Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

Eurobank – Στα 4 δισ ευρώ τα ετήσια έσοδα της Κύπρου από το φυσικό αέριο σε ορίζοντα 25ετίας – Στο -4,7% το ΑΕΠ το 2014 - Πως θα βγει η Κύπρος από την κρίση

tags :
 Eurobank – Στα 4 δισ ευρώ τα ετήσια  έσοδα της Κύπρου από το φυσικό αέριο σε ορίζοντα 25ετίας – Στο -4,7% το ΑΕΠ το 2014  - Πως θα βγει η Κύπρος από την κρίση
Το φυσικό αέριο μπορεί να αποτελέσει την κινητήριο δύναμη της κυπριακής οικονομίας καθώς οπως εκτιμά σε ανάλυση της η Eurobank μπορεί να επιτυγχάνει έσοδα 4 δισεκ. ευρώ ετησίως για τα επόμενα 25 χρόνια.
Εν τω μεταξύ οι εκτιμήσεις για το ΑΕΠ το 2014 κάνουν λόγο για ύφεση -4,7%. 
Σε ανάλυση με  θέμα «Η Κύπρος σε Σημείο Καμπής» τουΤάσου Αναστασάτου, Senior Economist της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών της Eurobank, του Γιάννη Γκιώνη, Research Economist της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών και του  Πλάτωνα Μονοκρούσου, Επικεφαλής της Διεύθυνσης Τρέχουσας Οικονομικής Ανάλυσης, παρουσιάζονται οι παράμετροι της κρίσης  και οι προοπτικές της οικονομίας.
Σύμφωνα με την έκθεση «η συμφωνία της 25ης Μαρτίου 2013 για ένα πακέτο διάσωσης ύψους 10 δισεκ., συνοδευόμενη από ένα δρακόντειο Πρόγραμμα Προσαρμογής για την Κυπριακή οικονομία, αποτέλεσε  σημείο καμπής, όχι μόνο για τη Κύπρο, αλλά για την Ευρωπαϊκή Ένωση ως σύνολο.
Ήταν η πρώτη περίπτωση κατά την οποία η αρχή της διάσωσης με μέσα προερχόμενα από το ίδιο το τραπεζικό σύστημα, ήτοι με δέσμευση καταθέσεων (bail in), τέθηκε σε εφαρμογή για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του χρηματοοικονομικού τομέα.
Ως εκ τούτου, λειτούργησε ως προοίμιο και ως αρχικό πείραμα για το σχεδιασμό ενός πανευρωπαϊκού πλαισίου για την εκκαθάριση τραπεζών που αντιμετωπίζουν προβλήματα φερεγγυότητας, το οποίο με τη σειρά του είναι το πιο κρίσιμο βήμα της προσπάθειας για μια αυθεντική Τραπεζική Ένωση.
Οι υποστηρικτές του bail-in  θεωρούν ότι αυτή η απόφαση θα τερματίσει τον φαύλο κύκλο μεταξύ της φερεγγυότητας των τραπεζών και του δημοσίου χρέους.
Επιπλέον, υποστηρίχθηκε πως η περίπτωση της Κύπρου θα λειτουργήσει ως σηματωρός της απόφασης ότι ένα μοντέλο ανάπτυξης βασισμένο σε υπηρεσίες του χρηματοπιστωτικού τομέα, το οποίο με τη σειρά του βασίζεται στην προσέλκυση κεφαλαίων μέσω υψηλών επιτοκίων, χαμηλών φορολογικών συντελεστών και ελλιπών ελέγχων προέλευσης των χρημάτων, δεν μπορεί να επιβιώσει σε μακροπρόθεσμη βάση.
Από την άλλη πλευρά, μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτή η επιλογή δεν είναι δίκαιη στο βαθμό που η εφαρμογή της είναι επιλεκτική.
Μπορεί ακόμα και να υποστηριχτεί ότι συνιστά νοθεία της αρχής της αλληλεγγύης των κρατών-μελών της ΕΕ, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα της διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης.
Αυτή  η απόφαση εξελήφθη στην Κύπρο ως τιμωρητική.
Ενώ η αυστηρή εφαρμογή της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες πρέπει να είναι υψηλή προτεραιότητα για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, δεν υπάρχει καμία οικονομική λογική που να εξηγεί γιατί το μέγεθος του τραπεζικού τομέα μίας χώρας πρέπει να βρίσκεται στο μέσο όρο της ΕΕ.
Αντ’ αυτού, η ελαχιστοποίηση των πιθανοτήτων οικονομικού κόστους για τους φορολογούμενους εξαρτάται από το αν η εποπτεία εξετάζει ενδελεχώς τους κινδύνους που αναλαμβάνουν οι τράπεζες και εάν οι ρυθμιστικές αρχές επιβάλλουν την τήρηση των κανόνων χρηστής διαχείρισης.

Ακόμη πιο σημαντικό για το μέλλον της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η παγίωση της αμφιβολίας ως προς την ακεραιότητα των τραπεζικών καταθέσεων είναι ένα πολύ επικίνδυνο μονοπάτι. Η πιθανότητα μετάδοσης των ανησυχιών διεθνώς μπορεί να οδηγήσει στην αποσταθεροποίηση του –ακόμη εύθραυστου- ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού τομέα και στη φυγή κεφαλαίων από την Ευρωπαϊκή Ένωση εν συνόλω, ή έστω από την ευρωπαϊκή περιφέρεια προς τις χώρες του πυρήνα.
Αυτό θα υπονόμευε τη βιωσιμότητα του Ευρώ εφόσον θα έθετε τις βάσεις για χρόνια υστέρηση της ανάπτυξης σε μερικές χώρες-μέλη. Το ελάχιστο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η επιβολή ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων σε ένα κράτος-μέλος της Ευρωζώνης θέτει υπό αμφισβήτηση τη θεμελιώδη αρχή μίας Νομισματικής Ένωσης, την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων.
Οι έλεγχοι στην κίνηση κεφαλαίων δεν θα είναι εύκολο να αρθούν και μπορούν να αφήσουν μία μόνιμη πληγή στην εμπιστοσύνη.
Σε κάθε περίπτωση, τα δραματικά γεγονότα του Μαρτίου του 2013 αναγκάζουν την Κύπρο να επανεξετάσει το μοντέλο ανάπτυξής της.
Βραχυ-μεσοπρόθεσμα, η Κύπρος αντιμετωπίζει την πρόκληση να περιορίσει το μέγεθος μίας δυνητικά απότομης μείωσης του ΑΕΠ της και να προπαρασκευάσει τους όρους για μία γρήγορη και βιώσιμη ανάκαμψη μέσω της εφαρμογής ενός απαιτητικού προγράμματος δημοσιονομικών, χρηματοπιστωτικών και διαρθρωτικών  μεταρρυθμίσεων. Πιο μακροπρόθεσμα, ζητείται ένα πιο ισορροπημένο υπόδειγμα ανάπτυξης το οποίο θα περιορίζει την υπερβολική εξάρτηση από τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, και θα αποκαθιστά την ευημερία χωρίς τις μακροοικονομικές ανισορροπίες του παρελθόντος».
Στο άρθρο περιγράφει τις δανειακές ανάγκες της Κυβέρνησης για τα επόμενα έτη και τις πηγές χρηματοδότησης, και διεξάγει μία ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους με διάφορους ελέγχους ευαισθησίας.

Η εφαρμογή του bail-in είχε ως αποτέλεσμα τα €10 δισ. του πακέτου διάσωσης (€9δισ από την Ευρωπαϊκή Ένωση και €1δισ από το ΔΝΤ) να επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών χρηματοδότησης της Κύπρου για την προγραμματική περίοδο 2013-2016 και τον περιορισμό των συνολικών αναγκών χρηματοδότησης της κυβέρνησης για την περίοδο μετά το πρόγραμμα (2016- 2020) σε €4δισ.
Επίσης, το bail-in είχε ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της ανάλυσης βιωσιμότητας του χρέους εν συγκρίσει με αυτή που διατυπώθηκε στο προσχέδιο του Μνημονίου του Νοεμβρίου 2012 παρά το δυσμενέστερο εγχώριο μακροοικονομικό κλίμα και τη σταδιακότερη προσαρμογή του πρωτογενούς ισοζυγίου της γενικής κυβέρνησης.
Ο λόγος χρέους-προς-ΑΕΠ αναμένεται τώρα να κορυφωθεί στο 126,3%-του-ΑΕΠ το 2014, συγκριτικά με το μέγιστο του 142,7% του ΑΕΠ που προβλεπόταν προηγουμένως.
Ωστόσο, η δική μας ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους δείχνει ότι η επίτευξη του στόχου για ένα λόγο 100% του χρέους προς το ΑΕΠ το 2020 παραμένει ευαίσθητη στο ρυθμό που συρρικνώνεται το ΑΕΠ κατά την αρχική περίοδο μετά την κρίση και στο βαθμό εκπλήρωσης των συμφωνημένων δημοσιονομικών στόχων.

Κατόπιν, παρουσιάζονται οι επικαιροποιημένες προβλέψεις μας για την εξέλιξη του ΑΕΠ και των συστατικών του κατά τα έτη 2013-2014. Οι μεσοπρόθεσμες μακροοικονομικές προοπτικές παραμένουν ζοφερές ως αποτέλεσμα της μετάδοσης των προβλημάτων του χρηματοοικονομικού τομέα στην πραγματική οικονομία, σε συνδυασμό με τη συσταλτική επίδραση της δημοσιονομικής προσαρμογής και την απώλεια εμπιστοσύνης.
Σύμφωνα με τις προβολές μας, οι οποίες λαμβάνουν υπ’ όψιν την αναμενόμενη επίπτωση των μέτρων όπως αυτά έχουν έως τώρα εξειδικευτεί, η πραγματική μεταβολή του ΑΕΠ υπολογίζεται στο -11,9% για το 2013 και στο -4,7% για το 2014. Σε ένα περισσότερο δυσμενές σενάριο, το οποίο υποθέτει μεγαλύτερες επιδράσεις από την πιστωτική ασφυξία και τους ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων, καθώς και επιπλέον πτωχεύσεις επιχειρήσεων, υπολογίζουμε ότι το πραγματικό ΑΕΠ μπορεί να μειωθεί το 2013 έως -16,7%.
Ωστόσο, ανέκδοτα στοιχεία, τα οποία δείχνουν μία πρώιμη προσαρμογή των τιμών, προσφέρουν κάποια ελπίδα για μία ταχύτερη αποκόμιση οφελών από την εσωτερική υποτίμηση και επομένως μια ανάκαμψη ταχύτερη σε σχέση με τις υποθέσεις της Τρόικα (V-shaped recovery).
Σύμφωνα με την έκθεση η απότομη συρρίκνωση του χρηματοπιστωτικού τομέα, καθιστά αναγκαίο τον επαναπροσδιορισμό του μοντέλου ανάπτυξης της Κύπρου. Ενώ υπάρχουν ακόμα μερικά πειστικά επιχειρήματα για την διατήρηση του status της Κύπρου ως ένα σημαντικό κέντρο παροχής επιχειρηματικών και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, η Κύπρος χρειάζεται ένα νέο, περισσότερο διαφοροποιημένο σχήμα εξειδικεύσεων προκειμένου να συμπληρώσει τη συμβολή του χρηματοπιστωτικού τομέα στο ΑΕΠ και κατά συνέπεια να επιστρέψει σε βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Οι επιχειρηματικές και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες μπορούν να συνεχίσουν να είναι ένας τομέας υπεροχής αλλά με την προϋπόθεση περαιτέρω βελτίωσης της ποιότητας και του εύρους των παρεχόμενων υπηρεσιών. Αναμφισβήτητα, ένας άλλος πυλώνας του μελλοντικού μοντέλου ανάπτυξης θα είναι ο τουρισμός.
Υπό αυτή την έννοια, η παρούσα κρίση αποτελεί μία ευκαιρία ώστε να αναπροσανατολιστεί το μοντέλο της τουριστικής βιομηχανίας στην κατεύθυνση της  βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας ως προς τις τιμές και στην ανάπτυξη εξειδικευμένων δραστηριοτήτων (niche markets). Το ίδιο ισχύει και για τον πρωτογενή τομέα.
Τελικά, η ανακάλυψη των αποθεμάτων φυσικού αερίου ανοίγει το δρόμο για το μετασχηματισμό της Κύπρου σε ένα σημαντικό υπεράκτιο ενεργειακό κόμβο.
Η διαδικασία εξερεύνησης των υδρογονανθράκων βρίσκεται ακόμη σε φάση ανάπτυξης.
Εάν τα αποθέματα ανακηρυχτούν επισήμως εκμεταλλεύσιμα, θα απαιτηθούν σημαντικές επενδύσεις σε υποδομές εξόρυξης, επεξεργασίας και μεταφοράς, καθώς και η λήψη περίπλοκων γεωπολιτικών αποφάσεων.
Παρόλα αυτά, κάτω από συγκεκριμένες υποθέσεις, τα άμεσα έσοδα της κυβέρνησης από τους υδρογονάνθρακες μπορούν να φθάσουν τα €4δισ. το χρόνο για έναν χρονικό ορίζοντα 20-25 ετών.
Τα οφέλη από την αξιοποίηση του φυσικού αερίου εκτείνονται πέρα από τα τέλη αδειοδότησης, τα άμεσα έσοδα από πωλήσεις και τις σχετιζόμενες επενδύσεις, και συμπεριλαμβάνουν οικονομίες κλίμακας σε άλλους τομείς, όπως επίσης και μία δραστική αναβάθμιση της γεωστρατηγικής σημασίας της χώρας.

Εν κατακλείδι, η ικανότητα της Κύπρου να ξεπεράσει αυτή τη δύσκολη συγκυρία θα εξαρτηθεί από την αποφασιστικότητα, ψυχραιμία και δημιουργικότητα του λαού της. Οι Κύπριοι έχουν αποδείξει στις πιο σκοτεινές στιγμές της ιστορίας ότι κατέχουν αυτές τις αρετές.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης