Μετά την πανδημία, τι: Ο «βρόχος» του χρέους και η ανάγκη για αναδιάρθρωση του παραγωγικού μοντέλου

Μετά την πανδημία, τι: Ο «βρόχος» του χρέους και η ανάγκη για αναδιάρθρωση του παραγωγικού μοντέλου
Κίνδυνος για την παγκόσμια οικονομία η καταστροφή εκατομμυρίων θέσεων εργασίας και η ένταση των ανισοτήτων
Ζοφερές αναμένονται οι εξελίξεις στο πεδίο της οικονομίας την επόμενη ημέρα της κρίσης της πανδημίας. 
Τα τεράστια σε ύψος δημοσιονομικά μέτρα και οι αθρόες αγορές κρατικού χρέους από τις κεντρικές τράπεζες επί του παρόντος κρατούν στην «πρίζα» τη λειτουργία των επιχειρήσεων και των αγορών, τι θα συμβεί όμως όταν αυτή η πολιτική αλλάξει;
Οι υπερδανεισμένες χώρες θα βρεθούν ενώπιον της πραγματικότητας του να αντιμετωπίσουν το ύψος των δημοσιονομικών ελλειμμάτων τους και να βελτιώσουν τη σχέση χρέους/ΑΕΠ προειδοποιεί μελέτη του Διεθνούς νομισματικού Ταμείου. 
Την ίδια ώρα, η Christine Lagarde, επικεφαλής της ΕΚΤ, επισημαίνει την ανάγκη προσαρμογής των οικονομιών στα δεδομένα που έθεσε η κρίση της πανδημία με τον διαρθρωτικό μετασχηματισμό της παραγωγικής τους βάσης: περαιτέρω ψηφιοποίηση και «πράσινη» ανάπτυξη.

Το δεδομένο που τίθεται και από τις δύο πλευρές είναι η δραστική μείωση της απασχόλησης και η σημαντική ένταση των κοινωνικών ανισοτήτων.
Κεντρική υπόθεση: Οι οικονομικές συνέπειες της κρίσης της πανδημίας, θα «σκοτώσουν» εν τέλει την οικονομική ορθοδοξία που υιοθέτησε κυρίως από το τέλος της δεύτερης πετρελαϊκής κρίσης ο αναπτυγμένος κόσμος; Σίγουρα όχι!
Η περίφημη Συναίνεση της Ουάσινγκτον (Washington Consensus) ήταν το τέκνο της επανάστασης τον λεγόμενων των «Μοναχών του Mont Pelerin» με προεξάρχοντες τους Friedrich Hayek και Milton Friedman και κεντρική ιδέα ότι το δικαιότερο οικονομικό αποτέλεσμα παράγεται από την μη κατεξουσιαστική κατανομή των πόρων μέσα από την ελεύθερη λειτουργία της αγοράς. 
Ήτοι, η ελεύθερα λειτουργούσα αγορά (και όχι το κράτος) θα πρέπει να κατευθύνει την οικονομική δραστηριότητα: 
Με αυτό το δόγμα ανατράπηκαν διά παντός οι κεϋνσιανές πολιτικές που διαμόρφωσαν και χαρακτήρισαν τον μεταπολεμικό κόσμο.
Στο επίκεντρο των πολιτικών που ακολουθήθηκαν περιλαμβάνονται πολιτικές διασφάλισης της μακροοικονομικής σταθερότητας και η απρόσκοπτη κίνηση των κεφαλαίων στις εμπορευματικές συναλλαγές και τις επενδύσεις. 
Εν γένει προήχθη η ενίσχυση των δυνάμεων της αγοράς στο πλαίσιο των εγχώριων οικονομιών και η ενσωμάτωσή τους σε ένα ολοένα και πιο διεθνοποιημένο οικονομικό σύστημα (ολοκλήρωση).
Οι κεντρικές τράπεζες σε αυτό το πλαίσιο κατέστησαν ο θεματοφύλακας αυτών των πολιτικών διατηρώντας το «τιμόνι» της νομισματικής μακριά από τον πειρασμό των πληθωριστικών πιέσεων - σε αυτή την αρχή στηρίχθηκε η δέσμευση για τη διασφάλιση της αυτονομίας τους. 
Όλα αυτά, άραγε, αποτελούν παρελθόν;
Ο κόσμος γύρισε.. ανάποδα; Όχι βεβαίως!
Στις πρόσφατες συστάσεις του το ΔΝΤ, ένας διεθνής θεσμός που κυοφορήθηκε μεταπολεμικά στο Bretton Woods για να διασφαλίσει την παγκόσμια κυριαρχία των αρχών της ελεύθερης οικονομίας, υιοθέτησε δύο συστάσεις πολιτικής οι οποίες βρίσκονται ακριβώς στον αντίποδα των ανωτέρω ιδεών που βγήκαν νικηφόρες ως γνωστόν στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου το 1989. 
Πρώτον, σύστησε στις κυβερνήσεις των κρατών να καταρτίσουν εκτεταμένα προγράμματα δημοσίων επενδύσεων για τη δημιουργία νέων και τη συντήρηση των υφιστάμενων δημόσιων υποδομών και τη στήριξη των δημοσίων συστημάτων υγείας. 
Δεύτερον, πρότεινε την υιοθέτηση της προοδευτικής κλίμακας για τη φορολόγηση των πλουσίων οικογενειών και των πλέον κερδοφόρων εταιρειών προκειμένου να ανακουφιστούν τα δημόσια ταμεία από τη σημαντική απώλεια φορολογικών εσόδων εξαιτίας των lockdowns και της κρίσης της πανδημίας.
Ως προς το δεύτερο, παραβιάζεται η κυρίαρχη αρχή των trickle down economics σύμφωνα την οποία οι φοροαπαλλαγές στην κορυφή της εισοδηματικής πυραμίδας τείνουν να διαχέουν τον πλούτο στη βάση της ωφελώντας εν τέλει όσους βρίσκονται χαμηλά στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας. 

Επιστροφή στα βασικά
Πρώτον: Το ζήτημα του χρέους.

Σε report που αναρτήθηκε στο blog του ΔΝΤ (Public Investment for the Recovery, 14/10/2020, των Vitor Gaspar, Paulo Medas, John Ralyea, και Elif Ture) χαρτογραφούνται τα όρια της δημοσιονομικής επέκτασης ως απάντηση στις οικονομικές συνέπειες της κρίσης της πανδημίας. 
Επισημαίνεται ότι το ύψος των μέτρων τόνωσης της οικονομίας δεν έχει ιστορικό προηγούμενο: οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο έχουν λάβει δημοσιονομικά μέτρα συνολικού ύψους άνω των 12 τρισ. δολαρίων. 
Το υψηλό κόστος αυτών των εν λόγω μέτρων, ταυτόχρονα με την απότομη πτώση των φορολογικών εσόδων λόγω της ύφεσης, έχουν ωθήσει το δημόσιο χρέος σε υψηλό όλων των εποχών, σχεδόν στο 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Επισημαίνεται ότι η καταστροφή θέσεων εργασίας εξακολουθεί να πλήττει την απασχόληση, οι μικρές επιχειρήσεις αγωνίζονται να επιβιώσουν και 80-90 εκατομμύρια άνθρωποι ενδέχεται να περιέλθουν σε καθεστώς ακραίας φτώχειας το 2020.
Καθώς τα όρια πρόσβασης σε ρευστότητα μέσω δανεισμού ποικίλουν ανάλογα με το προφίλ χρέους κάθε χώρας, επισημαίνεται η αναγκαία επιστροφή στη λιτότητα: 
Ορισμένα κράτη θα πρέπει να κάνουν περισσότερα με λιγότερα, λαμβάνοντας υπόψη τους ολοένα και πιο στενούς δημοσιονομικούς περιορισμούς που εκ των πραγμάτων τίθενται.
Ξεκαθαρίζεται ότι το ύψος της δυνατότητας δημοσιονομικής επέκτασης σε κάθε χώρα ξεχωριστά τελεί σε συνάφεια από την πρόσβασή της στο δανεισμό από τις αγορές καθώς και από τα επίπεδα δημόσιου και ιδιωτικού χρέους όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί πριν από την κρίση.
Στην ανάλυση ξεκαθαρίζεται ότι δεν έχουν όλες οι χώρες τις ίδιες δυνατότητες.
Στις αναπτυγμένες οικονομίες και σε ορισμένες αναδυόμενες οικονομίες, οι αγορές κρατικών περιουσιακών στοιχείων από τις κεντρικές τράπεζες έχουν συμβάλει στη διατήρηση των επιτοκίων σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και διασφάλισαν συνθήκες ομαλότητας στην εξέλιξη του δημόσιου δανεισμού.
Σε αυτές τις οικονομίες, το ύψος των δημοσιονομικών μέτρων για την αντιμετώπιση της κρίσης της πανδημίας διαμορφώθηκε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Σε πολλές αναδυόμενες οικονομίες με υψηλό επίπεδο χρέους και σε οικονομίες χαμηλού εισοδήματος, ωστόσο, οι κυβερνήσεις έχουν περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο προκειμένου να αυξήσουν τα επίπεδα του δημόσιου δανεισμού. 

Οι σκληρές επιλογές

Το γεγονός αυτό περιορίζει την ικανότητά τους να αυξήσουν την υποστήριξη σε εκείνους που πλήττονται περισσότερο από την κρίση. 
Αυτές οι κυβερνήσεις βρίσκονται ενώπιον σκληρών επιλογών, σημειώνεται χαρακτηριστικά.
Υπογραμμίζεται ότι ο τρόπος κατανομής των πόρων της δημοσιονομικής επέκτασης θα πρέπει να στηρίζεται σε νέου τύπου ιεραρχήσεις σε γενικό επίπεδο και ειδικότερα θα πρέπει να ανακατανεμηθούν οι πόροι ανάμεσα σε κλάδους της οικονομίας κατά τη διάρκειας της ανάκαμψης.
Πίσω από τις γραμμές, η επιστροφή στον ενάρετο οικονομικό κύκλο θεωρείται μονόδρομος καθώς όπως επισημαίνεται οι αναδυόμενες οικονομίες και οι οικονομίες χαμηλού εισοδήματος που αντιμετωπίζουν σημαντικούς περιορισμούς όσον αφορά τη βιωσιμότητα του χρέους τους θα χρειαστεί να προσφέρουν περισσότερα με λιγότερα: 
Θα πρέπει να προχωρήσουν στην ανακατανομή των δημοσίων δαπανών και την ενίσχυση της αποτελεσματικότητάς τους. 
Επισημαίνεται η προειδοποίηση ότι μόλις τεθεί υπό έλεγχο η πανδημία, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να προωθήσουν την οικονομική ανάκαμψη αντιμετωπίζοντας τις συνέπειες της κρίσης - συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων και των υψηλών επιπέδων δημόσιου χρέους.
- Χώρες που διαθέτουν σημαντικό δημοσιονομικό χώρο και έχουν υποστεί σημαντικό πλήγμα από την κρίση, καταγράφοντας π.χ. η μεγάλη μακροχρόνια ανεργία, θα πρέπει να παρέχουν προσωρινά δημοσιονομικά μέτρα ανακούφισης και ταυτόχρονα να προγραμματίζουν μεσοπρόθεσμα την προσαρμογή τους στα νέα δεδομένα.
- Οι χώρες με υψηλά επίπεδα χρέους και μικρότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση από τις αγορές θα πρέπει επίσης να προσαρμοστούν μεσοπρόθεσμα, προσπαθώντας να διατηρήσουν το ύψος των δημοσίων επενδύσεων και των κοινωνικών μεταβιβάσεων σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος.
Καθώς οι οικονομίες αρχίζουν να ανακάμπτουν, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να απομακρυνθούν από το μοντέλο ανάπτυξης πριν από την κρίση και να επιταχύνουν τη μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα η οποία θα στηρίζεται ταυτόχρονα ολοένα και σε μεγαλύτερο βαθμό την ψηφιακή τεχνολογία. 
Στο εν λόγω report γίνεται λόγος για την λήψη μόνιμων μέτρων παροχής ρευστότητας μέσω του δανεισμού σε ευάλωτες οικονομίες με κακό προφίλ χρέους όπως η ελληνική. 
Η θέση αυτή είναι σε συνάφεια με τη πρόταση της Lagarde στις αρχές της εβδομάδας (19/10) για μονιμοποίηση ενός μηχανισμού κοινού δανεισμού στην Ευρωζώνη αλλά και στη θετική αποδοχή που έλαβαν οι εκδόσεις των λεγόμενων κοινωνικών ομολόγων του προγράμματος SURE.
Όποιος όμως γνωρίζει τις κεντρικές απόψεις των «ιέρακων» της ΕΚΤ και δη των Γερμανών – να θυμίσουμε τη δήλωση του Jens Weidmann (20/10) που αποκλείει οποιαδήποτε μόνιμου χαρακτήρα αμοιβαιοποίηση του χρέους στην Ευρωζώνη – αλλά και τις δυσκολίες να «περάσει» οποιαδήποτε πολιτική αυτού του είδους από την Bundestag καθώς έχουν συνταγματοποιηθεί στη Γερμανία οι κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας, αντιλαμβάνεται ότι οι δυνατότητες υπερχρεωμένων χωρών όπως η Ελλάδα για πρόσβαση σε «ζεστό» χρήμα είναι περιορισμένες.
Στο πλαίσιο αυτό η μέγγενη του χρέους θα περιορίσει σημαντικά τις δυνατότητες δημοσιονομικής επέκτασης για όποιον θέλει να είναι πραγματιστής.

Δεύτερον, αναδιάρθρωση της δομής του παραγωγικού μοντέλου

Τίποτε δεν θα είναι το ίδιο στην οικονομία μετά την πανδημία επισήμανε σε ομιλία της την προηγούμενη Κυριακή (18/10) η Christine Lagarde επικεφαλής της ΕΚΤ η οποία επισημαίνει τις διαρθρωτικές αλλαγές που πρέπει να λάβουν χώρα την επόμενη μέρα της κρίσης της πανδημίας.
Σημειώνει ότι επίσης να αναγνωρίσουμε τις μόνιμες αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στην οικονομική σφαίρα μετασχηματίζοντας τις δομές της οικονομικής δραστηριότητας με βάση τα δεδομένα που διαμόρφωσαν οι συνέπειες της κρίσης της πανδημίας.
Επισημαίνει τους λόγους για τους οποίους η κρίση αυτή είναι δεινότερη από την κρίση που ξεκίνησε στις ΗΠΑ το 2009 ανατρέχοντας στον τομέα των υπηρεσιών.
Συγκρίνει τα στοιχεία του πρώτου εξάμηνου του 2020 τις αντίστοιχες επιδόσεις έξι μήνες μετά τη συντριβή του Lehman. 
Από το τρίτο τρίμηνο του 2008 έως το πρώτο τρίμηνο του 2009, οι υπηρεσίες συνεισέφεραν -1,7% στην ύφεση στη ζώνη του ευρώ και η μεταποίηση συνέβαλε -2,8 % μονάδες. 
Εντούτοις, κατά το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους, η απώλεια ήταν -9,8% για τις υπηρεσίες και μόνο -3,2% για τη μεταποίηση. 
Επισημαίνει τις συνέπειες αυτού του στοιχείου στη διαμόρφωση των γενικότερων συνθηκών αφορά την απασχόληση, τη δυναμική της ανάκαμψης και τις επιπτώσεις της ύφεσης στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ.
Πρώτον, καθώς οι υπηρεσίες, εκπροσωπούν σχεδόν το 75% της απασχόλησης στις χώρες της ζώνης του ευρώ, τίθενται σε κίνδυνο εκατομμύρια θέσεις εργασίας.
Δεύτερον, σύμφωνα με τα στοιχεία, διαπιστώνει ότι η ανάκαμψη από την ύφεση που τροφοδοτείται από τον κλάδο των υπηρεσιών μπορεί να είναι πιο αργή από ό, τι από μια ύφεση στη ζήτηση διαρκών καταναλωτικών αγαθών καθώς η τελευταία δημιουργεί μακροπρόθεσμα μεγαλύτερη ζήτηση μέσω των αναβαλλόμενων αγορών. 
Πράγματι, η ζήτηση καταναλωτικών αγαθών στη ζώνη του ευρώ αμβλύνθηκε τους θερινούς μήνες, ύστερα από μια σύντομη ανάκαμψη τον Μάιο και τον Ιούνιο, επιβεβαιώνοντας την απουσία ευρείας εκτεταμένης καθαρής ζήτησης.
Τρίτον, μια ύφεση που βασίζεται στις υπηρεσίες - ειδικά εκείνη που προκαλείται από τα μέτρα κοινωνικής απόστασης - τείνει να αυξάνει την κοινωνική ανισότητα. 
Στο αποκορύφωμα της κρίσης, το 40% των εσόδων για τους φτωχότερους Ευρωπαίους προέρχονταν από τομείς που επηρεάστηκαν σημαντικά από την πανδημία, σε σύγκριση με το 16% για την κορυφή της εισοδηματικής κλίμακας. 
Σύμφωνα με μια εκτίμηση της ΕΚΤ, δύο μήνες lockdown που ακολουθούνται από έξι μήνες λειτουργίας της οικονομίας στο 80% του δυναμικού της θα μπορούσαν να διευρύνουν τον συντελεστή Gini (το βασικό εργαλεία μέτρησης των κοινωνικών ανισοτήτων) κατά σχεδόν 14% στην Ευρώπη. 
Και αυτό επαναφέρει το ζήτημα της έντασης της οικονομικής ανάκαμψης, καθώς τα νοικοκυριά με χαμηλότερο εισόδημα εν γένει καταναλώνουν περισσότερο.
Σε αυτό το πλαίσιο, σύμφωνα με την Lagarde, τόσο τα δημοσιονομικά μέτρα όσο και η νομισματική πολιτική πρέπει να διατηρηθούν στο σημερινό πλαίσιο για να αποφευχθεί το φαινόμενο της απότομης ύφεσης (ή το «φαινόμενο του γκρεμού»).
Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος σημαντικής συρρίκνωσης της απασχόλησης, απώλειας βιώσιμων επιχειρήσεων και μεγαλύτερης διεύρυνσης της ανισότητας. 
Σημειώνει ότι η ανάκαμψη στη ζώνη του ευρώ παραμένει αβέβαιη, ανομοιογενής και ατελής, ενώ μέτρα αντιμετώπισης του δεύτερου κύματος της πανδημίας αυξάνουν την αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Σε αυτό το πλαίσιο η επικεφαλής της ΕΚΤ επισημαίνει ότι προγράμματα αγοράς περιουσιακών στοιχείων (PEPP) και η ασκούμενη επιτοκιακή πολιτική παρέχουν ασφαλές έδαφος στις κυβερνήσεις.
Το σημαντικό πλήγμα της πανδημίας στον κλάδο των υπηρεσιών εξαιτίας της κατάρρευσης της ζήτησης δίνει το έναυσμα για διαρθρωτικές αλλαγές. 
Κεντρική συνιστώσα των αλλαγών θα είναι ότι η προϋπάρχουσα εξάπλωση της ψηφιοποίησης θα λάβει χώρα με τρόπο που να αναδιαμορφώνει μόνιμα τις οικονομίες και τις κοινωνίες.
Σχεδόν το 50% των Ευρωπαίων δηλώνουν ότι εργάστηκαν από το σπίτι κατά τη διάρκεια της πανδημίας και από αυτούς μόνο το 18% τάσσεται υπέρ της πλήρους επιστροφής στο γραφείο, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ. 
Ο όγκος του ηλεκτρονικού εμπορίου αυξήθηκε κατά σχεδόν το ένα πέμπτο όσον αφορά τον όγκο των πωλήσεων μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου.
Προκειμένου να αναπτυχθούν νέες και καινοτόμες εταιρείες, χρειάζονται μακροοικονομικές πολιτικές που να στηρίζουν τη ζήτηση, διότι όταν η αβεβαιότητα είναι πολύ υψηλή, μια στάση «αναμονής» εμποδίζει την επέκταση των πλέον παραγωγικών κλάδων και εταιρειών. 
Χρειάζονται επίσης μικροοικονομικές πολιτικές που ενθαρρύνουν την είσοδο και έξοδο των επιχειρήσεων από συγκεκριμένες δραστηριότητας και την ανακατανομή των πόρων σε ολόκληρο το φάσμα της οικονομικής δραστηριότητας. 
Αυτή είναι η κατεύθυνση προς την οποία πρέπει τελικά να κινηθεί η πολιτική: 
πρέπει να επικεντρωθεί όχι μόνο στην προστασία από μια διαρθρωτική κρίση αλλά και στον μετασχηματισμό της οικονομίας με στόχο τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και νέων πηγών παραγωγής κοινωνικού πλούτου, καταλήγει η Christine Lagarde. 

Συμπεράσματα 

Πρώτον, οι οικονομικές συνέπειες της κρίσης της πανδημίας σε καμία περίπτωση δεν φέρνουν μετασχηματισμό του οικονομικού μοντέλου και επιστροφή στις «παλιές καλές» κεϋνσιανές πολιτικές.
Όσοι αναμένουν «helicopter money» πλανώνται πλάνη οικράν.
Δεύτερον, οικονομίες με κακό προφίλ χρέους αλλά και αποτυχημένο παραγωγικό μοντέλο θα βρεθούν ενώπιον της καταστροφής χιλιάδων θέσεων εργασίας και της έντασης των κοινωνικών ανισοτήτων. 
Ταυτόχρονα ο δημόσιος τομέας θα αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα για την αντιμετώπιση τόσο της υγειονομικής κρίσης (για όσο η εξάπλωση της πανδημίας δεν τίθεται υπό έλεγχο) ενώ θα υπάρξει αδυναμία στη χρηματοδότηση των αναγκαίων κοινωνικών μεταβιβάσεων για τη στήριξη της συνοχής αλλά και στην υλοποίηση των απαραίτητων δημόσιων επενδύσεων. 

Δεληγιάννης Θοδωρής
δρ Πολιτικής Επικοινωνίας ΕΚΠΑ 

www.bankingnews.gr

bankingnews.gr

BREAKING NEWS