γράφει : Αλεξάνδρα Τόμπρα
Σημαντική αύξηση στις εξωχρηματιστηριακές αγορές παραγώγων διαπιστώνει η Διεθνής Τράπεζα Διακανονισμών (BIS), σύμφωνα με τα στοιχεία του πρώτου εξαμήνου του έτους, καθώς τα ανεξόφλητα ονομαστικά ποσά ανήλθαν στα 693 τρισ. δολάρια στο τέλος του Ιουνίου, από 633 τρισ. δολάρια στο τέλος του α’ 6μηνου του 2012.
Τα συμβόλαια αυτά δεν είναι άλλο από συμβάσεις, τις οποίες, με την επιδίωξη ή το πρόσχημα συμφωνιών διασφάλισης έναντι κινδύνου, κατά κύριο λόγο απέναντι στις αλλαγές κόστους χρήματος (επιτόκια) ή συναλλάγματος, έχουν υπογράψει τράπεζες με τράπεζες ή ιδιώτες και επενδυτικά funds.
Ενδεικτικό του κινδύνου που αντιπροσωπεύουν τα συμβόλαια αυτά, τα οποία λειτουργούν εκτός των θεσμικά εποπτευόμενων αγορών (OTC) είναι ότι ξεπερνούν στο εκατονταπλάσιο τον όγκο των καταθέσεων και πολύ περισσότερο τα ίδια κεφάλαια των τραπεζών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της BIS, από το σύνολο του πρώτου εξαμήνου, περί τα 668 τρισ. δολάρια έγιναν από traders σε 13 χώρες και τα 25 τρισ. δολάρια από traders σε 34 χώρες.
Η αύξηση αυτή οφείλεται εν μέρει από την περαιτέρω μετατόπιση των μέσω κεντρικών αντισυμβαλλομένων.
Σε αντίθεση με τα ονομαστικά ποσά η ακαθάριστη αξία της αγοράς των εξωχρηματιστηριακών παραγώγων - δηλαδή , το κόστος της αντικατάστασης όλων των εκκρεμών συμβάσεων σε τρέχουσες τιμές αγοράς - μειώθηκαν μεταξύ τέλους 2012 και του τέλους του Ιουνίου, από τα 25 τρισ. δολάρια σε 20 τρισ. δολάρια.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της BIS η δραστηριότητα στα παράγωγα από τους traders που βασίζονται στις αναδυόμενες αγορές τείνει να επικεντρωθεί στη διαχείριση του συναλλαγματικού κινδύνου, ενώ τα επιτοκιακά παράγωγα αντιπροσωπεύουν ένα πολύ μικρότερο ποσοστό των συμβάσεων στις μεγαλύτερες αγορές.
Επιπλέον, οι traders που βασίζονται στις αναδυόμενες αγορές αντιπροσώπευαν σχεδόν το σύνολο των εκκρεμών συμβάσεων CDS.
Οι αντισυμβαλλόμενοι που βασίζονται στη χώρα προέλευσης του πωλητή αντιπροσώπευαν το 19% των εκκρεμών CDS. Οι σχετικές συμβάσεις με αντισυμβαλλομένους που είχαν έδρα στην Ευρώπη αντιπροσώπευαν το 53%, και εκείνες που εδρεύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες το 21%.
Ο κίνδυνος που εντοπίζει η BIS είναι ότι οι τράπεζες βασίζουν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της κερδοφορίας τους στα κέρδη από τα παράγωγα, αυξάνοντας, αντί να μειώνουν τις ανοικτές θέσεις τους σε αυτά. Με διακριτικό, αλλά σαφή τρόπο, η διοίκηση της BIS αποκαλύπτει -και προειδοποιεί- ότι, «παρά τα βήματα που έγιναν μπροστά στην προσπάθεια ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, ορισμένες από αυτές εξακολουθούν να λειτουργούν σε υψηλά επίπεδα μόχλευσης, συμπεριλαμβανομένων αυτών που θεωρούνται ικανοποιητικά ανακεφαλαιοποιημένες, αλλά στην πραγματικότητα παρουσιάζουν τεράστιες θέσεις παραγώγων…».
www.bankingnews.gr
Ενδεικτικό του κινδύνου που αντιπροσωπεύουν τα συμβόλαια αυτά, τα οποία λειτουργούν εκτός των θεσμικά εποπτευόμενων αγορών (OTC) είναι ότι ξεπερνούν στο εκατονταπλάσιο τον όγκο των καταθέσεων και πολύ περισσότερο τα ίδια κεφάλαια των τραπεζών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της BIS, από το σύνολο του πρώτου εξαμήνου, περί τα 668 τρισ. δολάρια έγιναν από traders σε 13 χώρες και τα 25 τρισ. δολάρια από traders σε 34 χώρες.
Η αύξηση αυτή οφείλεται εν μέρει από την περαιτέρω μετατόπιση των μέσω κεντρικών αντισυμβαλλομένων.
Σε αντίθεση με τα ονομαστικά ποσά η ακαθάριστη αξία της αγοράς των εξωχρηματιστηριακών παραγώγων - δηλαδή , το κόστος της αντικατάστασης όλων των εκκρεμών συμβάσεων σε τρέχουσες τιμές αγοράς - μειώθηκαν μεταξύ τέλους 2012 και του τέλους του Ιουνίου, από τα 25 τρισ. δολάρια σε 20 τρισ. δολάρια.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της BIS η δραστηριότητα στα παράγωγα από τους traders που βασίζονται στις αναδυόμενες αγορές τείνει να επικεντρωθεί στη διαχείριση του συναλλαγματικού κινδύνου, ενώ τα επιτοκιακά παράγωγα αντιπροσωπεύουν ένα πολύ μικρότερο ποσοστό των συμβάσεων στις μεγαλύτερες αγορές.
Επιπλέον, οι traders που βασίζονται στις αναδυόμενες αγορές αντιπροσώπευαν σχεδόν το σύνολο των εκκρεμών συμβάσεων CDS.
Οι αντισυμβαλλόμενοι που βασίζονται στη χώρα προέλευσης του πωλητή αντιπροσώπευαν το 19% των εκκρεμών CDS. Οι σχετικές συμβάσεις με αντισυμβαλλομένους που είχαν έδρα στην Ευρώπη αντιπροσώπευαν το 53%, και εκείνες που εδρεύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες το 21%.
Ο κίνδυνος που εντοπίζει η BIS είναι ότι οι τράπεζες βασίζουν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της κερδοφορίας τους στα κέρδη από τα παράγωγα, αυξάνοντας, αντί να μειώνουν τις ανοικτές θέσεις τους σε αυτά. Με διακριτικό, αλλά σαφή τρόπο, η διοίκηση της BIS αποκαλύπτει -και προειδοποιεί- ότι, «παρά τα βήματα που έγιναν μπροστά στην προσπάθεια ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, ορισμένες από αυτές εξακολουθούν να λειτουργούν σε υψηλά επίπεδα μόχλευσης, συμπεριλαμβανομένων αυτών που θεωρούνται ικανοποιητικά ανακεφαλαιοποιημένες, αλλά στην πραγματικότητα παρουσιάζουν τεράστιες θέσεις παραγώγων…».
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών