Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

Χαρδούβελης (Eurobank): Το Μνημόνιο δεν είναι υποκατάστατο ενός μοντέλου ανάπτυξης

tags :
Χαρδούβελης (Eurobank): Το Μνημόνιο δεν είναι υποκατάστατο ενός μοντέλου ανάπτυξης
Ποιούς κινδύνους αντιμετωπίζει η Κύπρος - Ισχυροποιήθηκε η θέση της Eurobank στην Κύπρο
Το Μνημόνιο δεν είναι υποκατάστατο ενός μοντέλου ανάπτυξης. Το Μνημόνιο περιέχει τις αναγκαίες, αλλά όχι τις ικανές συνθήκες που θα φέρουν την ανάπτυξη. Αυτό ανέφερε ο Οικονομικός Σύμβουλος της Eurobank και Επικεφαλής των Οικονομικών Ερευνών του Ομίλου καθηγητής κ. Γκίκας Χαρδούβελης, κατά την ομιλίοα του στο πλαίσιο των επιχειρηματικών συναντήσεων στην Κύπρο.
Στη μελέτη αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι, στην περίπτωση της Κύπρου, υπάρχει ανάγκη ιδιαίτερης έμφασης στις επενδύσεις και στη μείωση του κόστους εργασίας, καθώς και σε πολλές άλλες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Η Κύπρος ευνοείται ιδιαίτερα από ένα σχετικά αποτελεσματικό Δημόσιο τομέα. Δεν γνωρίζουμε αν η Κύπρος καταφέρει να μετατρέψει την κρίση σε ευκαιρία για μια νέα πορεία ισόρροπης ανάπτυξης, τόνισε ο κ. Χαρδούβελης. Γνωρίζουμε, όμως, τη συνταγή επιτυχίας, δηλαδή το πώς μετατρέπεται η κρίση σε ευκαιρία. Η συνταγή αυτή έχει ως ακολούθως: Το πρώτο μέλημα είναι η γεω-στρατηγική επιλογή της Κύπρου για την παραμονή της στην Ευρωζώνη, κάτι που φαίνεται να έχει επιτευχθεί παρά τα δραματικά γεγονότα του Μαρτίου 2013. Το δεύτερο μέλημα είναι οι Κύπριοι να ακολουθήσουν με συνέπεια και ταχύτητα τα συμφωνηθέντα με την Τρόικα όσον αφορά τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, π.χ. το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, το ασφαλιστικό, την αγορά εργασίας, και τις ιδιωτικοποιήσεις.
Η οποιαδήποτε προσπάθεια αναβολής των ιδιωτικοποιήσεων, για παράδειγμα, θα έχει αρνητικά μόνον αποτελέσματα, αφού δεν συμφέρουν την οικονομία οι καθυστερήσεις. Το πρόγραμμα σταθεροποίησης της οικονομίας βασίζεται στη γρήγορη εφαρμογή των διαρθρωτικών μέτρων. Οι καθυστερήσεις μπορεί να εκτρέψουν την πορεία της οικονομίας και να καταλήξουν να επιφέρουν περαιτέρω περιοριστικά δημοσιονομικά μέτρα στο μέλλον. Επιπλέον, οι μεγάλες επιλογές του Μνημονίου πρέπει να γίνουν ιδιοκτησία των κυπριακών κυβερνήσεων και να μην θεωρούνται ως έξωθεν επιβαλλόμενες. Το τρίτο είναι η ανάγκη ενός συγκεκριμένου και επεξεργασμένου μοντέλου ανάπτυξης για την Κύπρο. Πρέπει να γίνει σαφές ότι το Μνημόνιο δεν είναι υποκατάστατο ενός μοντέλου ανάπτυξης. Το Μνημόνιο περιέχει τις αναγκαίες, αλλά όχι τις ικανές συνθήκες που θα φέρουν την ανάπτυξη.
Τέλος, όσον αφορά στην πορεία και τις προοπτικές της Eurobank Κύπρου, η Τράπεζα συνεχίζει να παρουσιάζει καλά αποτελέσματα, παρά την έντονα αρνητική συγκυρία που προέκυψε από τις αποφάσεις του Μαρτίου και που σηματοδότησαν την κυπριακή οικονομία. Σύμφωνα με τα οικονομικά αποτελέσματα που ανακοινώθηκαν τον περασμένο Σεπτέμβριο για το πρώτο εξάμηνο του 2013, η Eurobank Κύπρου διατήρησε ικανοποιητική επαναλαμβανόμενη κερδοφορία, η οποία ανήλθε στα €13,2 εκατ. μετά τους φόρους, ισχυρούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας στο 38,7% (Capital Adequacy Ratio), ισχυρή πλεονάζουσα ρευστότητα και χαμηλή βάση κόστους λειτουργίας. Επιπλέον, η Eurobank Κύπρου ισχυροποίησε την ήδη ηγετική της παρουσία στους τομείς των Μεγάλων Επιχειρήσεων, της Διαχείρισης Περιουσίας Ιδιωτών, της Τραπεζικής Διεθνών Εταιρειών και των Κεφαλαιαγορών.
Με όπλα την ισχυρή κεφαλαιακή της επάρκεια, την πλεονάζουσα ρευστότητα και τη χαμηλή βάση κόστους, που τη θωρακίζουν απέναντι στις οποιεσδήποτε επιπτώσεις από το παρόν μακροοικονομικό περιβάλλον και την καθιστούν ικανή να συνεχίσει την επιτυχημένη πορεία της, η Eurobank Κύπρου θα συνεχίσει να στηρίζει ενεργά την κυπριακή οικονομία.

Αναλυτικά η ανάλυση του κ. Χαρδούβελη


Η Κύπρος πρόσφατα πέρασε μια τεράστια δοκιμασία.  Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα, τον Μάρτιο του 2013, αποφασίστηκε η ανασκευή εκ βάθρων του τραπεζικού της συστήματος με πόρους των ίδιων των επενδυτών και καταθετών στις τράπεζες, ενώ η Πολιτεία αναγκάστηκε να επιβάλει προσωρινούς περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων. Τα γεγονότα είναι σε όλους γνωστά και σήμερα, οκτώ μήνες αργότερα, τα χειρότερα της κρίσης φαίνεται να έχουν ξεπεραστεί.  Τα ερωτηματικά, όμως, παραμένουν:  Πόσο θα διαρκέσει η ύφεση, η οποία επιδεινώθηκε μετά τα γεγονότα του Μαρτίου;  Και μετά την πολυπόθητη σταθεροποίηση, θα μπορέσει στη συνέχεια η Κύπρος να επιτύχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, όπως πέτυχε τη δεκαετία πριν τη διεθνή κρίση του 2007/2008;  Πώς μπορεί, με άλλα λόγια, η Κύπρος να μετατρέψει την κρίση σε ευκαιρία;  Αυτό είναι και το κεντρικό σημείο της σημερινής παρουσίασης.

1. Η περίοδος πριν την κρίση


Η διεθνής κρίση του 2007/2008 με δυσκολία έγινε αντιληπτή στην Κύπρο.  Ακόμα και το Σεπτέμβριο του 2009, λίγο πριν το ξεκίνημα της ελληνικής κρίσης, το κυπριακό Δημόσιο δανειζόταν μακροπρόθεσμα από τη διεθνή αγορά με ένα επιτόκιο που ήταν μεγαλύτερο από το αντίστοιχο γερμανικό μόνον κατά μία ποσοστιαία μονάδα, τη στιγμή που η Ιρλανδία δανειζόταν με 1,65 ποσοστιαίες μονάδες.  Αιτία το γεγονός ότι οι ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης παρέμεναν ακμαίοι έως και το 2008, ενώ η ανεργία ήταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα (Διαφάνεια 2 και 3).



Τρεις ήταν οι εστίες πιθανών μελλοντικών προβλημάτων τότε:  Πρώτον, το διευρυνόμενο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών (Διαφάνεια 4), που έδειχνε ότι η Κύπρος ήδη έπασχε πολύ πριν τη διεθνή κρίση από θέμα ανταγωνιστικότητας.  Δεύτερον, η υψηλή μόχλευση του ιδιωτικού τομέα, καθώς και το μεγάλο μέγεθος του τραπεζικού τομέα (Διαφάνεια 3), του οποίου το ενεργητικό ήταν 7 φορές μεγαλύτερο από την ετήσια οικονομική δραστηριότητα (λίγο μικρότερο από το μέγεθος στη Μάλτα και την Ιρλανδία).  Ο χρηματοοικονομικός τομέας ήταν ευάλωτος σε πιθανές αρνητικές διαταράξεις.  Τρίτον, η ραγδαία αύξηση των τιμών των ακινήτων, που ξεπερνούσε τις αντίστοιχες αυξήσεις σε Ισπανία και Ελλάδα (Διαφάνεια 5) και που αποτελεί ακόμα και σήμερα εστία κινδύνου αν οι τιμές μειωθούν δραστικά.






Στο δημοσιονομικό τομέα δεν υπήρχαν εστίες κινδύνου.  Αντίθετα, τα έτη 2005, 2006, 2007 και 2008 υπήρχε πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα.  Ως αποτέλεσμα, το δημόσιο χρέος είχε πτωτική πορεία και το 2008 βρίσκονταν κάτω του 60% που ορίζει η Συνθήκη του Μάαστριχτ (Διαφάνεια 6).
Η δημοσιονομική εικόνα άλλαξε απότομα το 2009, αφού το πρωτογενές πλεόνασμα 3,4% του ΑΕΠ του 2008 μετατράπηκε σε πρωτογενές έλλειμμα -3,6% του ΑΕΠ.  Τότε ξεκίνησε συγχρόνως και μια περίοδος από-επενδύσεων, με το μερίδιο των επενδύσεων στην οικονομική δραστηριότητα να μειώνεται δραματικά (Διαφάνεια 7), γεγονός που δυναμιτίζει την ικανότητα της οικονομίας να παράγει αγαθά στο μέλλον.   Η περίοδος 2009-2013 αποτελεί, συνεπώς, μια εποχή κατά την οποία εντείνονται οι ανισορροπίες τόσο από την πλευρά της συνολικής ζήτησης στην οικονομία, όσο και από την πλευρά της συνολικής προσφοράς.






Οι δυσκολίες στον τραπεζικό τομέα ξεκίνησαν μετά τη χρεοκοπία της Lehman Brothers τον Οκτώβριο του 2008.  Τότε ο δανεισμός των κυπριακών τραπεζών από την ΕΚΤ εκτινάχθηκε στα περίπου €4 δις και σταδιακά ξεπέρασε τα €7,5 δις τον Ιούνιο του 2009.  Η χρήση του ELA, που είναι πιο δαπανηρός για τις τράπεζες,  άρχισε να αυξάνεται από τον Οκτώβριο του 2011, ενώ από τον Νοέμβριο του 2012, το μεγαλύτερο ποσοστό δανεισμού από το Ευρωσύστημα γινόταν πλέον μέσω του ELA. 
Οι διεθνείς επενδυτές άρχισαν να ανησυχούν για την Κύπρο την ίδια εποχή που ανησυχούσαν και για την υπόλοιπη Ευρωζώνη, κυρίως το 2011.  Τον Ιούνιο του 2011, ένα μήνα πριν το ατύχημα στο Μαρί,  το περιθώριο επιτοκίου σε σχέση με τα γερμανικά επιτόκια είχε ήδη αυξηθεί στο 5,8%.  Τον Μάιο του 2012, προτού η Κύπρος ζητήσει βοήθεια από την Ευρωζώνη, και στη διάρκεια των διπλών ελληνικών εκλογών, το περιθώριο είχε αυξηθεί στο 12,5%.  Αργότερα μειώθηκε μαζί με όλα τα επιτόκια του Ευρωπαϊκού Νότου.  Στις 15 Μαρτίου του 2013, λίγο πριν τη συνάντηση του Eurogroup, το περιθώριο επιτοκίου βρισκόταν στο 7,2%, χαμηλότερο του ελληνικού, που ήταν 9,4%, αλλά υψηλότερο όλων των υπολοίπων χωρών.

2. Πόσο θα διαρκέσει η ύφεση;


Η Τρόικα θεωρεί ότι η ύφεση θα είναι σωρευτικά της τάξης του 12,6% το 2013 και 2014 και θα τελειώσει το 2015.  Η άποψη αυτή δεν άλλαξε ακόμα και μετά την πρόσφατη εμπειρία των οκτώ μηνών μετά τον δραματικό Μάρτιο του 2013, που έδειξε  ότι οι αρχικές επιπτώσεις της κρίσης στην οικονομία ήταν μικρότερες του αναμενόμενου.  Η Τρόικα απλώς αναθεώρησε προς τα εμπρός τη χρονική περίοδο που η κυπριακή οικονομία θα υποστεί τις συνέπειες της κρίσης.  Οι προβλέψεις για το 2013 και 2014 βασίζονται σε ένα μοντέλο των 5 κυριότερων τομέων της οικονομίας, που αποτελούν το 85% της εγχώριας προστιθέμενης αξίας, τον Τουρισμό, τις Επαγγελματικές Υπηρεσίες, τις Κατασκευές, τον Χρηματοοικονομικό Τομέα και, τέλος, τη Δημόσια Διοίκηση και Εκπαίδευση.   Παρόμοιες είναι και οι προβλέψεις της Eurobank για το 2013 και 2014, οι οποίες, όμως, έγιναν με διαφορετική μεθοδολογία, με προβλέψεις των επιμέρους συστατικών του ΑΕΠ, δηλαδή την κατανάλωση, τις επενδύσεις, τις εισαγωγές και τις εξαγωγές.  Η Eurobank δεν έχει προχωρήσει σε προβλέψεις για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα διότι η αβεβαιότητα είναι πολύ μεγάλη.
Από τους πολλούς κινδύνους που αντιμετωπίζει η κυπριακή οικονομία τα επόμενα δύο χρόνια, τέσσερις είναι οι πιο σημαντικοί.  Αναφέρονται κατά σειρά προτεραιότητας:  Πρώτον, η σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος.   Δεύτερον, η επίπτωση της περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής στην οικονομία.  Τρίτον, το άσχημο εγχώριο οικονομικό κλίμα. Και τέταρτον, η αύξηση της ανεργίας και η μείωση των εισοδημάτων.   Παρακάτω, περιγράφονται με λεπτομέρεια οι πρώτοι δύο κίνδυνοι, οι οποίοι ταλαιπώρησαν στο παρελθόν την Ελλάδα και έφεραν εκεί μια ύφεση διαρκείας.
Η σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος προχωράει, αλλά ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί, αφού υπάρχουν ακόμα περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων.  Εν τω μεταξύ, οι καταθέσεις έχουν μειωθεί, τα δάνεια προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά συρρικνώνονται και τα δάνεια σε καθυστέρηση αυξάνονται.  Οι τάσεις αυτές αναμένεται να επιδεινωθούν όσο οι τιμές των ακινήτων μειώνονται, ιδιαίτερα σε συνάρτηση με τον υψηλό βαθμό μόχλευσης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών.
Η τριμηνιαία επισκόπηση της ΕΚΤ στην προσφορά και ζήτηση δανείων επιβεβαιώνει τα παραπάνω στοιχεία.  Δείχνει μάλιστα ότι η πτώση στην προσφορά είναι μεγαλύτερη από την πτώση στη ζήτηση (Διαφάνεια 15), δηλαδή η κρίση έχει επηρεάσει πολύ περισσότερο τη συμπεριφορά των ίδιων των τραπεζών όσον αφορά την επιθυμία τους να δανείζουν (σκέλος προσφοράς) από ό,τι έχει επηρεάσει τη συμπεριφορά των πελατών τους (σκέλος ζήτησης).   Η πτώση επιταχύνθηκε μετά το ελληνικό PSI το 2011, αλλά ιδιαίτερα από το δεύτερο εξάμηνο του 2012. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον τραπεζικών δυσκολιών, ωφελούνται κυρίως οι τράπεζες εκείνες που δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα στα χαρτοφυλάκια τους.



Η αναμενόμενη περιοριστική δημοσιονομική πολιτική είναι ένας δεύτερος μη-αμελητέος παράγοντας κινδύνου.  Το παράδειγμα της Ελλάδας, όπου ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής πλησίασε το 2, αρκεί για να μας προβληματίσει.  Στη Διαφάνεια 6, περιγράφονται οι στόχοι του προγράμματος όσον αφορά το δημοσιονομικό ισοζύγιο.  Από πρωτογενές έλλειμμα -4,3% του ΑΕΠ το 2014, αναμένεται να φτάσει η κυπριακή οικονομία το πρωτογενές πλεόνασμα +4,0% το 2018.  Αυτή η διαφορά των 8,3 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ είναι μεγάλη αλλά εφικτή, αφού η εμπειρία του 2003-2007 το απέδειξε.  Τότε, όμως, οι ρυθμοί ανάπτυξης τα οικονομίας (Διαφάνεια 4) ήταν πολύ υψηλότεροι από τους αναμενόμενους του μέλλοντος.  



Παρατηρήσατε ότι το 2013-14 παίρνονται δημοσιονομικά μέτρα της τάξης του 6,7% του ΑΕΠ, χωρίς να επηρεάζεται ο στόχος του πρωτογενούς ισοζυγίου, που παραμένει ελλειμματικό (Διαφάνεια 16).   Προφανώς, χωρίς μέτρα η ύφεση θα οδηγούσε σε μεγαλύτερα ελλείμματα, τα οποία αποφεύγονται.  Η τρόικα επιμένει να βελτιωθεί ο στόχος του πρωτογενούς ισοζυγίου από το 2015 και ύστερα, όταν η οικονομία αρχίσει να ανακάμπτει.  Δεν έχει δώσει λεπτομέρειες για το πώς θα επιτευχθούν οι στόχοι.  Προς το παρόν στηρίζεται στην πρόβλεψη ότι η οικονομία ανακάμπτει από το 2015.   Όμως, ο παραμικρός εκτροχιασμός της οικονομίας θα θέσει σε κίνδυνο τον δημοσιονομικό στόχο και μπορεί να δημιουργήσει έναν φαύλο κύκλο ανάλογο με αυτόν στην Ελλάδα, όπου οι Τροϊκανοί θα επιμένουν σε περαιτέρω περιοριστικά δημοσιονομικά μέτρα, υπό-εκτιμώντας ή και αδιαφορώντας για το πού θα καταλήξει η οικονομία.   Συνεπώς, οι Κύπριοι δεν πρέπει να επαναλάβουν τα λάθη των Ελλαδιτών, που καθυστέρησαν να ανατάξουν την οικονομία τους, εγκλωβίστηκαν από τα συμφέροντα των συντεχνιών και την παλαιοκομματική νοοτροπία, και υπέστησαν τα δεινά ενός άνευ προηγουμένου αρνητικού δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή.

3. Θα επανέλθει η Κύπρος σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης;


Το πρόγραμμα σταθεροποίησης της κυπριακής οικονομίας, που επεξεργάστηκε η Τρόικα, προβλέπει σωρευτική ύφεση της τάξης του 12,6% για το 2013-14 και θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης από το 2015.   Άλλοι αναλυτές, π.χ. Σπανός & Παπαδοπούλου (Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, Αύγουστος 2013), προβλέπουν μεγαλύτερη σωρευτική ύφεση της τάξης του 16%, η οποία είναι μικρότερης έντασης ανά έτος αλλά τελειώνει το 2017!  (-5,00% το 2013, -5,57% το 2014, -4, 10% το 2015 και -1,50% το 2016).  Η άποψη των Σπανού-Παπαδοπούλου βασίζεται σε ένα συγκεκριμένο υπόδειγμα της κυπριακής οικονομίας, το οποίο περιγράφεται με σαφήνεια.   Αντίθετα, η άποψη της Τρόικας βασίζεται στην εμπειρία τους.  Συγκεκριμένο υπόδειγμα δεν εμφανίζεται πουθενά.   Και η ανάλογη αποτυχία τους στην περίπτωση της Ελλάδας, όπου διαρκώς προέβλεπαν ανάκαμψη σε δύο χρόνια,  πρέπει να μας προβληματίσει.
Η οικονομία της Κύπρου είναι μια ευέλικτη οικονομία, ιδιαίτερα όταν συγκρίνεται με την ελληνική. Αυτό είναι ενθαρρυντικό για το τι μέλλει να συμβεί στο μέλλον και φαίνεται από μελέτες της Παγκόσμιας Τράπεζας, που συγκρίνουν χώρες ως προς την ευκολία του επιχειρείν (Διαφάνεια 25).  Κατατάσσεται 39η ανάμεσα σε 189 χώρες, τη στιγμή που η ελληνική βρίσκεται στην 72η θέση.   



Οι οικονομολόγοι έχουν στο παρελθόν μελετήσει τους παράγοντες που είτε βοηθούν είτε παρεμποδίζουν την ανάπτυξη μιας χώρας.   Στην περίπτωση της Κύπρου υπάρχει ανάγκη ιδιαίτερης έμφασης στις επενδύσεις και στη μείωση του κόστους εργασίας, καθώς και σε πολλές άλλες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.   Η Κύπρος ευνοείται ιδιαίτερα από ένα σχετικά αποτελεσματικό Δημόσιο τομέα, ιδιαίτερα όταν αυτός συγκρίνεται με τον ελληνικό.
Δεν γνωρίζουμε αν η Κύπρος θα καταφέρει να μετατρέψει την κρίση σε ευκαιρία για μια νέα πορεία ισόρροπης ανάπτυξης.  Γνωρίζουμε, όμως, τη συνταγή επιτυχίας, δηλαδή το πώς μετατρέπεται η κρίση σε ευκαιρία.  Η συνταγή αυτή έχει ως ακολούθως:
1. Το πρώτο μέλημα είναι η γεω-στρατηγική επιλογή της Κύπρου για την παραμονή της στην Ευρωζώνη, κάτι που φαίνεται να έχει επιτευχθεί παρά τα δραματικά γεγονότα του Μαρτίου 2013.
2. Το δεύτερο μέλημα είναι οι Κύπριοι να ακολουθήσουν με συνέπεια και ταχύτητα τα συμφωνηθέντα με την Τρόικα όσον αφορά τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, π.χ. το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, το ασφαλιστικό, την αγορά εργασίας,  και τις ιδιωτικοποιήσεις.  Η οποιαδήποτε προσπάθεια αναβολής των ιδιωτικοποιήσεων, για παράδειγμα, θα έχει αρνητικά μόνον αποτελέσματα, αφού δεν συμφέρουν την οικονομία οι καθυστερήσεις.  Το πρόγραμμα σταθεροποίησης της οικονομίας βασίζεται στη γρήγορη εφαρμογή των διαρθρωτικών μέτρων.  Οι καθυστερήσεις μπορεί να εκτρέψουν την πορεία της οικονομίας και να καταλήξουν να επιφέρουν περαιτέρω περιοριστικά δημοσιονομικά μέτρα στο μέλλον.  Επιπλέον, οι μεγάλες επιλογές του Μνημονίου πρέπει να γίνουν ιδιοκτησία των κυπριακών κυβερνήσεων και να μην θεωρούνται ως έξωθεν επιβαλλόμενες.
3. Το τρίτο είναι η ανάγκη ενός συγκεκριμένου και επεξεργασμένου μοντέλου ανάπτυξης για την Κύπρο.  Πρέπει να γίνει σαφές ότι το Μνημόνιο δεν είναι υποκατάστατο ενός μοντέλου ανάπτυξης.  Το Μνημόνιο περιέχει τις αναγκαίες, αλλά όχι τις ικανές συνθήκες που θα φέρουν την ανάπτυξη.   Για παράδειγμα, σε αντίθεση με την Ιρλανδία, η Ελλάδα απέτυχε μέχρι στιγμής στον χώρο αυτό, αφού 4 περίπου χρόνια μετά το πρώτο μνημόνιο, ακόμα δεν έχει το δικό της ξεκάθαρο μοντέλο ανάπτυξης.  Η Κύπρος δεν πρέπει να επαναλάβει το ίδιο λάθος, αλλά να ακολουθήσει τον δρόμο της Ιρλανδίας.  Ορισμένα χαρακτηριστικά του μοντέλου είναι τα ακόλουθα:
a. Η Κύπρος πρέπει να είναι επιθετική απέναντι στους Τροϊκανούς όσον αφορά τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα. π.χ. χαμηλός φορολογικός συντελεστής των επιχειρήσεων (12,5%)
b. Η Κύπρος πρέπει να κρατήσει το ενδιαφέρον των ξένων να ανοίγουν νέες επιχειρήσεις στην Κύπρο με την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών
c. Η Κύπρος πρέπει να σταματήσει να βασίζεται στον χρηματοοικονομικό τομέα στο βαθμό που βασιζόταν στο παρελθόν, και να στρέψει την προσοχή της σε τομείς όπως η ενέργεια, ο ποιοτικός τουρισμός, κλπ.
d. Η Κύπρος πρέπει να επαναφέρει και να ξεπεράσει τους ρυθμούς αύξησης των επενδύσεων της περασμένης δεκαετίας, αφού τα τελευταία χρόνια πάσχει στον τομέα αυτό.
4. Τέλος, η συνταγή επιτυχίας συνεπάγεται και ομοψυχία και πολιτική σταθερότητα, γεγονός που σημαίνει ότι είναι σημαντικό να χρησιμοποιηθούν κοινοτικοί πόροι για την αρωγή των ανέργων και όσους η κρίση αφήνει στο περιθώριο.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης