Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

Γραφείο Προϋπολογισμού Βουλής: Μόνη λύση η διαγραφή μέρους του ελληνικού δημόσιου χρέους εντός της Ευρωζώνης – Θα επιτάχυνε την ανάπτυξη, θα ενθάρρυνε επενδύσεις – Προειδοποίηση για δημοσιονομικό κενό από τα μέσα του 2014

tags :
Γραφείο Προϋπολογισμού Βουλής: Μόνη λύση η διαγραφή μέρους του ελληνικού δημόσιου χρέους εντός της Ευρωζώνης – Θα επιτάχυνε την ανάπτυξη, θα ενθάρρυνε επενδύσεις – Προειδοποίηση για δημοσιονομικό κενό από τα μέσα του 2014
Τον κώδωνα του κινδύνου σχετικά με την ύπαρξη δημοσιονομικού κενού από τα μέσα του 2014, όταν και ολοκληρώνεται η τρέχουσα δανειακή σύμβαση με την τρόικα, και την αδυναμία εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους κρούει το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής στην έκθεση του υπό τον τίτλο «Το δημόσιο χρέος μετά το τέλος του μνημονίου». Στην έκθεση αυτή, οι οικονομολόγοι του Γραφείου Προϋπολογισμού προτείνουν ως λύση τη διαγραφή μέρους του ελληνικού χρέους που κατέχει ο επίσημος τομέας.
Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τις αντιδράσεις αλλά και τους «ηθικούς κινδύνους» για τις άλλες χώρες το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής υποστηρίζει πως το haircut θα πρέπει να συνοδευτεί, εάν τελικά γίνει, με δικλείδες ασφαλείας.
«Ακόμα και αν επιτευχθεί ο στόχος ενός λόγου χρέους 124% ΑΕΠ έως το 2020 η κατάσταση δεν θα είναι διατηρήσιμη!» αναφέρει η έκθεση, στην οποία υπογραμμίζεται επιπλέον ότι δεν μπορεί κανείς να αναμένει σοβαρή μείωση του χρέους μέσω ιδιωτικοποιήσεων.
Στην έκθεση υπογραμμίζεται χαρακτηριστικά ότι «η τρέχουσα δανειακή σύμβαση με την τρόικα με όρους που περιλαμβάνονται στο «Μνημόνιο» λήγει το 2014. Τότε θα καταβληθεί η τελευταία δόση. Από το β΄ εξάμηνο 2014 οι πόροι που διαθέτει η χώρα δεν θα επαρκούν για να καλύψει τις υποχρεώσεις προς πληρωμή των τόκων για τα δάνεια που έχει λάβει».
«Ειδικότερα, δεν θα επαρκεί το πρωτογενές πλεόνασμα (=περίσσευμα φόρων πάνω από τις δαπάνες) για την πληρωμή των τόκων. Κάπως απλά, η διαφορά μεταξύ τόκων και πρωτογενούς πλεονάσματος είναι το "δημοσιονομικό κενό". Επίσημα το "δημοσιονομικό κενό" υπολογίζεται με βάση την τρέχουσα πολιτική προσαρμογής. Αν η τελευταία αλλάξει, πχ αν αυξηθούν οι κοινωνικές δαπάνες, τότε ceteris paribus το κενό γίνεται μεγαλύτερο και μαζί του οι δανειακές ανάγκες. Το ίδιο ισχύει αν υπάρξει υστέρηση των φορολογικών εσόδων. Το ΔΝΤ προβλέπει ένα "δημοσιονομικό κενό" 4,4 δισ. ευρώ προς τα τέλη 2014 και επιπλέον 6,5 δισ. ευρώ το 2015, συνολικά 11 δισ. ευρώ» αναφέρει στην έκθεση του το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, υπογραμμίζοντας πως σε κάθε περίπτωση το «δημοσιονομικό κενό» θα πρέπει να καλυφθεί είτε αυτό προϋποθέτει νέο δανεισμό είτε μείωση των επιτοκίων είτε νέα μέτρα είτε έναν συνδυασμό όλων αυτών
«Ας προσθέσουμε ότι το "κενό" διευρύνεται αν προσθέσουμε τις δαπάνες πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρεών. Τότε μετονομάζεται σε "χρηματοδοτικό κενό". Η Ελλάδα δεν θα είναι εύκολο να δανεισθεί με λογικούς όρους από τις αγορές για να καλύψει το "κενό" αυτό, δηλαδή να πληρώσει τους τόκους και να αποπληρώσει ληξιπρόθεσμα δάνεια» αναφέρει η έκθεση, η οποία επιπλέον υπογραμμίζει ότι «μια συμφωνία για νέα δάνεια στήριξης ή και άλλες διευκολύνσεις (μείωση επιτοκίων κλπ) είναι η πιθανότερη λύση με τα σημερινά δεδομένα».
«Προβλέπονται άλλωστε στη δήλωση της Ευρωομάδας. Επίσης και συναφώς, η ελληνική πλευρά εξετάζει το ενδεχόμενο να καλύψει μέρος του δημοσιονομικού κενού με διάφορους τρόπους εκτός δανεισμού από τους εταίρους, ένας από τους οποίους είναι η προσφυγή στις "αγορές". Η τρόικα για τους δικούς της λόγους την παρακινεί προς αυτή την κατεύθυνση» αναφέρει το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, το οποίο εκτιμά ότι «μια νέα δανειακή σύμβαση για το κλείσιμο του δημοσιονομικού κενού δίνει μόνον προσωρινή λύση για ένα- δύο χρόνια και αναβάλλει την αντιμετώπιση του μείζονος προβλήματος που είναι ο όγκος του δημοσίου χρέους της χώρας».
«Γενικά, πολύ μεγάλα χρέη σε απόλυτα μεγέθη και ως ποσοστό του ΑΕΠ γίνονται ανεξέλεγκτα («μη βιώσιμα»), προκαλούν αβεβαιότητες και κινδύνους (με αποτέλεσμα οι δανειστές να απαιτούν υψηλά πριμ ρίσκου, ιδιαίτερα αν εκτιμούν ότι η χώρα στο τέλος θα χρεοκοπήσει, οδηγώντας την έτσι στην χρεοκοπία) και αφαιρούν από τις κυβερνήσεις δυνατότητες αντιμετώπισης οικονομικών προβλημάτων», αναφέρεται στην έκθεση, στην οποία υπογραμμίζεται ότι «ακόμη και αν τα χρέη δεν οδηγούν την αναπτυξιακή διαδικασία σε πλήρη κατάρρευση, τείνουν να την επιβραδύνουν» ενώ σημειώνεται πως το μέγεθος του χρέους (και του λόγου χρέους) καθιστά επιφυλακτικές τις αγορές και αποτρέπει όσους σχεδιάζουν να επενδύσουν στην πραγματική οικονομία.
«Επομένως, ένα «κούρεμα» του χρέους εντός της Ευρωζώνης, θα επιτάχυνε την ανάπτυξη, ενθαρρύνοντας τις επενδύσεις και μειώνοντας την πίεση για πρωτογενή πλεονάσματα. Το κλειδί είναι η μεγέθυνση» συμπεραίνει το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, το οποίο προσθέτει ότι είναι αδύνατο η Ελλάδα να επιστρέψει στις αγορές κεφαλαίου για να αναχρηματοδοτήσει το τεράστιο χρέος της με λογικούς όρους.
«Το μέγεθός του θα λειτουργεί αποτρεπτικά για τους πιθανούς δανειστές. Η οργανωμένη διαγραφή μέρους του χρέους εντός της ΕΕ και της Ευρωζώνης θα δημιουργούσε νέα δεδομένα. Το σπουδαιότερο είναι ότι θα ενσωματωνόταν σύντομα στις προσδοκίες των αγορών. Επίσης, θα κατένεμε πιο ισόρροπα τα βάρη ανάμεσα σε δανειστές και οφειλέτες, συνεισφέροντας έτσι στη σταθεροποίηση της ΕΕ. Υπενθυμίζουμε ότι και στο ΔΝΤ είχαν γίνει σχετικές προτάσεις για όλες τις χώρες αλλά προσέκρουσαν σε ανυπέρβλητες τότε αντιδράσεις» αναφέρει η έκθεση, η οποία υπογραμμίζει ότι η έκβαση μιας διαπραγμάτευσης για την αναδιάρθρωση του χρέους εξαρτάται (και) από την αξιοπιστία της χώρας.
Συγκεκριμένα οι οικονομολόγοι του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής αναφέρουν ότι η διαγραφή χρέους θα μπορούσε να γίνει με τρόπο που δεν θα παρέπεμπε σε «κούρεμά» του. Συγκεκριμένα, αναφέρουν πρώτον την ανάληψη του κόστους ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (ESM) πράγμα που θα μείωνε το χρέος περίπου κατά 30 δις ευρώ που είναι οι συμμετοχές του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) στις τράπεζες, ίσως μάλιστα και περισσότερα.
Δεύτερον προτείνουν την «αμοιβαιοποίηση» μέρους του χρέους ή ένα σύμφωνο απόσβεσης όπως έχει προταθεί από το Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων της Γερμανίας και, σε παραλλαγές, από άλλους ερευνητές.
«Η πρόταση του Συμβουλίου Εμπειρογνωμόνων προβλέπει μια ποσοτικά και χρονικά περιορισμένη κοινή εγγύηση για το μέρος του χρέους που ξεπερνά το όριο του Μάαστριχτ 60% του ΑΕΠ. Αυτό θα γίνει με αυστηρούς όρους. Τα κράτη θα πρέπει να αποσβέσουν τα νέα ομόλογα σε διάστημα 25 ετών, να προσδιορίσουν φόρους, τα έσοδα από τους οποίους θα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για πληρωμές τόκων και χρεολυσίων και θα πρέπει, για να έχουν πρόσβαση στις εγγυήσεις, να τηρούν τους όρους του Δημοσιονομικού Συμφώνου και του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης» επισημαίνουν οι οικονομολόγοι του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης