γράφει : Πέτρος Λεωτσάκος
Άρθρο του Καθηγητή Γιάννη Μουρμούρα Οικονομικού Συμβούλου του πρωθυπουργού Α. Σαμαρά και πρώην υφυπουργού Οικονομικών......
Στις προκλήσεις των ελληνικών και ευρωπαϊκών τραπεζών εστιάζεται σε άρθρο του που αποτελεί περίληψη του βιβλίου που έχει εκδώσει για το τραπεζικό σύστημα ο έγκριτος καθηγητής Γιάννης Μουρμούρας Οικονομικός Σύμβουλος του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά και πρώην υφυπουργός Οικονομικών και παρουσιάζει το www.bankingnews.gr
Στις προκλήσεις των ελληνικών και ευρωπαϊκών τραπεζών εστιάζεται σε άρθρο του που αποτελεί περίληψη του βιβλίου που έχει εκδώσει για το τραπεζικό σύστημα ο έγκριτος καθηγητής Γιάννης Μουρμούρας Οικονομικός Σύμβουλος του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά και πρώην υφυπουργός Οικονομικών και παρουσιάζει το www.bankingnews.gr
Στο άρθρο του εστιάζεται στις αλλαγές που έρχονται στην Ευρώπη, στον ρόλο των καταθέσεων και καταθετών, στον προβληματικό μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, στην θετική στάση της ΤτΕ στην σταθερότητα των ελληνικών τραπεζών καθώς και στην σκοπιμότητα δημιουργίας μιας NAMA για προβληματικά δάνεια στην Ελλάδα
Το άρθρο έχεις ως εξής
Είναι γνωστό ότι η έκθεση των ευρωπαϊκών τραπεζών σε αμερικανικά τοξικά ομόλογα την περασμένη δεκαετία καθώς και η τρέχουσα διπλή και αμφίδρομη κρίση δημόσιου χρέους - τραπεζών στην ευρωπεριφέρεια, έπληξε καίρια το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα.
Oι τράπεζες υπέστησαν για την περίοδο 2007-2010 ζημίες που ανέρχονται στα 1 τρισ. ευρώ ενώ από τα μέσα του 2012 έχουν συρρικνώσει τους ισολογισμούς τους κατά 2,4 τρισ. ευρώ.
Ως αποτέλεσμα, η ρευστότητα της πραγματικής οικονομίας επλήγη σε σημαντικό βαθμό καθώς στην Ευρώπη ο ρόλος του τραπεζικού συστήματος στη χρηματοδότηση αυτής είναι πολύ πιο σημαντικός σε σύγκριση π.χ. με την Αμερική όπου τα κεφάλαια σε μεγάλο βαθμό αντλούνται από τις αγορές κεφαλαίων και το χρηματιστήριο. Εκτιμάται επίσης ότι η συνεχιζόμενη μείωση των πιστώσεων στην ευρωζώνη (και) το 2013 θα συρρικνώσει περαιτέρω το ενεργητικό των τραπεζών κατά 850 δισ. ευρώ.
Παρόλα αυτά, το ενεργητικό των τραπεζών της ευρωζώνης παραμένει στο υψηλό επίπεδο των 32 τρισ ευρώ, πάνω από το τριπλάσιο του ΑΕΠ της ευρωζώνης.
Τέσσερα είναι σήμερα τα κυριότερα προβλήματα - εκκρεμότητες του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος:
α) η έλλειψη βασικών ίδιων κεφαλαίων, σε συνδυασμό με μια υψηλή μόχλευση και πολλά NPLs,
β) ο σχεδιασμός ενός πιο αποτελεσματικού και ευσταθούς τραπεζικού μοντέλου, χωρίς ακραίες επενδυτικές συμπεριφορές και αδιαφάνεια,
γ) ο κατακερματισμός του ενιαίου χρηματοπιστωτικού τομέα, με αποτέλεσμα έναν προβληματικό μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ και
δ) τα συγκοινωνούντα δοχεία μεταξύ τραπεζών και κρατών, όπως αυτό εμπειρικά αποτυπώνεται στην υψηλή συσχέτιση μεταξύ των αποδόσεων των ασφαλίστρων κινδύνου (CDS) των κρατών και των ασφαλίστρων κινδύνου των τραπεζών.
Κρίσιμος είναι ο (υπονομευτικός) ρόλος της ύφεσης στον πιο πάνω «γόρδιο δεσμό» μεταξύ κρίσης κρατικού χρέους και τραπεζικής κρίσης (βλ. εισαγωγικό κεφάλαιο του νέου μου βιβλίου).
Τα δύο πρώτα προβλήματα είναι ίσως και τα πιο εύκολα επιλύσιμα.
Τα δύο τελευταία είναι και τα δυσκολότερα, καθώς αντανακλούν δομικές αδυναμίες σε επίπεδο ευρωζώνης και απαιτούν (ειδικά το τέταρτο) διαδικασίες και αποφάσεις σε πολλά επίπεδα.
Ας σημειωθεί επίσης, ότι αν και τα προβλήματα με τις τράπεζες διαφοροποιούνται από τη μία χώρα σε άλλη της ευρωπεριφέρειας ανάλογα και με τα αίτια της κρίσης (π.χ. τα προβλήματα στις τράπεζες στην Ιρλανδία και Ισπανία δημιουργήθηκαν από τη ' φούσκα' των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων, στη χώρα μας δημιουργήθηκαν από το PSI+, τη μείωση της καταθετικής βάσης αλλά και τη βαθιά και παρατεταμένη ύφεση), προβλήματα με τις τράπεζες έχουν και οι χώρες του πυρήνα της ευρωζώνης.
Για παράδειγμα, ενώ οι συστημικές γερμανικές τράπεζες έχουν υπερβάλλουσα ρευστότητα, προβλήματα κεφαλαιακής επάρκειας έχουν τόσο οι ίδιες όσο και οι περιφερειακές τράπεζες της χώρας (οι γνωστές landesbanks).
Έτσι, σε μια περίοδο πολλών ρυθμιστικών αλλαγών, απότομων μακροοικονομικών μεταβολών αλλά και σημαντικών λαθών όπως η χειραγώγηση του διατραπεζικού επιτοκίου Libor, οι εσφαλμένες πωλήσεις χρηματοοικονομικών προϊόντων, τα ‘γυμνά’ CDS, ζητήματα εσωτερικής πληροφόρησης κλπ., οι ευρωπαϊκές τράπεζες, από τη μια μεριά, πρέπει να επιτύχουν την πλήρη ανασύνταξή τους ώστε να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους και να αποκαταστήσουν το θεσμικό τους ρόλο στη λειτουργία της οικονομίας, ενώ οι εποπτικές αρχές, από την άλλη, θα πρέπει να διασφαλίσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την εύρυθμη λειτουργία της νομισματικής πολιτικής για το σύνολο της ευρωζώνης.
Οι προκλήσεις για τις ευρωπαϊκές τράπεζες
Μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2014 θα έχουν ανακοινωθεί τα αποτελέσματα από τα νέα αυστηρότερα τεστ αντοχής των τραπεζών, που αυτή τη φορά όμως θα διεξαχθούν υπό την εποπτεία της ΕΚΤ λίγο πριν αναλάβει τον ρόλο της ως ενιαίας εποπτικής αρχής, και τα οποία θα προσδιορίζουν εκ νέου τις κεφαλαιακές ανάγκες των ευρωπαϊκών τραπεζών.
Η κεφαλαιακή επάρκεια άλλωστε αφορά εξίσου σήμερα και τις δυο πλευρές του Ατλαντικού.
Σε εφαρμογή λοιπόν των διεθνών προτύπων κεφαλαιακής επάρκειας της Βασιλείας ΙΙΙ, περιλαμβάνονται ήδη στο κοινοτικό δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυστηρότεροι κανόνες (CRD IV), ενώ και η ομοσπονδιακή κεντρική τράπεζα της Αμερικής (η Fed) έχει εγκρίνει ανάλογους κανόνες κεφαλαιακής συγκρότησης για τις αμερικανικές τράπεζες.
Σύμφωνα με τους νέους κανόνες, οι τράπεζες υποχρεώνονται να διακρατούν περισσότερα και καλύτερης ποιότητας ίδια κεφάλαια. Υπολογίζεται ότι η συμμόρφωση με τους κανόνες σχετικά με τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, μόχλευσης κλπ. θα αναγκάσει τις ευρωπαϊκές τράπεζες να «ξεφορτωθούν» από τους ισολογισμούς τους ενεργητικό ύψους 3,2 τρισ ευρώ μέχρι το 2018 (2,6 τρισ αφορά τις μικρότερες τράπεζες, με ότι αυτό σημαίνει για το δανεισμό προς τις ΜΜΕ της περιοχής στο μέλλον).
Σε περιπτώσεις έλλειψης επαρκών κεφαλαίων η κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών θα επιτυγχάνεται σύμφωνα με το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα τεθεί σε ισχύ από τον Ιανουάριο του 2018 (αν όχι νωρίτερα).
Συγκεκριμένα, η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα προχωρά αρχικά με την ανάληψη του κόστους από τους πιστωτές («διάσωση με ίδια μέσα»), το γνωστό bail in και εν συνεχεία με τη συμβολή των εθνικών ταμείων εξυγίανσης και του ESM.
Σύμφωνα με τη διαδικασία της «διάσωσης με ίδια μέσα», ένα τραπεζικό ίδρυμα θα ανακεφαλαιοποιείται με διαγραφή ή αποδυνάμωση των μετόχων του ενώ οι απαιτήσεις των πιστωτών θα μειώνονται ή θα μετατρέπονται σε μετοχές. Αναλυτικότερα, οι ανάγκες της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών θα καλύπτονται πλέον με την απομείωση των απαιτήσεων των μετόχων, των πιστωτών και των ανασφάλιστων καταθέσεων άνω των 100.000 ευρώ (πρώτα των μεγάλων εταιρειών και εν συνεχεία των φυσικών προσώπων και μικρομεσαίων επιχειρήσεων) με εξαίρεση τις μισθολογικές υποχρεώσεις των ιδρυμάτων, τις καλυμμένες ομολογίες, αλλά και τα διατραπεζικά δάνεια με περίοδο ωριμότητας μικρότερη των επτά ημερών.
Η προσφυγή στον ESM για την άμεση ανακεφαλαιοποίηση θα προκρίνεται ως η έσχατη λύση και θα συνοδεύεται από conditionality.
Παρά το γεγονός ότι και στο παρελθόν οι πιστωτές έχουν αναλάβει το κόστος διάσωσης των τραπεζών (Ισπανία, Ολλανδία, Δανία, Ηνωμένο Βασίλειο), για πρώτη φορά αποφάσεις του Ecofin θεσμοθετούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο επισήμως την αρχή της «διάσωσης με ίδια μέσα», σηματοδοτώντας έτσι την αλλαγή φιλοσοφίας στη διαχείριση των τραπεζικών κρίσεων (βλ. την πρόσφατη διάσωση της Κύπρου).
Το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου και του «γόρδιου δεσμού» μεταξύ κρατών – τραπεζών επιλύεται έτσι μερικώς καθώς το κόστος εξυγίανσης των προβληματικών τραπεζικών ιδρυμάτων δεν θα επιβαρύνει πλέον τα δημόσια ταμεία.
Είναι εντυπωσιακό πως από το 2008 μέχρι σήμερα το κόστος εξυγίανσης των τραπεζών ανήλθε συνολικά στα 1,6 τρισ. ευρώ, με κύρια πηγή χρηματοδότησης τους κρατικούς προϋπολογισμούς (βλ. κεφ. 28 του νέου μου βιβλίου).
Ωστόσο, εφόσον ο καταθέτης εξισώνεται με τον επενδυτή τίθεται ζήτημα ασύμμετρης πληροφόρησης, με την έννοια ότι καλείται ο καταθέτης-επενδυτής να κάνει τη δουλειά της κεντρικής τράπεζας, δηλ. της εποπτικής αρχής.
Το μεγαλύτερο, όμως, μειονέκτημα του bail-in είναι ότι μετατρέπει το ατομικό ρίσκο - για τις καταθέσεις άνω των 100.000 € - σε γενικευμένη αβεβαιότητα (είναι η διάκριση στην οικονομική θεωρία μεταξύ risk και uncertainty που βλέπουμε να ισχύει για μια ακόμη φορά λόγω bail-in) για τον τραπεζικό κλάδο και την οικονομία γενικότερα.
Η αποκατάσταση των κεφαλαιακών δεικτών θα επαναφέρει την εμπιστοσύνη των επενδυτών στον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο (σήμερα στην ευρωπεριφέρεια οι τράπεζες διαπραγματεύονται με P/BV μεταξύ 0,4 – 0,6) , θα μειώσει το κόστος δανεισμού του σε χαμηλότερα επίπεδα καθιστώντας έτσι τον τραπεζικό τομέα ανθεκτικότερο σε μελλοντικούς χρηματοπιστωτικούς κραδασμούς.
Το δεύτερο ζήτημα των ευρωπαϊκών τραπεζών αφορά την υιοθέτηση των νέων κανόνων για τη δομή, την οργάνωση και τη λειτουργία τους που έχουν απώτερο σκοπό να διαχωρίσουν τις επενδυτικές δραστηριότητες από την εμπορική τραπεζική και να φέρουν μεγαλύτερη τυποποίηση και διαφάνεια στον τομέα των εξωχρηματιστηριακών παραγώγων (OTC derivatives).
Η διαρθρωτική ανασυγκρότηση των τραπεζικών ιδρυμάτων θα απλοποιήσει τις περίπλοκες δομές των πιστωτικών ιδρυμάτων παρέχοντας μεγαλύτερη σαφήνεια γύρω από το πλαίσιο των εποπτικών και διοικητικών αρμοδιοτήτων, θα ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο οριζόντιας μετάδοσης της κρίσης στο μέλλον και τέλος μπορεί να βοηθήσει στην άμεση εκκαθάριση των τραπεζών όταν κριθεί απαραίτητο.
Συγκεκριμένα, η Έκθεση Liikanen μεταξύ άλλων προτείνει οι δραστηριότητες που αφορούν τις επενδύσεις ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών να μεταφέρονται σε μια χωριστή οντότητα (βλ. κεφ. 15 του νέου μου βιβλίου).
Δηλαδή κάθε τραπεζικός όμιλος με επενδυτικό ενεργητικό πάνω από 100 δισ. ευρώ (ή ένα χαρτοφυλάκιο επενδύσεων που αντιστοιχεί στο 15% - 25% του συνολικού ενεργητικού του) θα πρέπει να ιδρύσει μία νέα νομική οντότητα με διαφορετική βάση κεφαλαίων από την παραδοσιακή τράπεζα.
Ανάλογες ρυθμίσεις προωθούνται και για το αμερικάνικο τραπεζικό σύστημα. Επαναφέροντας τη φιλοσοφία του νόμου Glass-Steagall, ο κανόνας Volcker στην Αμερική επιχειρεί να αποσυνδέσει τις επενδυτικές συναλλαγές από την εμπορική τραπεζική περιορίζοντας σημαντικά τις επενδύσεις που γίνονται για λογαριασμό της ίδιας της τράπεζας (prop trading), ενώ στο ίδιο πνεύμα κινείται και η Έκθεση Vickers στην Μεγάλη Βρετανία.
Αν και το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο στοχεύει στη βελτίωση της ανθεκτικότητας των τραπεζών σε περιόδους έντασης ώστε να διασφαλίζεται η μέγιστη δυνατή σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος, το κόστος δανεισμού για τις τράπεζες έτσι αυξάνεται διότι ενισχύει την ακαμψία στις αγορές και αίρει την έμμεση κρατική εγγύηση των κεφαλαίων για επενδυτικές δραστηριότητες. Είναι γεγονός ότι το νέο μοντέλο οργάνωσης των τραπεζών, παρά το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις τα όρια μεταξύ επενδυτικής και εμπορικής τραπεζικής είναι ασαφή, θα περιορίσει τις ακραίες επενδυτικές συμπεριφορές στο μέλλον , απομακρύνοντας έτσι τον κίνδυνο τραπεζικής κατάρρευσης.
Οι προκλήσεις για την ΕΚΤ
Το τρίτο ζήτημα του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος είναι ο προβληματικός μηχανισμός μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν μπορεί πλέον να εγγυηθεί τη διάθεση κεφαλαίων με ίσους όρους σε ολόκληρη την ευρωζώνη. Ως εκ τούτου, η ενιαία χρηματοπιστωτική αγορά παρουσιάζεται κατακερματισμένη.
Κανονικά η ΕΚΤ θα μπορούσε να εγγυηθεί ότι η μείωση του βασικού της επιτοκίου συνεπάγεται π.χ. ανάλογη μείωση του κόστους χρηματοδότησης των επιχειρήσεων (το βασικό κανάλι μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής) στο σύνολο της ευρωζώνης.
Ωστόσο, με το σπάσιμο του μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολίτικης η μείωση του επιτοκίου δεν μεταφράζεται με τον ίδιο τρόπο σε μείωση του κόστους χρηματοδότησης για όλες τις χώρες- μέλη της ευρωζώνης.
Για παράδειγμα όταν η ΕΚΤ το 2003 άσκησε περιοριστική πολιτική αυξάνοντας το επιτόκιο από 2% στο 4%, η αύξηση στο κόστος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων αυξήθηκε ισόποσα από το 4% στο 6%.
Ωστόσο, όταν η ΕΚΤ μετά το ξέσπασμα της κρίσης το 2008 μείωσε το επιτόκιο στο 1% από το 4,25%, το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων δεν μειώθηκε αντίστοιχα και στον ίδιο βαθμό για όλες τις τράπεζες της ευρωζώνης.
Η μεγάλη διαφορά στο κόστος δανεισμού των τραπεζών στην ευρωζώνη σήμερα οφείλεται στο γεγονός ότι οι μακροοικονομικές συνθήκες σε εθνικό επίπεδο όπως και η φερεγγυότητα του κρατικού χρέους επηρεάζουν σημαντικά την πιστοληπτική τους ικανότητα (βλ. κεφ.28 του νέου μου βιβλίου).
Ως αποτέλεσμα το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων των κρατών-μελών της ευρωπεριφέρειας, και ειδικότερα των μικρομεσαίων, να αποκλίνει σε υψηλά επίπεδα υπονομεύοντας τις προσπάθειες ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας τους.
Έτσι, για παράδειγμα, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην ευρωπεριφέρεια δανείζονται ακριβότερα από τις αντίστοιχες του πυρήνα και συγκεκριμένα δανείζονται με 4.4% στην Ιταλία, 5.4% στην Ισπανία, και 6.6% στην Πορτογαλία, ενώ τα επιτόκια για τις γερμανικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι 3%, τις γαλλικές 2.9%, τις φιλανδικές 2.8% και τις αυστριακές 2.3%.
Μάλιστα, η διαφορά επιτοκίου για τις μικρομεσαίες σε σχέση με τις μεγάλες επιχειρήσεις είναι πολύ μεγαλύτερη στα κράτη της ευρωπεριφέρειας: πχ 2.3 ποσοστιαίες μονάδες στην Ισπανία ενώ μόλις 1 ποσοστιαία μονάδα για την Γαλλία.
Επίσης, σε πρόσφατη μελέτη της η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι πράγματι υπάρχουν εμπόδια στην προσφορά πίστωσης (credit supply) σε κάποια κράτη-μέλη της ευρωπεριφέρειας με κύρια αίτια τη συνεχιζόμενη ύφεση, την απομόχλευση και τη μείωση εξάρτησης από τον δανεισμό της ΕΚΤ (LTRO ή/και ELA).
Για την περίοδο Οκτώβριος 2012 - Μάρτιος 2013 το 70%-80% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που εδράζονται στα κράτη-μέλη του πυρήνα της ΕΕ δανειοδοτήθηκαν πλήρως από το τραπεζικό τους σύστημα, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις της ευρωπεριφέρειας περιορίστηκε στο 30%-50%.
Ειδικότερα δε για την Ελλάδα, μόλις το 25% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων έλαβαν τα αναγκαία κεφάλαια από τις ελληνικές τράπεζες.
Συνεπώς, η ΕΚΤ ως ο απόλυτα υπεύθυνος φορέας για την ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής στις χώρες της ευρωζώνης, θα πρέπει να παρέμβει και να βελτιώσει καταρχάς τη ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος αλλά και την ρευστότητα της πραγματικής οικονομίας.
Πράγματι, η ΕΚΤ επενέβη στο πρόσφατο παρελθόν προσφέροντας συνολική ρευστότητα ύψους 1 τρισ. ευρώ, με επιτόκιο 1 % και περίοδο λήξης τριών ετών (LTROs) προσπαθώντας να άρει τις ασφυκτικές συνθήκες πίστωσης των τραπεζών της ευρωπεριφέρειας.
Ωστόσο, αν και η διευκόλυνση αυτή συνέβαλε ως ένα βαθμό στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στη διατραπεζική αγορά, ένα μέρος των πιστώσεων αυτών επανακατατέθηκε στην ΕΚΤ, ενώ ένα άλλο μεγάλο μέρος χρησιμοποιήθηκε απλά για την αγορά δημόσιου χρέους από τη δευτερογενή αγορά.
Για τον λόγο αυτό η ΕΚΤ δεν αποκλείει σήμερα ακόμη και την επιβολή αρνητικών επιτοκίων στα δεσμευμένα ποσά των εμπορικών τραπεζών που βρίσκονται στην ΕΚΤ, ως μια προσπάθεια να ενθαρρυνθεί ο δανεισμός προς το σύνολο των επιχειρήσεων της ευρωζώνης.
Επίσης, αξιοσημείωτη είναι η πρόσφατη πρωτοβουλία της ΕΚΤ να αναθεωρήσει τους κανόνες για τη χρηματοδότηση των εμπορικών τραπεζών παρέχοντας τους τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν ως ενέχυρο (collateral) τιτλοποιημένα ομόλογα (ABS) που βασίζονται σε δάνεια σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις για την άντληση ρευστότητας από την ΕΚΤ.
Ανάλογα μέτρα έχει λάβει και στο παρελθόν η ΕΚΤ για να διευκολύνει τις τράπεζες που υποφέρουν από έλλειψη ρευστότητας και συγκεκριμένα έχει διευρύνει τη λίστα των χρεογράφων που δέχεται ως ενέχυρο, με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό των επιλέξιμων χρεογράφων να ανέρχεται στα 14.5 τρισ. ευρώ στο πρώτο τρίμηνο του 2013 από τα 9.4 τρισ. ευρώ το 2007.
Το τέταρτο και σοβαρότερο ζήτημα είναι ο καταστροφικός «γόρδιος δεσμός» μεταξύ τραπεζών και κρατών που ανέδειξε η πρόσφατη διπλή κρίση στην ευρωζώνη με την ιδιαιτερότητα βέβαια ότι αυτός αφορά σε κράτη-μέλη μιας νομισματικής ένωσης, κάτι που αυξάνει σημαντικά το βαθμό μεταδοτικότητας της κρίσης (contagion).
Λόγω της φύσης του προβλήματος αλλά και του τεράστιου διακυβεύματος, το ζήτημα αυτό αφορά όχι μόνο την ΕΚΤ αλλά και τις ευρωπαϊκές ηγεσίες.
Δεδομένης της απουσίας μηχανισμών για την ομαλή εκκαθάριση των προβληματικών τους τραπεζών, τα κράτη- μέλη δεν είχαν άλλη επιλογή από τη διάσωση τους με κρατικά κεφάλαια (κι αυτό ισχύει τόσο για τις τράπεζες της περιφέρειας όσο και για τις τράπεζες του πυρήνα, όπως π.χ. της Γερμανίας, Δανίας, Γαλλίας, Βελγίου , κ.ά.).
Από την άλλη, όπως είναι γνωστό, κάποια κράτη πλήρωσαν το υψηλό κόστος της εξυγίανσης και εκκαθάρισης των τραπεζών τους με ολέθριες συνέπειες για τη δημοσιονομική τους ακεραιότητα (η περίπτωση της Ιρλανδίας).
Αντιστρόφως, οι τράπεζες χρεώθηκαν τις δημοσιονομικές αστοχίες των κρατών τους καθώς η μείωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης των κρατικών ομολόγων αύξησε το κόστος δανεισμού τους και επιδείνωσε την κεφαλαιακή τους επάρκεια (η περίπτωση της Πορτογαλίας).
Για τον λόγο αυτό έχουν γίνει συγκεκριμένες κινήσεις για την επίλυση του προβλήματος. Ειδικότερα, η ΕΚΤ έχει αναλάβει καθοριστικής σημασίας πρωτοβουλίες για να ανακόψει τη διάχυση της δημοσιονομικής κρίσης προς τις τράπεζες. Συγκεκριμένα, η δήλωση του Προέδρου της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι ότι «θα κάνει ότι χρειαστεί για να στηρίξει το ευρώ», καθώς και το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων κρατών της ευρωζώνης από τη δευτερογενή αγορά (ΟΜΤ) συνέβαλλε στην αποκλιμάκωση των επιτοκίων δανεισμού των κρατών με ευεργετικές συνέπειες για τη χρηματοδότηση των τραπεζών τους.
Βέβαια οι πιο πάνω δράσεις απέχουν μακράν από τις αντίστοιχες πολιτικές της Fed, τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά (βλ. τα τρις $ των QE1 – QE4), όσο και από το γεγονός ότι ακόμη και η πιο πάνω περίφημη δήλωση Ντράγκι , στο τέλος θα συνοδεύεται κι αυτή από conditionality, με εγκρίσεις από την Commission, το eurogroup κλπ, δηλ. από χρονοβόρες πολιτικές διαδικασίες.
Από την άλλη, προβλέπεται επίσης ότι στην αγορά κυβερνητικών ομολόγων θα μπορεί να παρεμβαίνει και ο ESM, του οποίου όμως η αποτελεσματικότητα τίθεται εν αμφιβόλω λόγω της χαμηλής χρηματοδοτικής του ικανότητας.
Μόνο εάν ο ESM, από ένα διακρατικό όργανο που είναι τώρα, μετεξελιχθεί σε ένα αληθινό Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο, ώστε αποκτώντας νομική μορφή τράπεζας του Λουξεμβούργου να έχει τη δυνατότητα πρόσβασης στην ΕΚΤ για δανεισμό, πχ για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, προσφεύγοντας ως τράπεζα πλέον για έκτακτο δανεισμό στην ΕΚΤ (βλ. κεφ. 26 του νέου μου βιβλίου).
Το σημαντικότερο όμως βήμα για το σπάσιμο του «γόρδιου δεσμού» είναι η πρόσφατη απόφαση των ευρωπαίων ηγετών να δρομολογήσουν, έστω και δισταχτικά, τη δημιουργία τραπεζικής ένωσης με τη θέσπιση κοινής εποπτικής αρχής, κοινής αρχής εξυγίανσης και κοινής εγγύησης καταθέσεων. Η σύσταση μιας τραπεζικής ένωσης αποτρέπει τον κίνδυνο διάσπασης της συνοχής και της ενότητας της εσωτερικής αγοράς των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.
Η διαχείριση των τραπεζικών κρίσεων καθίσταται πιο αποτελεσματική όταν τα εθνικά τραπεζικά συστήματα λειτουργούν εντός ενός κοινού πλαισίου κανόνων και εποπτείας, η εξυγίανση των τραπεζών γίνεται με μεθοδικό τρόπο και ο κίνδυνος μαζικών αποσύρσεων καταθέσεων ελαχιστοποιείται.
Για λόγους κοινωνικής νομιμοποίησης και αποτελεσματικότητας της τραπεζικής ένωσης η χρηματοδότηση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών από τον EMS προϋποθέτει την λειτουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού εποπτικού μηχανισμού.
Σε αντίθεση περίπτωση οι ευρωπαίοι φορολογούμενοι θα ήταν απρόθυμοι να συμμετάσχουν σε ανακεφαλαιοποιήσεις τραπεζών, για την οικονομική κατάσταση των οποίων οι εθνικές εποπτικές αρχές μπορούν να παρέχουν ελλιπή ή περιορισμένη πληροφόρηση.
Έτσι, στη Σύνοδο Κορυφής του Οκτωβρίου 2012 οι ευρωπαίοι ηγέτες έκαναν ένα αποφασιστικό βήμα, αναθέτοντας στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) την εποπτεία των τραπεζών ως αναγκαία προϋπόθεση για την απευθείας ανακεφαλαιοποίηση των ευρωπαϊκών τραπεζών μέσω του ESM. Με άξονα την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη σύσταση τραπεζικής ένωσης αποφασίστηκε να αναλάβει η ΕΚΤ τις σχετικές εποπτικές αρμοδιότητες των εθνικών τραπεζικών ιδρυμάτων, ώστε να παρεμβαίνει σε αυτά με γνώμονα τη διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας και σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος για το σύνολο της Ένωσης.
Οι εποπτικές αρμοδιότητες της ΕΚΤ αφορούν την χορήγηση άδειας λειτουργίας των τραπεζών, τη διασφάλιση της συμμόρφωσης τους με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις και διατάξεις για μόχλευση και ρευστότητα, καθώς επίσης και την έγκαιρη παρέμβαση της σε συντονισμό με τις αρχές εξυγίανσης (resolution authorities) όταν μια τράπεζα παραβιάζει ή πρόκειται να παραβιάσει τους κανόνες ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων.
Επιπλέον, ο ενιαίος μηχανισμός εποπτείας θα πρέπει να πλαισιώνεται από έναν ενιαίο μηχανισμό εγγύησης καταθέσεων.
Η δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων απαιτεί τη διάθεση αρκετών κεφαλαίων που θα αναστρέψουν την αρνητική δυναμική της φυγής των καταθέσεων από τις τράπεζες λόγω κλονισμένης εμπιστοσύνης στα εθνικά τραπεζικά συστήματα. Τα κεφάλαια αυτά μπορούν να αντληθούν είτε μέσω της ΕΚΤ είτε μέσω του ΕSM, εφόσον αυτός αποκτήσει «άδεια τράπεζας». Συμπληρωματικά, προβλέπεται η θέσπιση ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού εξυγίανσης των τραπεζών που θα συντονίζει και θα εγγυάται την εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης των τραπεζών εντός της τραπεζικής ένωσης ενδυναμώνοντας την αποδοτικότητα της τραπεζικής ένωσης.
Ο μηχανισμός αυτός θα μπορεί να αποφασίζει την αναβολή πληρωμής των μερισμάτων, να εισηγείται την αλλαγή της διοίκησης, να θέτει τους όρους της ανακεφαλαιοποίησης, να προτείνει την τραπεζική αναδιάρθρωση με την πώληση στοιχείων του ενεργητικού, μέχρι και τη δημιουργία «κακής τράπεζας». Αν και μέχρι σήμερα η πορεία προς την τραπεζική ένωση φαίνεται μακράν καθώς μόνο η συγκέντρωση των εποπτικών εξουσιών σε μιαν ενιαία εποπτική αρχή και ο εναρμονισμός των κανόνων εξυγίανσης των τραπεζών μεταξύ των κρατών μελών έχουν υλοποιηθεί, αποτελεί κοινή διαπίστωση πως η ΟΝΕ δεν θα μπορέσει να επιβιώσει στο χρόνο χωρίς περαιτέρω τραπεζική (αλλά και δημοσιονομική) ολοκλήρωση (βλ. κεφ. 27 του νέου μου βιβλίου).
Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα
Η σφοδρή δημοσιονομική κρίση τα τελευταία τέσσερα χρόνια και η διπλή αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας (PSI+ και επαναγορά ομολόγων) οδήγησαν στην αρνητική καθαρή θέση των ελληνικών τραπεζών και στον αποκλεισμό τους για δανεισμό από την ευρωπαϊκή και διεθνή διατραπεζική αγορά, αναγκάζοντάς τες να προσφύγουν στον έκτακτο μηχανισμό ρευστότητας της ΕΚΤ (τον ακριβό ELA).
Το γεγονός αυτό καθώς και η εκροή καταθέσεων και η επιδείνωση της ποιότητας των δανειακών χαρτοφυλακίων λόγω της βαθιάς ύφεσης, άσκησαν ισχυρές πιέσεις στη ρευστότητα και την κεφαλαιακή βάση των ελληνικών τραπεζών, απειλώντας τη βιωσιμότητα αρκετών τραπεζών και γενικότερα τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος.
Η επιτυχής ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών (βλ. κεφ. 13 του νέου μου βιβλίου) πριν λίγες εβδομάδες με κεφάλαια από το ΤΧΣ και τις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου επανέφερε τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας σε υγιή επίπεδα αποκαθιστώντας την εμπιστοσύνη στις τράπεζες.
Καθοριστικός ήταν ο ρόλος της Τράπεζας της Ελλάδος για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος όλο αυτό το διάστημα.
Ο νέος χάρτης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος πλέον περιλαμβάνει τέσσερις συστημικές και πλήρως κεφαλαιοποιημένες τράπεζες, καθώς και λίγες μικρότερες τράπεζες, εξίσου όμως κεφαλαιοποιημένες.
Η εξυγίανση των τραπεζών θα ολοκληρωθεί με την κατάθεση των επιχειρησιακών σχεδίων των τραπεζών σχετικά με τον εξορθολογισμό του λειτουργικού τους κόστους, ενώ ήδη η γρήγορη απεξάρτησή τους από το ELA συμβάλλει στην επιστροφή στην κερδοφορία στο άμεσο μέλλον.
Ας σημειωθεί ότι αν και τα νέα τεστ αντοχής θα έχουν τώρα 5-ετή χρονικό ορίζοντα (εξυπακούεται ότι είναι κρίσιμο το μακροοικονομικό σενάριο που θα υιοθετηθεί μιας και θα καθορίσει το ύψος των NPLs και προβλέψεων) και επίσης είναι αλήθεια ότι η επικείμενη διόρθωση στις τιμές των ακινήτων θα επηρεάσει τους ισολογισμούς των τραπεζών εκτιμάται ότι, σε συνδυασμό με το απόθεμα ύψους 8-9 δις ευρώ του ΤΧΣ (από το πακέτο των 50 δις) και τις συνέργειες από τις εξαγορές-συγχωνεύσεις της τελευταίας περιόδου, δεν θα υπάρξει κανένα πρόβλημα με τις ελληνικές τράπεζες.
Δύο καταληκτικές παρατηρήσεις.
Πρώτον, ίσως και με αφορμή το νέο γύρο τεστ αντοχής που αναφερθήκαμε και πιο πάνω, κάποιες από τις συστημικές τράπεζες θα μπορούσαν να προχωρήσουν σε πιο καινοτόμες λύσεις, όπως πχ στη σύσταση μιας ‘κακής τράπεζας’ που θα συγκεντρώσει τα προβληματικά περιουσιακά στοιχεία του τραπεζικού ομίλου (ή εναλλακτικά και ολόκληρου του τραπεζικού τομέα, βλ. περίπτωση Ιρλανδίας σχετικά με τη σύσταση της ΝΑΜΑ στο κεφ. 14 του νέου μου βιβλίου).
Πέραν της εξασφάλισης οικονομιών κλίμακας και καλύτερης διαχείρισης, κάτι τέτοιο θα επέτρεπε την ‘καλή τράπεζα’ να προχωρήσει στη χορήγηση περισσότερων νέων δανείων προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, χωρίς το βάρος των ‘κακών’ στοιχείων στο ενεργητικό της, η αναδιάρθρωση και η εκκαθάριση των οποίων συνιστά μια χρονοβόρο και περίπλοκη διαδικασία.
Δεύτερον, παρά την ευφορία που δημιουργεί μια επιτυχής ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε το γεγονός πως δεν υφίσταται γραμμική συσχέτιση μεταξύ κεφαλαιακής θέσης και πιστωτικής επέκτασης στο βαθμό που να εγγυάται ότι η μεγαλύτερη κεφαλαιακή βάση θα οδηγήσει και σε υψηλότερα επίπεδα ρευστότητας για την πραγματική οικονομία (με άλλα λόγια είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη). Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις του, το ΔΝΤ προβλέπει αρνητική πιστωτική επέκταση μέχρι και το 2015.
Έτσι, συνεχίζει να παραμένει θεμελιώδες το ζήτημα το πότε και πώς θα περάσουμε σε θετικούς ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης, συνθήκης sine qua non για διατηρήσιμους θετικούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.
Σε κάθε περίπτωση, η προσπάθεια όλων (τραπεζών, ΤτΕ, ΕΚΤ) θα πρέπει να είναι η όσο το δυνατόν γρηγορότερη επιστροφή σε αύξηση των χορηγήσεων (πχ με τη θέσπιση πιστωτικών στόχων, βλ. κεφ 11 του νέου μου βιβλίου), έτσι ώστε να αποφύγουμε αυτό που είναι γνωστό στη σχετική βιβλιογραφία ως creditless recovery, που όπως έχει δείξει η διεθνής εμπειρία συνοδεύεται από ασθενικούς και εύθραυστους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης. Στο πνεύμα αυτό, σημαντική είναι η πρόσφατη πρωτοβουλία της Κυβέρνησης για την ίδρυση του Ελληνικού Επενδυτικού Ταμείου στα πρότυπα της γερμανικής επενδυτικής τράπεζας KfW, που θα συνεπικουρεί θεσμικά, τεχνικά και χρηματοοικονομικά στη χορήγηση δανείων στις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Το κείμενο αυτό αποτελεί περίληψη του βιβλίου που έχει εκδώσει ο Καθηγητής Γιάννης Μουρμούρας (εκδόσεις ΙΑΝΟΣ) για το ελληνικό και ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα.
Οι απόψεις του είναι προσωπικές αλλά άκρως ενδιαφέρουσες και επίκαιρες στην τρέχουσα πραγματικότητα.
www.bankingnews.gr
Το άρθρο έχεις ως εξής
Είναι γνωστό ότι η έκθεση των ευρωπαϊκών τραπεζών σε αμερικανικά τοξικά ομόλογα την περασμένη δεκαετία καθώς και η τρέχουσα διπλή και αμφίδρομη κρίση δημόσιου χρέους - τραπεζών στην ευρωπεριφέρεια, έπληξε καίρια το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα.
Oι τράπεζες υπέστησαν για την περίοδο 2007-2010 ζημίες που ανέρχονται στα 1 τρισ. ευρώ ενώ από τα μέσα του 2012 έχουν συρρικνώσει τους ισολογισμούς τους κατά 2,4 τρισ. ευρώ.
Ως αποτέλεσμα, η ρευστότητα της πραγματικής οικονομίας επλήγη σε σημαντικό βαθμό καθώς στην Ευρώπη ο ρόλος του τραπεζικού συστήματος στη χρηματοδότηση αυτής είναι πολύ πιο σημαντικός σε σύγκριση π.χ. με την Αμερική όπου τα κεφάλαια σε μεγάλο βαθμό αντλούνται από τις αγορές κεφαλαίων και το χρηματιστήριο. Εκτιμάται επίσης ότι η συνεχιζόμενη μείωση των πιστώσεων στην ευρωζώνη (και) το 2013 θα συρρικνώσει περαιτέρω το ενεργητικό των τραπεζών κατά 850 δισ. ευρώ.
Παρόλα αυτά, το ενεργητικό των τραπεζών της ευρωζώνης παραμένει στο υψηλό επίπεδο των 32 τρισ ευρώ, πάνω από το τριπλάσιο του ΑΕΠ της ευρωζώνης.
Τέσσερα είναι σήμερα τα κυριότερα προβλήματα - εκκρεμότητες του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος:
α) η έλλειψη βασικών ίδιων κεφαλαίων, σε συνδυασμό με μια υψηλή μόχλευση και πολλά NPLs,
β) ο σχεδιασμός ενός πιο αποτελεσματικού και ευσταθούς τραπεζικού μοντέλου, χωρίς ακραίες επενδυτικές συμπεριφορές και αδιαφάνεια,
γ) ο κατακερματισμός του ενιαίου χρηματοπιστωτικού τομέα, με αποτέλεσμα έναν προβληματικό μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ και
δ) τα συγκοινωνούντα δοχεία μεταξύ τραπεζών και κρατών, όπως αυτό εμπειρικά αποτυπώνεται στην υψηλή συσχέτιση μεταξύ των αποδόσεων των ασφαλίστρων κινδύνου (CDS) των κρατών και των ασφαλίστρων κινδύνου των τραπεζών.
Κρίσιμος είναι ο (υπονομευτικός) ρόλος της ύφεσης στον πιο πάνω «γόρδιο δεσμό» μεταξύ κρίσης κρατικού χρέους και τραπεζικής κρίσης (βλ. εισαγωγικό κεφάλαιο του νέου μου βιβλίου).
Τα δύο πρώτα προβλήματα είναι ίσως και τα πιο εύκολα επιλύσιμα.
Τα δύο τελευταία είναι και τα δυσκολότερα, καθώς αντανακλούν δομικές αδυναμίες σε επίπεδο ευρωζώνης και απαιτούν (ειδικά το τέταρτο) διαδικασίες και αποφάσεις σε πολλά επίπεδα.
Ας σημειωθεί επίσης, ότι αν και τα προβλήματα με τις τράπεζες διαφοροποιούνται από τη μία χώρα σε άλλη της ευρωπεριφέρειας ανάλογα και με τα αίτια της κρίσης (π.χ. τα προβλήματα στις τράπεζες στην Ιρλανδία και Ισπανία δημιουργήθηκαν από τη ' φούσκα' των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων, στη χώρα μας δημιουργήθηκαν από το PSI+, τη μείωση της καταθετικής βάσης αλλά και τη βαθιά και παρατεταμένη ύφεση), προβλήματα με τις τράπεζες έχουν και οι χώρες του πυρήνα της ευρωζώνης.
Για παράδειγμα, ενώ οι συστημικές γερμανικές τράπεζες έχουν υπερβάλλουσα ρευστότητα, προβλήματα κεφαλαιακής επάρκειας έχουν τόσο οι ίδιες όσο και οι περιφερειακές τράπεζες της χώρας (οι γνωστές landesbanks).
Έτσι, σε μια περίοδο πολλών ρυθμιστικών αλλαγών, απότομων μακροοικονομικών μεταβολών αλλά και σημαντικών λαθών όπως η χειραγώγηση του διατραπεζικού επιτοκίου Libor, οι εσφαλμένες πωλήσεις χρηματοοικονομικών προϊόντων, τα ‘γυμνά’ CDS, ζητήματα εσωτερικής πληροφόρησης κλπ., οι ευρωπαϊκές τράπεζες, από τη μια μεριά, πρέπει να επιτύχουν την πλήρη ανασύνταξή τους ώστε να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους και να αποκαταστήσουν το θεσμικό τους ρόλο στη λειτουργία της οικονομίας, ενώ οι εποπτικές αρχές, από την άλλη, θα πρέπει να διασφαλίσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την εύρυθμη λειτουργία της νομισματικής πολιτικής για το σύνολο της ευρωζώνης.
Οι προκλήσεις για τις ευρωπαϊκές τράπεζες
Μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2014 θα έχουν ανακοινωθεί τα αποτελέσματα από τα νέα αυστηρότερα τεστ αντοχής των τραπεζών, που αυτή τη φορά όμως θα διεξαχθούν υπό την εποπτεία της ΕΚΤ λίγο πριν αναλάβει τον ρόλο της ως ενιαίας εποπτικής αρχής, και τα οποία θα προσδιορίζουν εκ νέου τις κεφαλαιακές ανάγκες των ευρωπαϊκών τραπεζών.
Η κεφαλαιακή επάρκεια άλλωστε αφορά εξίσου σήμερα και τις δυο πλευρές του Ατλαντικού.
Σε εφαρμογή λοιπόν των διεθνών προτύπων κεφαλαιακής επάρκειας της Βασιλείας ΙΙΙ, περιλαμβάνονται ήδη στο κοινοτικό δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυστηρότεροι κανόνες (CRD IV), ενώ και η ομοσπονδιακή κεντρική τράπεζα της Αμερικής (η Fed) έχει εγκρίνει ανάλογους κανόνες κεφαλαιακής συγκρότησης για τις αμερικανικές τράπεζες.
Σύμφωνα με τους νέους κανόνες, οι τράπεζες υποχρεώνονται να διακρατούν περισσότερα και καλύτερης ποιότητας ίδια κεφάλαια. Υπολογίζεται ότι η συμμόρφωση με τους κανόνες σχετικά με τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, μόχλευσης κλπ. θα αναγκάσει τις ευρωπαϊκές τράπεζες να «ξεφορτωθούν» από τους ισολογισμούς τους ενεργητικό ύψους 3,2 τρισ ευρώ μέχρι το 2018 (2,6 τρισ αφορά τις μικρότερες τράπεζες, με ότι αυτό σημαίνει για το δανεισμό προς τις ΜΜΕ της περιοχής στο μέλλον).
Σε περιπτώσεις έλλειψης επαρκών κεφαλαίων η κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών θα επιτυγχάνεται σύμφωνα με το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα τεθεί σε ισχύ από τον Ιανουάριο του 2018 (αν όχι νωρίτερα).
Συγκεκριμένα, η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα προχωρά αρχικά με την ανάληψη του κόστους από τους πιστωτές («διάσωση με ίδια μέσα»), το γνωστό bail in και εν συνεχεία με τη συμβολή των εθνικών ταμείων εξυγίανσης και του ESM.
Σύμφωνα με τη διαδικασία της «διάσωσης με ίδια μέσα», ένα τραπεζικό ίδρυμα θα ανακεφαλαιοποιείται με διαγραφή ή αποδυνάμωση των μετόχων του ενώ οι απαιτήσεις των πιστωτών θα μειώνονται ή θα μετατρέπονται σε μετοχές. Αναλυτικότερα, οι ανάγκες της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών θα καλύπτονται πλέον με την απομείωση των απαιτήσεων των μετόχων, των πιστωτών και των ανασφάλιστων καταθέσεων άνω των 100.000 ευρώ (πρώτα των μεγάλων εταιρειών και εν συνεχεία των φυσικών προσώπων και μικρομεσαίων επιχειρήσεων) με εξαίρεση τις μισθολογικές υποχρεώσεις των ιδρυμάτων, τις καλυμμένες ομολογίες, αλλά και τα διατραπεζικά δάνεια με περίοδο ωριμότητας μικρότερη των επτά ημερών.
Η προσφυγή στον ESM για την άμεση ανακεφαλαιοποίηση θα προκρίνεται ως η έσχατη λύση και θα συνοδεύεται από conditionality.
Παρά το γεγονός ότι και στο παρελθόν οι πιστωτές έχουν αναλάβει το κόστος διάσωσης των τραπεζών (Ισπανία, Ολλανδία, Δανία, Ηνωμένο Βασίλειο), για πρώτη φορά αποφάσεις του Ecofin θεσμοθετούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο επισήμως την αρχή της «διάσωσης με ίδια μέσα», σηματοδοτώντας έτσι την αλλαγή φιλοσοφίας στη διαχείριση των τραπεζικών κρίσεων (βλ. την πρόσφατη διάσωση της Κύπρου).
Το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου και του «γόρδιου δεσμού» μεταξύ κρατών – τραπεζών επιλύεται έτσι μερικώς καθώς το κόστος εξυγίανσης των προβληματικών τραπεζικών ιδρυμάτων δεν θα επιβαρύνει πλέον τα δημόσια ταμεία.
Είναι εντυπωσιακό πως από το 2008 μέχρι σήμερα το κόστος εξυγίανσης των τραπεζών ανήλθε συνολικά στα 1,6 τρισ. ευρώ, με κύρια πηγή χρηματοδότησης τους κρατικούς προϋπολογισμούς (βλ. κεφ. 28 του νέου μου βιβλίου).
Ωστόσο, εφόσον ο καταθέτης εξισώνεται με τον επενδυτή τίθεται ζήτημα ασύμμετρης πληροφόρησης, με την έννοια ότι καλείται ο καταθέτης-επενδυτής να κάνει τη δουλειά της κεντρικής τράπεζας, δηλ. της εποπτικής αρχής.
Το μεγαλύτερο, όμως, μειονέκτημα του bail-in είναι ότι μετατρέπει το ατομικό ρίσκο - για τις καταθέσεις άνω των 100.000 € - σε γενικευμένη αβεβαιότητα (είναι η διάκριση στην οικονομική θεωρία μεταξύ risk και uncertainty που βλέπουμε να ισχύει για μια ακόμη φορά λόγω bail-in) για τον τραπεζικό κλάδο και την οικονομία γενικότερα.
Η αποκατάσταση των κεφαλαιακών δεικτών θα επαναφέρει την εμπιστοσύνη των επενδυτών στον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο (σήμερα στην ευρωπεριφέρεια οι τράπεζες διαπραγματεύονται με P/BV μεταξύ 0,4 – 0,6) , θα μειώσει το κόστος δανεισμού του σε χαμηλότερα επίπεδα καθιστώντας έτσι τον τραπεζικό τομέα ανθεκτικότερο σε μελλοντικούς χρηματοπιστωτικούς κραδασμούς.
Το δεύτερο ζήτημα των ευρωπαϊκών τραπεζών αφορά την υιοθέτηση των νέων κανόνων για τη δομή, την οργάνωση και τη λειτουργία τους που έχουν απώτερο σκοπό να διαχωρίσουν τις επενδυτικές δραστηριότητες από την εμπορική τραπεζική και να φέρουν μεγαλύτερη τυποποίηση και διαφάνεια στον τομέα των εξωχρηματιστηριακών παραγώγων (OTC derivatives).
Η διαρθρωτική ανασυγκρότηση των τραπεζικών ιδρυμάτων θα απλοποιήσει τις περίπλοκες δομές των πιστωτικών ιδρυμάτων παρέχοντας μεγαλύτερη σαφήνεια γύρω από το πλαίσιο των εποπτικών και διοικητικών αρμοδιοτήτων, θα ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο οριζόντιας μετάδοσης της κρίσης στο μέλλον και τέλος μπορεί να βοηθήσει στην άμεση εκκαθάριση των τραπεζών όταν κριθεί απαραίτητο.
Συγκεκριμένα, η Έκθεση Liikanen μεταξύ άλλων προτείνει οι δραστηριότητες που αφορούν τις επενδύσεις ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών να μεταφέρονται σε μια χωριστή οντότητα (βλ. κεφ. 15 του νέου μου βιβλίου).
Δηλαδή κάθε τραπεζικός όμιλος με επενδυτικό ενεργητικό πάνω από 100 δισ. ευρώ (ή ένα χαρτοφυλάκιο επενδύσεων που αντιστοιχεί στο 15% - 25% του συνολικού ενεργητικού του) θα πρέπει να ιδρύσει μία νέα νομική οντότητα με διαφορετική βάση κεφαλαίων από την παραδοσιακή τράπεζα.
Ανάλογες ρυθμίσεις προωθούνται και για το αμερικάνικο τραπεζικό σύστημα. Επαναφέροντας τη φιλοσοφία του νόμου Glass-Steagall, ο κανόνας Volcker στην Αμερική επιχειρεί να αποσυνδέσει τις επενδυτικές συναλλαγές από την εμπορική τραπεζική περιορίζοντας σημαντικά τις επενδύσεις που γίνονται για λογαριασμό της ίδιας της τράπεζας (prop trading), ενώ στο ίδιο πνεύμα κινείται και η Έκθεση Vickers στην Μεγάλη Βρετανία.
Αν και το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο στοχεύει στη βελτίωση της ανθεκτικότητας των τραπεζών σε περιόδους έντασης ώστε να διασφαλίζεται η μέγιστη δυνατή σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος, το κόστος δανεισμού για τις τράπεζες έτσι αυξάνεται διότι ενισχύει την ακαμψία στις αγορές και αίρει την έμμεση κρατική εγγύηση των κεφαλαίων για επενδυτικές δραστηριότητες. Είναι γεγονός ότι το νέο μοντέλο οργάνωσης των τραπεζών, παρά το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις τα όρια μεταξύ επενδυτικής και εμπορικής τραπεζικής είναι ασαφή, θα περιορίσει τις ακραίες επενδυτικές συμπεριφορές στο μέλλον , απομακρύνοντας έτσι τον κίνδυνο τραπεζικής κατάρρευσης.
Οι προκλήσεις για την ΕΚΤ
Το τρίτο ζήτημα του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος είναι ο προβληματικός μηχανισμός μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν μπορεί πλέον να εγγυηθεί τη διάθεση κεφαλαίων με ίσους όρους σε ολόκληρη την ευρωζώνη. Ως εκ τούτου, η ενιαία χρηματοπιστωτική αγορά παρουσιάζεται κατακερματισμένη.
Κανονικά η ΕΚΤ θα μπορούσε να εγγυηθεί ότι η μείωση του βασικού της επιτοκίου συνεπάγεται π.χ. ανάλογη μείωση του κόστους χρηματοδότησης των επιχειρήσεων (το βασικό κανάλι μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής) στο σύνολο της ευρωζώνης.
Ωστόσο, με το σπάσιμο του μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολίτικης η μείωση του επιτοκίου δεν μεταφράζεται με τον ίδιο τρόπο σε μείωση του κόστους χρηματοδότησης για όλες τις χώρες- μέλη της ευρωζώνης.
Για παράδειγμα όταν η ΕΚΤ το 2003 άσκησε περιοριστική πολιτική αυξάνοντας το επιτόκιο από 2% στο 4%, η αύξηση στο κόστος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων αυξήθηκε ισόποσα από το 4% στο 6%.
Ωστόσο, όταν η ΕΚΤ μετά το ξέσπασμα της κρίσης το 2008 μείωσε το επιτόκιο στο 1% από το 4,25%, το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων δεν μειώθηκε αντίστοιχα και στον ίδιο βαθμό για όλες τις τράπεζες της ευρωζώνης.
Η μεγάλη διαφορά στο κόστος δανεισμού των τραπεζών στην ευρωζώνη σήμερα οφείλεται στο γεγονός ότι οι μακροοικονομικές συνθήκες σε εθνικό επίπεδο όπως και η φερεγγυότητα του κρατικού χρέους επηρεάζουν σημαντικά την πιστοληπτική τους ικανότητα (βλ. κεφ.28 του νέου μου βιβλίου).
Ως αποτέλεσμα το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων των κρατών-μελών της ευρωπεριφέρειας, και ειδικότερα των μικρομεσαίων, να αποκλίνει σε υψηλά επίπεδα υπονομεύοντας τις προσπάθειες ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας τους.
Έτσι, για παράδειγμα, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην ευρωπεριφέρεια δανείζονται ακριβότερα από τις αντίστοιχες του πυρήνα και συγκεκριμένα δανείζονται με 4.4% στην Ιταλία, 5.4% στην Ισπανία, και 6.6% στην Πορτογαλία, ενώ τα επιτόκια για τις γερμανικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι 3%, τις γαλλικές 2.9%, τις φιλανδικές 2.8% και τις αυστριακές 2.3%.
Μάλιστα, η διαφορά επιτοκίου για τις μικρομεσαίες σε σχέση με τις μεγάλες επιχειρήσεις είναι πολύ μεγαλύτερη στα κράτη της ευρωπεριφέρειας: πχ 2.3 ποσοστιαίες μονάδες στην Ισπανία ενώ μόλις 1 ποσοστιαία μονάδα για την Γαλλία.
Επίσης, σε πρόσφατη μελέτη της η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι πράγματι υπάρχουν εμπόδια στην προσφορά πίστωσης (credit supply) σε κάποια κράτη-μέλη της ευρωπεριφέρειας με κύρια αίτια τη συνεχιζόμενη ύφεση, την απομόχλευση και τη μείωση εξάρτησης από τον δανεισμό της ΕΚΤ (LTRO ή/και ELA).
Για την περίοδο Οκτώβριος 2012 - Μάρτιος 2013 το 70%-80% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που εδράζονται στα κράτη-μέλη του πυρήνα της ΕΕ δανειοδοτήθηκαν πλήρως από το τραπεζικό τους σύστημα, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις της ευρωπεριφέρειας περιορίστηκε στο 30%-50%.
Ειδικότερα δε για την Ελλάδα, μόλις το 25% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων έλαβαν τα αναγκαία κεφάλαια από τις ελληνικές τράπεζες.
Συνεπώς, η ΕΚΤ ως ο απόλυτα υπεύθυνος φορέας για την ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής στις χώρες της ευρωζώνης, θα πρέπει να παρέμβει και να βελτιώσει καταρχάς τη ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος αλλά και την ρευστότητα της πραγματικής οικονομίας.
Πράγματι, η ΕΚΤ επενέβη στο πρόσφατο παρελθόν προσφέροντας συνολική ρευστότητα ύψους 1 τρισ. ευρώ, με επιτόκιο 1 % και περίοδο λήξης τριών ετών (LTROs) προσπαθώντας να άρει τις ασφυκτικές συνθήκες πίστωσης των τραπεζών της ευρωπεριφέρειας.
Ωστόσο, αν και η διευκόλυνση αυτή συνέβαλε ως ένα βαθμό στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στη διατραπεζική αγορά, ένα μέρος των πιστώσεων αυτών επανακατατέθηκε στην ΕΚΤ, ενώ ένα άλλο μεγάλο μέρος χρησιμοποιήθηκε απλά για την αγορά δημόσιου χρέους από τη δευτερογενή αγορά.
Για τον λόγο αυτό η ΕΚΤ δεν αποκλείει σήμερα ακόμη και την επιβολή αρνητικών επιτοκίων στα δεσμευμένα ποσά των εμπορικών τραπεζών που βρίσκονται στην ΕΚΤ, ως μια προσπάθεια να ενθαρρυνθεί ο δανεισμός προς το σύνολο των επιχειρήσεων της ευρωζώνης.
Επίσης, αξιοσημείωτη είναι η πρόσφατη πρωτοβουλία της ΕΚΤ να αναθεωρήσει τους κανόνες για τη χρηματοδότηση των εμπορικών τραπεζών παρέχοντας τους τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν ως ενέχυρο (collateral) τιτλοποιημένα ομόλογα (ABS) που βασίζονται σε δάνεια σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις για την άντληση ρευστότητας από την ΕΚΤ.
Ανάλογα μέτρα έχει λάβει και στο παρελθόν η ΕΚΤ για να διευκολύνει τις τράπεζες που υποφέρουν από έλλειψη ρευστότητας και συγκεκριμένα έχει διευρύνει τη λίστα των χρεογράφων που δέχεται ως ενέχυρο, με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό των επιλέξιμων χρεογράφων να ανέρχεται στα 14.5 τρισ. ευρώ στο πρώτο τρίμηνο του 2013 από τα 9.4 τρισ. ευρώ το 2007.
Το τέταρτο και σοβαρότερο ζήτημα είναι ο καταστροφικός «γόρδιος δεσμός» μεταξύ τραπεζών και κρατών που ανέδειξε η πρόσφατη διπλή κρίση στην ευρωζώνη με την ιδιαιτερότητα βέβαια ότι αυτός αφορά σε κράτη-μέλη μιας νομισματικής ένωσης, κάτι που αυξάνει σημαντικά το βαθμό μεταδοτικότητας της κρίσης (contagion).
Λόγω της φύσης του προβλήματος αλλά και του τεράστιου διακυβεύματος, το ζήτημα αυτό αφορά όχι μόνο την ΕΚΤ αλλά και τις ευρωπαϊκές ηγεσίες.
Δεδομένης της απουσίας μηχανισμών για την ομαλή εκκαθάριση των προβληματικών τους τραπεζών, τα κράτη- μέλη δεν είχαν άλλη επιλογή από τη διάσωση τους με κρατικά κεφάλαια (κι αυτό ισχύει τόσο για τις τράπεζες της περιφέρειας όσο και για τις τράπεζες του πυρήνα, όπως π.χ. της Γερμανίας, Δανίας, Γαλλίας, Βελγίου , κ.ά.).
Από την άλλη, όπως είναι γνωστό, κάποια κράτη πλήρωσαν το υψηλό κόστος της εξυγίανσης και εκκαθάρισης των τραπεζών τους με ολέθριες συνέπειες για τη δημοσιονομική τους ακεραιότητα (η περίπτωση της Ιρλανδίας).
Αντιστρόφως, οι τράπεζες χρεώθηκαν τις δημοσιονομικές αστοχίες των κρατών τους καθώς η μείωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης των κρατικών ομολόγων αύξησε το κόστος δανεισμού τους και επιδείνωσε την κεφαλαιακή τους επάρκεια (η περίπτωση της Πορτογαλίας).
Για τον λόγο αυτό έχουν γίνει συγκεκριμένες κινήσεις για την επίλυση του προβλήματος. Ειδικότερα, η ΕΚΤ έχει αναλάβει καθοριστικής σημασίας πρωτοβουλίες για να ανακόψει τη διάχυση της δημοσιονομικής κρίσης προς τις τράπεζες. Συγκεκριμένα, η δήλωση του Προέδρου της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι ότι «θα κάνει ότι χρειαστεί για να στηρίξει το ευρώ», καθώς και το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων κρατών της ευρωζώνης από τη δευτερογενή αγορά (ΟΜΤ) συνέβαλλε στην αποκλιμάκωση των επιτοκίων δανεισμού των κρατών με ευεργετικές συνέπειες για τη χρηματοδότηση των τραπεζών τους.
Βέβαια οι πιο πάνω δράσεις απέχουν μακράν από τις αντίστοιχες πολιτικές της Fed, τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά (βλ. τα τρις $ των QE1 – QE4), όσο και από το γεγονός ότι ακόμη και η πιο πάνω περίφημη δήλωση Ντράγκι , στο τέλος θα συνοδεύεται κι αυτή από conditionality, με εγκρίσεις από την Commission, το eurogroup κλπ, δηλ. από χρονοβόρες πολιτικές διαδικασίες.
Από την άλλη, προβλέπεται επίσης ότι στην αγορά κυβερνητικών ομολόγων θα μπορεί να παρεμβαίνει και ο ESM, του οποίου όμως η αποτελεσματικότητα τίθεται εν αμφιβόλω λόγω της χαμηλής χρηματοδοτικής του ικανότητας.
Μόνο εάν ο ESM, από ένα διακρατικό όργανο που είναι τώρα, μετεξελιχθεί σε ένα αληθινό Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο, ώστε αποκτώντας νομική μορφή τράπεζας του Λουξεμβούργου να έχει τη δυνατότητα πρόσβασης στην ΕΚΤ για δανεισμό, πχ για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, προσφεύγοντας ως τράπεζα πλέον για έκτακτο δανεισμό στην ΕΚΤ (βλ. κεφ. 26 του νέου μου βιβλίου).
Το σημαντικότερο όμως βήμα για το σπάσιμο του «γόρδιου δεσμού» είναι η πρόσφατη απόφαση των ευρωπαίων ηγετών να δρομολογήσουν, έστω και δισταχτικά, τη δημιουργία τραπεζικής ένωσης με τη θέσπιση κοινής εποπτικής αρχής, κοινής αρχής εξυγίανσης και κοινής εγγύησης καταθέσεων. Η σύσταση μιας τραπεζικής ένωσης αποτρέπει τον κίνδυνο διάσπασης της συνοχής και της ενότητας της εσωτερικής αγοράς των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.
Η διαχείριση των τραπεζικών κρίσεων καθίσταται πιο αποτελεσματική όταν τα εθνικά τραπεζικά συστήματα λειτουργούν εντός ενός κοινού πλαισίου κανόνων και εποπτείας, η εξυγίανση των τραπεζών γίνεται με μεθοδικό τρόπο και ο κίνδυνος μαζικών αποσύρσεων καταθέσεων ελαχιστοποιείται.
Για λόγους κοινωνικής νομιμοποίησης και αποτελεσματικότητας της τραπεζικής ένωσης η χρηματοδότηση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών από τον EMS προϋποθέτει την λειτουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού εποπτικού μηχανισμού.
Σε αντίθεση περίπτωση οι ευρωπαίοι φορολογούμενοι θα ήταν απρόθυμοι να συμμετάσχουν σε ανακεφαλαιοποιήσεις τραπεζών, για την οικονομική κατάσταση των οποίων οι εθνικές εποπτικές αρχές μπορούν να παρέχουν ελλιπή ή περιορισμένη πληροφόρηση.
Έτσι, στη Σύνοδο Κορυφής του Οκτωβρίου 2012 οι ευρωπαίοι ηγέτες έκαναν ένα αποφασιστικό βήμα, αναθέτοντας στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) την εποπτεία των τραπεζών ως αναγκαία προϋπόθεση για την απευθείας ανακεφαλαιοποίηση των ευρωπαϊκών τραπεζών μέσω του ESM. Με άξονα την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη σύσταση τραπεζικής ένωσης αποφασίστηκε να αναλάβει η ΕΚΤ τις σχετικές εποπτικές αρμοδιότητες των εθνικών τραπεζικών ιδρυμάτων, ώστε να παρεμβαίνει σε αυτά με γνώμονα τη διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας και σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος για το σύνολο της Ένωσης.
Οι εποπτικές αρμοδιότητες της ΕΚΤ αφορούν την χορήγηση άδειας λειτουργίας των τραπεζών, τη διασφάλιση της συμμόρφωσης τους με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις και διατάξεις για μόχλευση και ρευστότητα, καθώς επίσης και την έγκαιρη παρέμβαση της σε συντονισμό με τις αρχές εξυγίανσης (resolution authorities) όταν μια τράπεζα παραβιάζει ή πρόκειται να παραβιάσει τους κανόνες ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων.
Επιπλέον, ο ενιαίος μηχανισμός εποπτείας θα πρέπει να πλαισιώνεται από έναν ενιαίο μηχανισμό εγγύησης καταθέσεων.
Η δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων απαιτεί τη διάθεση αρκετών κεφαλαίων που θα αναστρέψουν την αρνητική δυναμική της φυγής των καταθέσεων από τις τράπεζες λόγω κλονισμένης εμπιστοσύνης στα εθνικά τραπεζικά συστήματα. Τα κεφάλαια αυτά μπορούν να αντληθούν είτε μέσω της ΕΚΤ είτε μέσω του ΕSM, εφόσον αυτός αποκτήσει «άδεια τράπεζας». Συμπληρωματικά, προβλέπεται η θέσπιση ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού εξυγίανσης των τραπεζών που θα συντονίζει και θα εγγυάται την εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης των τραπεζών εντός της τραπεζικής ένωσης ενδυναμώνοντας την αποδοτικότητα της τραπεζικής ένωσης.
Ο μηχανισμός αυτός θα μπορεί να αποφασίζει την αναβολή πληρωμής των μερισμάτων, να εισηγείται την αλλαγή της διοίκησης, να θέτει τους όρους της ανακεφαλαιοποίησης, να προτείνει την τραπεζική αναδιάρθρωση με την πώληση στοιχείων του ενεργητικού, μέχρι και τη δημιουργία «κακής τράπεζας». Αν και μέχρι σήμερα η πορεία προς την τραπεζική ένωση φαίνεται μακράν καθώς μόνο η συγκέντρωση των εποπτικών εξουσιών σε μιαν ενιαία εποπτική αρχή και ο εναρμονισμός των κανόνων εξυγίανσης των τραπεζών μεταξύ των κρατών μελών έχουν υλοποιηθεί, αποτελεί κοινή διαπίστωση πως η ΟΝΕ δεν θα μπορέσει να επιβιώσει στο χρόνο χωρίς περαιτέρω τραπεζική (αλλά και δημοσιονομική) ολοκλήρωση (βλ. κεφ. 27 του νέου μου βιβλίου).
Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα
Η σφοδρή δημοσιονομική κρίση τα τελευταία τέσσερα χρόνια και η διπλή αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας (PSI+ και επαναγορά ομολόγων) οδήγησαν στην αρνητική καθαρή θέση των ελληνικών τραπεζών και στον αποκλεισμό τους για δανεισμό από την ευρωπαϊκή και διεθνή διατραπεζική αγορά, αναγκάζοντάς τες να προσφύγουν στον έκτακτο μηχανισμό ρευστότητας της ΕΚΤ (τον ακριβό ELA).
Το γεγονός αυτό καθώς και η εκροή καταθέσεων και η επιδείνωση της ποιότητας των δανειακών χαρτοφυλακίων λόγω της βαθιάς ύφεσης, άσκησαν ισχυρές πιέσεις στη ρευστότητα και την κεφαλαιακή βάση των ελληνικών τραπεζών, απειλώντας τη βιωσιμότητα αρκετών τραπεζών και γενικότερα τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος.
Η επιτυχής ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών (βλ. κεφ. 13 του νέου μου βιβλίου) πριν λίγες εβδομάδες με κεφάλαια από το ΤΧΣ και τις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου επανέφερε τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας σε υγιή επίπεδα αποκαθιστώντας την εμπιστοσύνη στις τράπεζες.
Καθοριστικός ήταν ο ρόλος της Τράπεζας της Ελλάδος για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος όλο αυτό το διάστημα.
Ο νέος χάρτης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος πλέον περιλαμβάνει τέσσερις συστημικές και πλήρως κεφαλαιοποιημένες τράπεζες, καθώς και λίγες μικρότερες τράπεζες, εξίσου όμως κεφαλαιοποιημένες.
Η εξυγίανση των τραπεζών θα ολοκληρωθεί με την κατάθεση των επιχειρησιακών σχεδίων των τραπεζών σχετικά με τον εξορθολογισμό του λειτουργικού τους κόστους, ενώ ήδη η γρήγορη απεξάρτησή τους από το ELA συμβάλλει στην επιστροφή στην κερδοφορία στο άμεσο μέλλον.
Ας σημειωθεί ότι αν και τα νέα τεστ αντοχής θα έχουν τώρα 5-ετή χρονικό ορίζοντα (εξυπακούεται ότι είναι κρίσιμο το μακροοικονομικό σενάριο που θα υιοθετηθεί μιας και θα καθορίσει το ύψος των NPLs και προβλέψεων) και επίσης είναι αλήθεια ότι η επικείμενη διόρθωση στις τιμές των ακινήτων θα επηρεάσει τους ισολογισμούς των τραπεζών εκτιμάται ότι, σε συνδυασμό με το απόθεμα ύψους 8-9 δις ευρώ του ΤΧΣ (από το πακέτο των 50 δις) και τις συνέργειες από τις εξαγορές-συγχωνεύσεις της τελευταίας περιόδου, δεν θα υπάρξει κανένα πρόβλημα με τις ελληνικές τράπεζες.
Δύο καταληκτικές παρατηρήσεις.
Πρώτον, ίσως και με αφορμή το νέο γύρο τεστ αντοχής που αναφερθήκαμε και πιο πάνω, κάποιες από τις συστημικές τράπεζες θα μπορούσαν να προχωρήσουν σε πιο καινοτόμες λύσεις, όπως πχ στη σύσταση μιας ‘κακής τράπεζας’ που θα συγκεντρώσει τα προβληματικά περιουσιακά στοιχεία του τραπεζικού ομίλου (ή εναλλακτικά και ολόκληρου του τραπεζικού τομέα, βλ. περίπτωση Ιρλανδίας σχετικά με τη σύσταση της ΝΑΜΑ στο κεφ. 14 του νέου μου βιβλίου).
Πέραν της εξασφάλισης οικονομιών κλίμακας και καλύτερης διαχείρισης, κάτι τέτοιο θα επέτρεπε την ‘καλή τράπεζα’ να προχωρήσει στη χορήγηση περισσότερων νέων δανείων προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, χωρίς το βάρος των ‘κακών’ στοιχείων στο ενεργητικό της, η αναδιάρθρωση και η εκκαθάριση των οποίων συνιστά μια χρονοβόρο και περίπλοκη διαδικασία.
Δεύτερον, παρά την ευφορία που δημιουργεί μια επιτυχής ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε το γεγονός πως δεν υφίσταται γραμμική συσχέτιση μεταξύ κεφαλαιακής θέσης και πιστωτικής επέκτασης στο βαθμό που να εγγυάται ότι η μεγαλύτερη κεφαλαιακή βάση θα οδηγήσει και σε υψηλότερα επίπεδα ρευστότητας για την πραγματική οικονομία (με άλλα λόγια είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη). Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις του, το ΔΝΤ προβλέπει αρνητική πιστωτική επέκταση μέχρι και το 2015.
Έτσι, συνεχίζει να παραμένει θεμελιώδες το ζήτημα το πότε και πώς θα περάσουμε σε θετικούς ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης, συνθήκης sine qua non για διατηρήσιμους θετικούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.
Σε κάθε περίπτωση, η προσπάθεια όλων (τραπεζών, ΤτΕ, ΕΚΤ) θα πρέπει να είναι η όσο το δυνατόν γρηγορότερη επιστροφή σε αύξηση των χορηγήσεων (πχ με τη θέσπιση πιστωτικών στόχων, βλ. κεφ 11 του νέου μου βιβλίου), έτσι ώστε να αποφύγουμε αυτό που είναι γνωστό στη σχετική βιβλιογραφία ως creditless recovery, που όπως έχει δείξει η διεθνής εμπειρία συνοδεύεται από ασθενικούς και εύθραυστους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης. Στο πνεύμα αυτό, σημαντική είναι η πρόσφατη πρωτοβουλία της Κυβέρνησης για την ίδρυση του Ελληνικού Επενδυτικού Ταμείου στα πρότυπα της γερμανικής επενδυτικής τράπεζας KfW, που θα συνεπικουρεί θεσμικά, τεχνικά και χρηματοοικονομικά στη χορήγηση δανείων στις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Το κείμενο αυτό αποτελεί περίληψη του βιβλίου που έχει εκδώσει ο Καθηγητής Γιάννης Μουρμούρας (εκδόσεις ΙΑΝΟΣ) για το ελληνικό και ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα.
Οι απόψεις του είναι προσωπικές αλλά άκρως ενδιαφέρουσες και επίκαιρες στην τρέχουσα πραγματικότητα.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών