Ορισμένοι σχολιαστές, παρουσιαστές και ανώνυμοι λογαριασμοί προχώρησαν σε πιο επιθετική ρητορική, συνδέοντας το μπλακ άουτ με γενικότερες αμφισβητήσεις της αμυντικής και τεχνολογικής ικανότητας της Ελλάδας
Το πρόσφατο μπλακ άουτ που σημειώθηκε σε μεγάλα ελληνικά αεροδρόμια αποτέλεσε αφορμή για έντονο σχολιασμό όχι μόνο στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και εκτός συνόρων. Ιδιαίτερα στην Τουρκία, το γεγονός δεν αντιμετωπίστηκε απλώς ως τεχνικό ή οργανωτικό πρόβλημα, αλλά μετατράπηκε σε εργαλείο χλευασμού και πολιτικής εκμετάλλευσης, με σαφή διάθεση υποβάθμισης της ελληνικής κρατικής επάρκειας.
Σε τουρκικά μέσα ενημέρωσης και κυρίως στα κοινωνικά δίκτυα, εμφανίστηκαν δεκάδες αναρτήσεις που παρουσίαζαν την Ελλάδα ως «ανοργάνωτο κράτος», «ανίκανο να διαχειριστεί βασικές υποδομές» και «επικίνδυνο για την ασφάλεια της περιοχής».
Εικόνες από σκοτεινούς διαδρόμους αεροδρομίων, καθυστερημένες πτήσεις και επιβάτες σε αναμονή χρησιμοποιήθηκαν ειρωνικά, συχνά συνοδευόμενες από σαρκαστικά σχόλια που ξεπερνούσαν την απλή κριτική.
Ο χλευασμός, ωστόσο, δεν έμεινε μόνο στο επίπεδο της ειρωνείας.
Ορισμένοι σχολιαστές, παρουσιαστές και ανώνυμοι λογαριασμοί προχώρησαν σε πιο επιθετική ρητορική, συνδέοντας το μπλακ άουτ με γενικότερες αμφισβητήσεις της αμυντικής και τεχνολογικής ικανότητας της Ελλάδας.
Υπονοήθηκε ότι μια χώρα που «δεν μπορεί να κρατήσει αναμμένα τα φώτα στα αεροδρόμιά της» δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε σοβαρότερες προκλήσεις.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκάλεσαν οι έμμεσοι υπαινιγμοί απειλής που ενσωματώθηκαν σε αυτή τη ρητορική.
Χωρίς να διατυπώνονται άμεσες προτροπές σε σύγκρουση, χρησιμοποιήθηκαν φράσεις και συμβολισμοί που παρέπεμπαν σε «αιφνιδιασμό», «νυχτερινά σενάρια» και «ευκαιρίες που αποκαλύπτουν οι αδυναμίες του αντιπάλου».
Κλίμα έντασης
Αυτού του είδους η γλώσσα, αν και συχνά καλυμμένη με χιούμορ ή δήθεν σαρκασμό, δεν παύει να τροφοδοτεί κλίμα έντασης.
Η ελληνική πλευρά αντιμετώπισε το φαινόμενο με ψυχραιμία σε επίσημο επίπεδο, επισημαίνοντας ότι το περιστατικό ήταν περιορισμένο, διαχειρίσιμο και δεν επηρέασε την ασφάλεια των πτήσεων.
Παράλληλα, τονίστηκε ότι αντίστοιχα τεχνικά προβλήματα έχουν παρουσιαστεί κατά καιρούς σε πολλές χώρες, χωρίς αυτό να μεταφράζεται σε γενικευμένη ανικανότητα ή κρατική αποτυχία.
Ωστόσο, το επεισόδιο ανέδειξε κάτι βαθύτερο: πώς ακόμη και ένα τεχνικό ζήτημα μπορεί να μετατραπεί σε όπλο προπαγάνδας μέσα σε ένα ήδη φορτισμένο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Ο χλευασμός λειτουργεί ως μέσο απονομιμοποίησης, ενώ οι έμμεσες απειλές, ακόμη κι όταν δεν διατυπώνονται ξεκάθαρα, καλλιεργούν φόβο και καχυποψία.
Σε μια εποχή όπου η πληροφορία διακινείται αστραπιαία και τα κοινωνικά δίκτυα ενισχύουν τις πιο ακραίες φωνές, τέτοιου είδους περιστατικά αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα από όση τους αναλογεί.
Το μπλακ άουτ στα ελληνικά αεροδρόμια δεν ήταν απλώς ένα τεχνικό πρόβλημα, έγινε καθρέφτης των εντάσεων, των ανταγωνισμών και της εύθραυστης ισορροπίας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Τελικά, η πραγματική πρόκληση δεν είναι να απαντήσει κανείς στον χλευασμό με αντίστοιχο τρόπο, αλλά να αποδείξει στην πράξη ότι η σταθερότητα, η οργάνωση και η ψυχραιμία είναι ισχυρότερες από τον θόρυβο της επιθετικής ρητορικής.
Τα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα σε περιόδους έντασης ή αφορμών όπως τεχνικά προβλήματα, μεταναστευτικές ροές ή ενεργειακά ζητήματα, η Τουρκία έχει υιοθετήσει μια σταθερή και επαναλαμβανόμενη ρητορική απειλών απέναντι στην Ελλάδα.
Οι απειλές αυτές δεν εκφράζονται πάντοτε με άμεσο ή επίσημο τρόπο, αλλά συχνά εμφανίζονται έμμεσα, μέσω δηλώσεων αξιωματούχων, σχολίων σε φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης και εκτεταμένης δραστηριότητας στα κοινωνικά δίκτυα.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό αυτής της ρητορικής είναι η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας και ικανότητας.
Η Ελλάδα παρουσιάζεται συχνά ως αδύναμος κρίκος, κράτος που «προστατεύεται από άλλους» και δεν μπορεί να σταθεί μόνο του σε περίπτωση κρίσης. Τεχνικά προβλήματα, όπως το πρόσφατο μπλακ άουτ σε αεροδρόμια, αξιοποιούνται για να ενισχυθεί αυτό το αφήγημα, συνδέοντας ζητήματα καθημερινής λειτουργίας με υποτιθέμενη στρατιωτική ή πολιτική ανεπάρκεια.
Παράλληλα, επαναλαμβάνονται απειλητικά υπονοούμενα που βασίζονται στον αιφνιδιασμό και στη χρονική στιγμή.
Χωρίς να γίνεται λόγος για συγκεκριμένες ενέργειες, γίνεται συχνά αναφορά σε «ακατάλληλες ώρες», «λάθη που πληρώνονται ακριβά» ή «ευκαιρίες που δεν χάνονται». Αυτού του είδους η γλώσσα δημιουργεί κλίμα φόβου και αστάθειας, ενώ επιτρέπει στην τουρκική πλευρά να αποφεύγει τη διεθνή κατακραυγή που θα προκαλούσε μια άμεση απειλή.
Ιδιαίτερο ρόλο παίζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου ανώνυμοι ή ημιεπίσημοι λογαριασμοί λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές έντασης.
Εκεί, οι απειλές παρουσιάζονται συχνά με τη μορφή «χιουμοριστικών» σχολίων, ειρωνείας ή υπερβολών, που όμως επαναλαμβάνονται τόσο συχνά ώστε παγιώνουν ένα επιθετικό αφήγημα. Το χιούμορ χρησιμοποιείται ως κάλυψη για μηνύματα ισχύος και εκφοβισμού.
Στρατηγική πίεσης
Σε πολιτικό επίπεδο, οι απειλές αυτές εντάσσονται σε μια στρατηγική πίεσης.
Δεν αποσκοπούν απαραίτητα σε άμεση σύγκρουση, αλλά στη διαρκή υπενθύμιση της ισχύος και στη δημιουργία αίσθησης ανασφάλειας.
Με αυτόν τον τρόπο, η Τουρκία επιδιώκει να επηρεάσει τόσο την ελληνική κοινή γνώμη όσο και τους διεθνείς παρατηρητές, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως παράγοντα που «δεν πρέπει να αγνοείται».
Συνολικά, οι τουρκικές απειλές απέναντι στην Ελλάδα δεν συνιστούν ένα ενιαίο, ξεκάθαρο μήνυμα, αλλά ένα πλέγμα δηλώσεων, υπαινιγμών και συμβολισμών.
Η επικινδυνότητά τους δεν βρίσκεται μόνο στο περιεχόμενό τους, αλλά και στη συστηματικότητα με την οποία επαναλαμβάνονται.
Σε ένα ήδη ευαίσθητο γεωπολιτικό περιβάλλον, αυτή η ρητορική συμβάλλει στη διατήρηση της έντασης και δυσχεραίνει κάθε προσπάθεια ουσιαστικού διαλόγου.
www.bankingnews.gr
Σε τουρκικά μέσα ενημέρωσης και κυρίως στα κοινωνικά δίκτυα, εμφανίστηκαν δεκάδες αναρτήσεις που παρουσίαζαν την Ελλάδα ως «ανοργάνωτο κράτος», «ανίκανο να διαχειριστεί βασικές υποδομές» και «επικίνδυνο για την ασφάλεια της περιοχής».
Εικόνες από σκοτεινούς διαδρόμους αεροδρομίων, καθυστερημένες πτήσεις και επιβάτες σε αναμονή χρησιμοποιήθηκαν ειρωνικά, συχνά συνοδευόμενες από σαρκαστικά σχόλια που ξεπερνούσαν την απλή κριτική.
Ο χλευασμός, ωστόσο, δεν έμεινε μόνο στο επίπεδο της ειρωνείας.
Ορισμένοι σχολιαστές, παρουσιαστές και ανώνυμοι λογαριασμοί προχώρησαν σε πιο επιθετική ρητορική, συνδέοντας το μπλακ άουτ με γενικότερες αμφισβητήσεις της αμυντικής και τεχνολογικής ικανότητας της Ελλάδας.
Υπονοήθηκε ότι μια χώρα που «δεν μπορεί να κρατήσει αναμμένα τα φώτα στα αεροδρόμιά της» δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε σοβαρότερες προκλήσεις.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκάλεσαν οι έμμεσοι υπαινιγμοί απειλής που ενσωματώθηκαν σε αυτή τη ρητορική.
Χωρίς να διατυπώνονται άμεσες προτροπές σε σύγκρουση, χρησιμοποιήθηκαν φράσεις και συμβολισμοί που παρέπεμπαν σε «αιφνιδιασμό», «νυχτερινά σενάρια» και «ευκαιρίες που αποκαλύπτουν οι αδυναμίες του αντιπάλου».
Κλίμα έντασης
Αυτού του είδους η γλώσσα, αν και συχνά καλυμμένη με χιούμορ ή δήθεν σαρκασμό, δεν παύει να τροφοδοτεί κλίμα έντασης.
Η ελληνική πλευρά αντιμετώπισε το φαινόμενο με ψυχραιμία σε επίσημο επίπεδο, επισημαίνοντας ότι το περιστατικό ήταν περιορισμένο, διαχειρίσιμο και δεν επηρέασε την ασφάλεια των πτήσεων.
Παράλληλα, τονίστηκε ότι αντίστοιχα τεχνικά προβλήματα έχουν παρουσιαστεί κατά καιρούς σε πολλές χώρες, χωρίς αυτό να μεταφράζεται σε γενικευμένη ανικανότητα ή κρατική αποτυχία.
Ωστόσο, το επεισόδιο ανέδειξε κάτι βαθύτερο: πώς ακόμη και ένα τεχνικό ζήτημα μπορεί να μετατραπεί σε όπλο προπαγάνδας μέσα σε ένα ήδη φορτισμένο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Ο χλευασμός λειτουργεί ως μέσο απονομιμοποίησης, ενώ οι έμμεσες απειλές, ακόμη κι όταν δεν διατυπώνονται ξεκάθαρα, καλλιεργούν φόβο και καχυποψία.
Σε μια εποχή όπου η πληροφορία διακινείται αστραπιαία και τα κοινωνικά δίκτυα ενισχύουν τις πιο ακραίες φωνές, τέτοιου είδους περιστατικά αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα από όση τους αναλογεί.
Το μπλακ άουτ στα ελληνικά αεροδρόμια δεν ήταν απλώς ένα τεχνικό πρόβλημα, έγινε καθρέφτης των εντάσεων, των ανταγωνισμών και της εύθραυστης ισορροπίας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Τελικά, η πραγματική πρόκληση δεν είναι να απαντήσει κανείς στον χλευασμό με αντίστοιχο τρόπο, αλλά να αποδείξει στην πράξη ότι η σταθερότητα, η οργάνωση και η ψυχραιμία είναι ισχυρότερες από τον θόρυβο της επιθετικής ρητορικής.
Τα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα σε περιόδους έντασης ή αφορμών όπως τεχνικά προβλήματα, μεταναστευτικές ροές ή ενεργειακά ζητήματα, η Τουρκία έχει υιοθετήσει μια σταθερή και επαναλαμβανόμενη ρητορική απειλών απέναντι στην Ελλάδα.
Οι απειλές αυτές δεν εκφράζονται πάντοτε με άμεσο ή επίσημο τρόπο, αλλά συχνά εμφανίζονται έμμεσα, μέσω δηλώσεων αξιωματούχων, σχολίων σε φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης και εκτεταμένης δραστηριότητας στα κοινωνικά δίκτυα.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό αυτής της ρητορικής είναι η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας και ικανότητας.
Η Ελλάδα παρουσιάζεται συχνά ως αδύναμος κρίκος, κράτος που «προστατεύεται από άλλους» και δεν μπορεί να σταθεί μόνο του σε περίπτωση κρίσης. Τεχνικά προβλήματα, όπως το πρόσφατο μπλακ άουτ σε αεροδρόμια, αξιοποιούνται για να ενισχυθεί αυτό το αφήγημα, συνδέοντας ζητήματα καθημερινής λειτουργίας με υποτιθέμενη στρατιωτική ή πολιτική ανεπάρκεια.
Παράλληλα, επαναλαμβάνονται απειλητικά υπονοούμενα που βασίζονται στον αιφνιδιασμό και στη χρονική στιγμή.
Χωρίς να γίνεται λόγος για συγκεκριμένες ενέργειες, γίνεται συχνά αναφορά σε «ακατάλληλες ώρες», «λάθη που πληρώνονται ακριβά» ή «ευκαιρίες που δεν χάνονται». Αυτού του είδους η γλώσσα δημιουργεί κλίμα φόβου και αστάθειας, ενώ επιτρέπει στην τουρκική πλευρά να αποφεύγει τη διεθνή κατακραυγή που θα προκαλούσε μια άμεση απειλή.
Ιδιαίτερο ρόλο παίζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου ανώνυμοι ή ημιεπίσημοι λογαριασμοί λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές έντασης.
Εκεί, οι απειλές παρουσιάζονται συχνά με τη μορφή «χιουμοριστικών» σχολίων, ειρωνείας ή υπερβολών, που όμως επαναλαμβάνονται τόσο συχνά ώστε παγιώνουν ένα επιθετικό αφήγημα. Το χιούμορ χρησιμοποιείται ως κάλυψη για μηνύματα ισχύος και εκφοβισμού.
Στρατηγική πίεσης
Σε πολιτικό επίπεδο, οι απειλές αυτές εντάσσονται σε μια στρατηγική πίεσης.
Δεν αποσκοπούν απαραίτητα σε άμεση σύγκρουση, αλλά στη διαρκή υπενθύμιση της ισχύος και στη δημιουργία αίσθησης ανασφάλειας.
Με αυτόν τον τρόπο, η Τουρκία επιδιώκει να επηρεάσει τόσο την ελληνική κοινή γνώμη όσο και τους διεθνείς παρατηρητές, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως παράγοντα που «δεν πρέπει να αγνοείται».
Συνολικά, οι τουρκικές απειλές απέναντι στην Ελλάδα δεν συνιστούν ένα ενιαίο, ξεκάθαρο μήνυμα, αλλά ένα πλέγμα δηλώσεων, υπαινιγμών και συμβολισμών.
Η επικινδυνότητά τους δεν βρίσκεται μόνο στο περιεχόμενό τους, αλλά και στη συστηματικότητα με την οποία επαναλαμβάνονται.
Σε ένα ήδη ευαίσθητο γεωπολιτικό περιβάλλον, αυτή η ρητορική συμβάλλει στη διατήρηση της έντασης και δυσχεραίνει κάθε προσπάθεια ουσιαστικού διαλόγου.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών