταται εντεινόμενες πιέσεις το 2011, ενώ η γενικευμένη μείωση του εργασιακού κόστους επιταχύνθηκε σημαντικά από το 2012. Τέλος, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μέσα σε 9 μόνο μήνες το 2012 σημείωσε βελτίωση σχεδόν αντίστοιχη ολόκληρης της τριετίας 2009-2011 (με τη βοήθεια και της σημαντικής μείωσης του κόστους εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους).
Αντιστοίχως, οι τιμές, οι οποίες διαμορφώνονται υπό την επίδραση πολυάριθμων εξωγενών παραγόντων, είναι αναμενόμενο ότι αποτελούν την μεταβλητή που αντιδρά με τη μεγαλύτερη καθυστέρηση στις ισχυρές υφεσιακές πιέσεις στην οικονομία. Η παρούσα ανάλυση επιχειρεί να περιγράψει τη σημαντική και συχνά υποεκτιμημένη πρόοδο που έχει συντελεστεί στο πρώτο σκέλος της στρατηγικής εσωτερικής υποτίμησης που αφορά το εργασιακό κόστος, και να ερμηνεύσει τους βασικούς μακροοικονομικούς παράγοντες που καθυστέρησαν την έγκαιρη προσαρμογή του επιπέδου τιμών στην ελληνική οικονομία παρά την εξαιρετικά βαθιά ύφεση. Οι περισσότεροι από αυτούς τους παράγοντες αναμένεται να έχουν ευνοϊκή πλέον επίδραση την επόμενη διετία, με τις μοναδικές πληθωριστικές επιδράσεις να απορρέουν κυρίως από το σκέλος των εισαγωγών, δημιουργώντας το κατάλληλο περιβάλλον για αποκλιμάκωση των τιμών τη διετία 2013-14.

Η συρρίκνωση του μισθολογικού κόστους είναι ραγδαία εν μέσω επώδυνων διαρθρωτικών μεταβολών στην αγορά εργασίας

Η Ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει μια πρωτόγνωρη πρόκληση ταχείας δημοσιονομικής προσαρμογής με παράλληλη ανάκτηση των συσσωρευμένων απωλειών ανταγωνιστικότητας της τελευταίας δεκαετίας μέσα από ένα ευρύτερο πλέγμα διαθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην οικονομία. Η υψηλή αβεβαιότητα σε συνδυασμό με την εξαιρετικά εμπροσθοβαρή στρατηγική δημοσιονομικών μέτρων (που αντιστοιχούν σε 7,0% του ΑΕΠ το 2010, 6,3% το 2011, 6,1% το 2012) δημιούργησαν ένα έντονα υφεσιακό μείγμα που αντανακλάται στη σωρευτική μείωση του ΑΕΠ  που θα υπερβεί το 21% έως το τέλος του 2012 (-2,9% το 2009, -4,8% το 2010, -7,1% το 2011 και -6,7% το 2012)
Η προσαρμογή της αγοράς εργασίας μετά από μια σχετικά ήπια εκκίνηση το 2010 ήταν εξαιρετικά βίαιη το 2011 και το 2012. Συνολικά μέσα σε μια τριετία, το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε κατά 16 περίπου ποσοστιαίες μονάδες, με τις συνολικές απώλειες θέσεων εργασίας να υπερβαίνουν τις 750 χιλιάδες, ήτοι περισσότερο από το 17% του εργατικού δυναμικού, προερχόμενες ως επί το πλείστον από τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Και στην περίπτωση της αγοράς εργασίας η προσαρμογή ξεκίνησε ήπια -- με την απασχόληση να μειώνεται -2,7% κατά μέσο όρο, το 2010 -- και εν συνεχεία επιταχύνθηκε σημαντικά με την απασχόληση να συρρικνώνεται κατά -6,8% και -8,1%, το 2011 και το 1ο εξάμηνο του 2012 αντιστοίχως (μ.ο. περιόδου).
Λαμβάνοντας υπόψη το σχετικά χαμηλό επίπεδο ανεργίας στους αυτοαπασχολούμενους (που αναπροσαρμόζουν σε σημαντικό βαθμό τις ώρες απασχόλησής τους στην τρέχουσα ζήτηση) και το σχεδόν ανύπαρκτο επίπεδο ανεργίας στον δημόσιο τομέα, το τεκμαρτό επίπεδο ανεργίας στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα ανέρχεται σε 33%.
Είναι αξιοσημείωτο ότι η συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά περίπου 17,5% σε σταθερές τιμές μεταξύ 2009 και 1ου εξαμήνου 2012 οδήγησε σε σωρευτική μείωση της απασχόλησης κατά  17% περίπου, μια εξαιρετικά υψηλή συσχέτιση σχεδόν 1 προς 1 (συγκριτικά με έναν ιστορικό μέσο όρο της τάξης του 0.5) που αντανακλά και επώδυνες διαθρωτικές ανακατατάξεις στην ελληνική αγορά εργασίας.
Οι ανωτέρω εξελίξεις στην αγορά εργασίας σε συνδυασμό με τις νέες νομοθετικές και ρυθμιστικές παρεμβάσεις στα τέλη του 2011 και ειδικά στις αρχές του 2012, στα πλαίσια των υποχρεώσεων που απορρέουν από το  2ο πρόγραμμα χρηματοδοτικής στήριξης για την Ελλάδα, ενίσχυσαν την ευελιξία στην αγορά εργασίας σε πρωτοφανή επίπεδα για τη χώρα. Μαζί με την ύφεση, συντέλεσαν στην ταχεία μείωση των μισθών η οποία αναμένεται να υπερβεί σωρευτικά το 22% από το 2010 έως τα τέλη του 2012, με την μεγαλύτερη μείωση να γίνεται το 2012 (-13%, σε ετήσια βάση) σε σχέση με -4,7% το 2011 και -5,3% το 2010) ενώ θα μειωθούν περαιτέρω κατά σχεδόν 6% περίπου το 2013. Η εξέλιξη αυτή ισοδυναμεί με πλήρη αναστροφή της υπερβάλλουσας αύξησης του κόστους εργασίας τη δεκαετία που ακολούθησε την είσοδο μας στην ΟΝΕ – βοηθώντας ουσιαστικά την εσωτερική υποτίμηση.  
Αναμφισβήτητα, η σημαντική μείωση της παραγωγικότητας εξαιτίας της βαθιάς ύφεσης οδήγησε σε βραδύτερη, ωστόσο  σημαντική, μείωση του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εργασίας -- ο δείκτης που αντανακλά το μισθολογικό κόστος ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος ώστε να αποτυπώσει την επίπτωση στην ανταγωνιστικότητα. Η οριακή ανάκαμψη της παραγωγικότητας κατά το 2012 σε συνδυασμό με την συνεχιζόμενη μείωση των μισθών έχουν επιταχύνει τη συρρίκνωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας με αποτέλεσμα ο τιθέμενος από το Πρόγραμμα στόχος βελτίωσης του μοναδιαίου κόστους εργασίας κατά  15% την περίοδο 2012-15 εκτιμάται ότι θα επιτευχθεί δύο χρόνια νωρίτερα, δηλαδή το 2013.

Οι τιμές όμως επέδειξαν αξιοσημείωτη ακαμψία, με τις πρώτες ενδείξεις προσαρμογής να εμφανίζονται κυρίως το 2012

Ωστόσο, σε αντίθεση με την ταχεία προσαρμογή στο κόστος εργασίας οι τιμές καταναλωτή επέδειξαν αξιοσημείωτη ακαμψία εμφανίζοντας ακόμη και ανοδικές τάσεις, και μόνο το 2012 άρχισαν να εμφανίζονται κάποιες πρώτες ενδείξεις  σταθεροποίησης και μείωσης των τιμών οι οποίες ήταν πιο εμφανείς σε συγκεκριμένους κλάδους της οικονομίας -- ειδικά σε τομείς υπηρεσιών.

Φορολογικές αυξήσεις και υψηλές τιμές ενέργειας τροφοδοτούν τον πληθωρισμό

Σε μακροοικονομικό επίπεδο, οι βασικότεροι λόγοι που συντήρησαν τις πληθωριστικές πιέσεις κατά τη διάρκεια της τελευταίας τριετίας, σχετίζονται κυρίως με την επίδραση των αυξήσεων του ΦΠΑ και των φόρων κατανάλωσης, την αύξηση των τιμών ενέργειας και την ανοδική πορεία των τιμών των εισαγόμενων καταναλωτικών αγαθών και πρώτων υλών.
Συγκεκριμένα οι αυξήσεις στο ΦΠΑ και στους φόρους κατανάλωσης (καυσίμων, οινοπνευματωδών και καπνού) πρόσθεσαν περίπου 2,5 ποσοστιαίες μονάδες στο μέσο πληθωρισμό της περιόδου 2010-2011 παρά το γεγονός ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις απορρόφησαν σχεδόν το 20% των φορολογικών αυξήσεων. Όσον αφορά την επίδραση των τιμών ενέργειας διαπιστώνεται ότι η αυξητική τάση των τιμών του πετρελαίου πρόσθεσε 0,8% ετησίως (χωρίς την επίδραση των φόρων) στο μέσο πληθωρισμό κατά την ίδια περίοδο. Η επίδραση αυτή είναι σημαντικά υψηλότερη από το μ.ο. της ευρωζώνης (0.45% περίπου) και αντανακλά τον υψηλό βαθμό εξάρτησης από εισαγωγές πετρελαίου (περίπου 35% υψηλότερο από το μ.ο. της ευρωζώνης). Οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να θεωρηθούν, κατά βάση, εξωγενείς, με παροδικές ή συγκυριακές επιδράσεις στον πληθωρισμό, αν και η επίπτωση στο επίπεδο τιμών και στην ανταγωνιστικότητα τείνει να είναι μόνιμη (βλ. αυξήσεις φόρων). Χωρίς αυτές τις επιδράσεις, ο μέσος πληθωρισμός μεταξύ 1ου τριμήνου 2010 και 2ου τριμήνου 2012 θα είχε διαμορφωθεί σε οριακά αρνητικό επίπεδο αντί +3.3% που ήταν στην πραγματικότητα.

Η ρηχή παραγωγική βάση και η εξάρτηση από εισαγωγές επιβραδύνουν την προσαρμογή των τιμών ακόμη και σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα…

Αναφορικά με τους πιο διαρθρωτικούς παράγοντες που επιδρούν στις τιμές καταναλωτή εκτιμάται ότι είναι ιδιαίτερα σημαντική, ειδικά στην τρέχουσα συγκυρία, η πληθωριστική επίδραση που ασκούν οι τιμές των εισαγόμενων αγαθών (εκτός ενέργειας). Η ρηχή παραγωγική βάση της ελληνικής οικονομίας αντανακλάται στη σημαντική εξάρτηση από εισαγωγές τελικών καταναλωτικών αγαθών (εξαιρουμένων των  διαρκών καταναλωτικών αγαθών) που αντιστοιχούν στο 9% περίπου του σταθμισμένου καλαθιού αγαθών και υπηρεσιών του ΔΤΚ και στο 6.7% του ΑΕΠ). Όμως ο εισαγόμενος πληθωρισμός δεν επιδρά μόνο μέσω των εισαγωγών τελικών καταναλωτικών αγαθών αλλά και μέσω των τιμών των εισαγωγών ενδιάμεσων αγαθών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή βασικών καταναλωτικών αγαθών (τρόφιμα, φάρμακα, ένδυση, εξοπλισμός κτλ) και οι οποίες ανέρχονται σε 11.5 % του ΑΕΠ περίπου 2012 (το υψηλότερο ποσοστό στην ευρωζώνη, διορθώνοντας για το τμήμα των εγχωρίως παραγόμενων αγαθών που χρησιμοποιούν εισαγωγές και εν συνεχεία εξάγονται ή επανεξάγονται με χαμηλό βαθμό μεταποίησης).
Οι τιμές των ανωτέρω κατηγοριών εισαγωγών -- που προσδιορίζονται εξωγενώς -- δεν ασκούσαν στο παρελθόν πληθωριστικές επιδράσεις καθώς ο μέσος ρυθμός ανατιμήσεών τους υπολειπόταν του υψηλού εγχώριου πληθωρισμού. Σήμερα όμως που κυριαρχούν αποπληθωριστικές τάσεις στο εσωτερικό, η έμμεση και άμεση επίδραση του εισαγόμενου πληθωρισμού καθυστερεί τη διόρθωση των τιμών καθώς ο εισαγόμενος πληθωρισμός είναι σταθερά θετικός και υψηλότερος από τον εγχώριο. Είναι αξιοσημείωτο ότι το ποσοστό στο ΑΕΠ εισαγωγών βασικών καταναλωτικών αγαθών τόσο για τελική κατανάλωση όσο και πρώτων υλών και ενδιάμεσων αγαθών που προορίζονται για παραγωγή καταναλωτικών αγαθών, έχει μειωθεί ελάχιστα ως ποσοστό του ΑΕΠ (από 13.8% μέσο όρο την τελευταία δεκαετία σε 12.7% το 1ο εξάμηνο του 2012) σε αντίθεση με άλλες κατηγορίες εισαγωγών όπως κεφαλαιακά αγαθά, διαρκή καταναλωτικά αγαθά και πρώτες ύλες (για παραγωγή βιομηχανικών αγαθών) που η συρρίκνωση του ποσοστού τους ξεπερνά το 50% ή τις 6 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Πράγματι, η εγχώρια παραγωγική δομή η οποία χαρακτηρίζεται από μια περιορισμένη μεταποιητική βάση, με σχετικά χαμηλή εγχώρια προστιθέμενη αξία (που αντανακλώνται στον υψηλότερο λόγο στην ευρωζώνη μεταξύ αξίας εισαγόμενων πρώτων υλών και ενδιάμεσων αγαθών ως προς την εγχώρια προστιθέμενη αξία), αντιμετωπίζει ένα υψηλό ποσοστό εισαγόμενου ανελαστικού κόστους παραγωγής.

…αλλά οι αποπληθωριστικές τάσεις είναι πλέον ορατές στον τομέα των υπηρεσιών και αναμένεται να αποτυπωθούν σταδιακά και στις τιμές των εγχωρίως παραγομένων αγαθών

Παρά τη δυσμενή επίδραση των προαναφερόμενων παραγόντων η αποπληθωριστική διαδικασία έχει αρχίσει να αποκτά δυναμική στην ελληνική οικονομία αν και η πρόοδος είναι ακόμη δυσδιάκριτη σε επίπεδο καταναλωτή. Η επιταχυνόμενη μείωση του εργασιακού κόστους – που εκτιμάται ότι χρειάζεται σχεδόν 1½ χρόνο να μετακυλιστεί στις τελικές τιμές -- σε συνδυασμό με τη συρρίκνωση των περιθωρίων κέρδους των επιχειρήσεων, και τις ευνοϊκότερες τάσεις σε άλλα συστατικά του κόστους παραγωγής, αναμένεται να επιτρέψουν την ταχύτερη αποκλιμάκωση των τιμών καταναλωτή την επόμενη διετία. Είναι ενδεικτικό ότι στον τομέα των υπηρεσιών στον οποίο οι επιδράσεις από τις τιμές εισαγωγών και ενέργειας είναι συγκριτικά περιορισμένες, οι μειώσεις τιμών είναι ήδη εμφανείς, (οι τιμές τουριστικών υπηρεσιών, εκπαίδευσης, ιατρικών υπηρεσιών σημείωσαν μέση ετήσια κάμψη της τάξης του 1.9% τα τελευταία 3 τρίμηνα ) ενώ η ταχεία μείωση των τιμών σε κατηγορίες υπηρεσιών που αποτελούν σημαντικά τμήματα της δομής κόστους των ελληνικών μεταποιητικών επιχειρήσεων (όπως μεταφορές, αποθήκευση, λογιστικές συμβουλευτικές και νομικές υπηρεσίες των οποίων οι τιμές μειώθηκαν, σε ετήσια βάση, κατά 6% περίπου, κατά μέσο όρο, το 1ο εξάμηνο του 2012) θα διευκολύνει την περαιτέρω προσαρμογή των τιμών. Και στις δύο περιπτώσεις, οι πιο ανταγωνιστικές συνθήκες αγοράς έχουν παίξει σημαντικό ρόλο, τόσο εξαιτίας της ύφεσης όσο και των συγκεκριμένων διαρθρωτικών αλλαγών.
Κατά συνέπεια, οι τιμές καταναλωτή εκτιμάται ότι θα μειωθούν σωρευτικά κατά σχεδόν 5,0% περίπου την επόμενη διετία (παρά την νέα πληθωριστική επίδραση από την αύξηση της φορολογίας στο πετρέλαιο θέρμανσης και τις αναμενόμενες αυξήσεις στις τιμές ηλεκτρικού ρεύματος που θα προσθέσουν περίπου 0,6% ετησίως στο μέσο επίπεδο πληθωρισμού της περιόδου 2013-14). Λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά την ίδια περίοδο η αναμενόμενη συνολική αύξηση των τιμών στην ΕΕ θα διαμορφωθεί στο 4,5% περίπου η συνολική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας σε όρους τιμών θα υπερβεί πιθανότατα το 10% τη διετία 2013-14, επιτρέποντας στην ελληνική οικονομία να ανακτήσει σχεδόν εξολοκλήρου τις απώλειες της προηγούμενης δεκαετίας.

Μακροοικονομική συγκυρία και προβλέψεις για το 2013


Στο Δελτίο παρουσιάζονται επίσης οι προβλέψεις της Δ/σης Οικονομικής Ανάλυσης για το μακροοικονομικό περιβάλλον στο υπόλοιπο του έτους και το 2013. Εκτιμάται ότι η συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας θα κυμανθεί στο -6,7% το 2012 και στο -4,7% το 2013. Συγκεκριμένα, η μείωση του ΑΕΠ κατά το 2013 αντανακλά κυρίως την ισχυρή αρνητική επίδραση από τη σωρευτική συρρίκνωση του ΑΕΠ έως τα τέλη του 2012 που μεταφέρεται στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης του 2013, (δημιουργώντας υφεσιακή επίδραση της τάξης του -3,0% περίπου σε ετήσια βάση) και την εφαρμογή ενός αξιόπιστου αλλά έντονα υφεσιακού μείγματος δημοσιονομικής προσαρμογής βασισμένο σε νέα μέτρα που αντιστοιχούν σε    5,2% του ΑΕΠ. Τα δημοσιονομικά μέτρα βάσει του χρονισμού εφαρμογής τους και της διάρθρωσής τους (κυρίως περικοπές δαπανών), συνεπάγονται ένα υφεσιακό αποτέλεσμα της τάξης του -3,7% περίπου βάσει ενός εκτιμώμενου δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή (δαπανών και εσόδων) της τάξης της μονάδας, σημαντικά αυξημένου  εξαιτίας της παρατεταμένης  ύφεσης.
Οι άμεσες και έμμεσες επιδράσεις από την αναμενόμενη εκταμίευση της επόμενης δόσης του οικονομικού προγράμματος θα είναι σημαντικές τόσο σε όρους μείωσης αβεβαιότητας και βελτίωσης του οικονομικού κλίματος αλλά και μέσω βελτίωσης των συνθηκών ρευστότητας στην οικονομία. Συγκεκριμένα, η αναμενόμενη αποπληρωμή άνω των €4 δις συσσωρευμένων ληξιπροθέσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, η πιθανή αποδέσμευση περίπου 5 δις, μέσω περιορισμού του μέσου επιπέδου των εκδόσεων εντόκων γραμματίων (που θα ισοδυναμούσαν σε σχεδόν αντίστοιχη αύξηση της αξιοποιήσιμης ρευστότητας από το τραπεζικό σύστημα), σε συνδυασμό με τις αυξημένες ροές κεφαλαίων από την ΕΕ και την επιστροφή καταθέσεων προς το τραπεζικό σύστημα λόγω μειωμένης αβεβαιότητας, θα μπορούσαν να μετριάσουν τις υφεσιακές πιέσεις στην οικονομία. Οι παραπάνω θετικές επιδράσεις εκτιμάται ότι θα μειώσουν την ύφεση το 2013 κατά 2 περίπου ποσοστιαίες μονάδες συγκριτικά με το επίπεδο που θα διαμορφωνόταν βάσει της υφεσιακής δυναμικής από το 2012 και των νέων δημοσιονομικών μέτρων για το 2013. Ως εκ τούτου, εκτιμάται ότι η συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας (σε σταθερές τιμές) θα διαμορφωθεί στο -6,7% το 2012 και στο -4,7% για το 2013.
Αναφορικά με τις δημοσιονομικές εξελίξεις παρουσιάζονται οι ιδιαίτερα ικανοποιητικές τάσεις στην πορεία υλοποίησης του προϋπολογισμού ο οποίος παραμένει συμβατός με τους ετήσιους στόχους καθώς και τα βασικά στοιχεία του Κρατικού προϋπολογισμού για το 2013, παρά τη σημαντική αύξηση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του δημοσίου. Το μέγεθος της δημοσιονομικής προσπάθειας είναι πρωτοφανές με τα εφαρμοζόμενα μέτρα να υπερβαίνουν σωρευτικά το 24% του ΑΕΠ την περίοδο 2010-2013 στοχεύοντας σε προσαρμογή του πρωτογενούς ελλείμματος διορθωμένου για τον οικονομικό κύκλο, μεγαλύτερη του 13% του ΑΕΠ – υποδηλώνοντας το αυξανόμενο κόστος, σε όρους απώλειας οικονομικής δραστηριότητας, της δημοσιονομικής προσπάθειας .
Επίσης γίνεται σύντομη αναφορά στους παράγοντες που επιδρούν στην παρατηρούμενη επιδείνωση της δυναμικής χρέους και στις χρηματοδοτικές ανάγκες του δημοσίου για την περίοδο 2013-2016. Διαπιστώνεται ότι η βαθύτερη ύφεση και όχι οι δημοσιονομικές αποκλίσεις αποτελούν τη βασική αιτία για την επιδείνωση της δυναμικής χρέους και τη διεύρυνση των χρηματοδοτικών αναγκών.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης