Ο «γρίφος» που καλείται να λύσει ο ΟΠΕΚ λίγο πριν την ολοκλήρωση της συμφωνίας για το πετρέλαιο

Ο «γρίφος» που καλείται να λύσει ο ΟΠΕΚ λίγο πριν την ολοκλήρωση της συμφωνίας για το πετρέλαιο
Οι εμπορικές εντάσεις ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και το Πεκίνο παραμένουν στο προσκήνιο
Καθώς πλησιάζουμε στον τελευταίο μήνα του τρέχοντος έτους, η συμφωνία που έχουν συνάψει οι χώρες του ΟΠΕΚ+ επανέρχεται σταδιακά στο προσκήνιο, με αφορμή τη συνεδρίαση των χωρών στις 5 και 6 Δεκεμβρίου στη Βιέννη.
Μέσω αυτής της συνάντησης, ο ΟΠΕΚ+ θα αποφασίσει εάν θα ολοκληρώσει τη σχετική συμφωνία τον Μάρτιο του 2020 ή εάν θα προχωρήσει σε νέα επέκτασή της μέχρι τον Ιούνιο.
Η συμμαχία των ΟΠΕΚ+ έχει θεσπιστεί εδώ και δύο χρόνια μεταξύ των χωρών του Οργανισμού Πετρελαιοπαραγωγών Κρατών (ΟΠΕΚ) και δέκα κρατών εκτός ΟΠΕΚ, επικεφαλής των οποίων είναι η Ρωσία.
Στόχος της συμμαχίας ήταν η δημιουργίας μίας συμφωνίας που θα περιορίζει την παραγωγή πετρελαίου των χωρών που συμμετέχουν σε αυτή, προκειμένου να μειωθεί η υψηλή μεταβλητότητα στις τιμές του πετρελαίου.
Παρά το γεγονός ότι η τελευταία συμφωνία, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις αρχές του τρέχοντος έτους, είχε διάρκεια έξι μήνες, τον Ιούνιο αποφασίστηκε η επέκτασή της μέχρι τον Μάρτιο του ερχόμενου έτους, καθώς οι χώρες του ΟΠΕΚ+ δήλωσαν ότι οι τιμές του πετρελαίου βρίσκονται υπό πίεση εξαιτίας των αυξανόμενων αποθεμάτων στις ΗΠΑ και της παγκόσμιας οικονομικής επιβράδυνσης.
Η σχετική επέκταση της συμφωνίας δεν προέβλεπε εμβάθυνση των περικοπών, οι οποίες ανέρχονται μέχρι στιγμής στα 1,2 εκατ. βαρέλια ημερησίως, καθώς οι χώρες θεωρούσαν ότι οι τρέχουσες περικοπές είναι αρκετές ώστε να διατηρήσουν τη σταθερότητα στην ενεργειακή αγορά.
Πέντε μήνες μετά, ο ΟΠΕΚ+ καλείται να αποφασίσει εάν θα συνεχίσει τις περικοπές στην παραγωγή, ή εάν θα ολοκληρώσει τη συμφωνία και οι χώρες θα ξεκινήσουν σταδιακά να επανέρχονται στα επίπεδα παραγωγής του 2018.
Εφόσον πραγματοποιήσει κανείς μία προκαταρκτική αξιολόγηση της συμφωνίας, θα διαπιστώσει ότι η αύξηση στις τιμές του πετρελαίου κατά τη διάρκεια του έτους δεν ανταποκρίθηκε πλήρως στις προσδοκίες του ΟΠΕΚ+.
Η τιμή του πετρελαίου τύπου Brent βρισκόταν στις αρχές του έτους λίγο πιο πάνω από τα 61 δολάρια ανά βαρέλι, επίπεδο στο οποίο παραμένει και σήμερα, δέκα μήνες αργότερα, έχοντας ωστόσο καταγράψει σημαντικές διακυμάνσεις το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα.
Από τον Ιανουάριο μέχρι τον Απρίλιο η τιμή του πετρελαίου βρισκόταν σε ανοδική τροχιά, αγγίζοντας ακόμα και τα 74 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ μετά τον Μάιο ξεκίνησε μία σταδιακή πτώση, η οποία κορυφώθηκε τον Αύγουστο, όταν η τιμή διαμορφώθηκε στα 56 δολάρια.
Αντίστοιχα, η τιμή του αμερικανικού αργού (WTI) βρισκόταν στα 52,5 δολάρια ανά βαρέλι στις αρχές Ιανουαρίου, αγγίζοντας τα 66 δολάρια τον περασμένο Απρίλιο.
Η τιμή του WTI τον Αύγουστο διαμορφώθηκε στα 51 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ αυτή τη στιγμή βρίσκεται πάνω από τα 57 δολάρια.
Αναλογικά με τον πορεία του Brent, η τιμή του αμερικανικού αργού είναι υψηλότερη σε σχέση με τον Ιανουάριο, αλλά παραμένει αρκετά χαμηλότερα συγκριτικά με τα 75 δολάρια στα οποία βρισκόταν τον Οκτώβριο του 2018.
Ένας από τους κύριους παράγοντες που έφεραν την υψηλή μεταβλητότητα στις τιμές του πετρελαίου ήταν η κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, μέσω της επιβολής δασμών στις εισαγωγές προϊόντων και της μετέπειτα στασιμότητας που σημειώθηκε στις διαπραγματεύσεις των δύο χωρών.
Παρά το γεγονός ότι ο γενικός γραμματέας του ΟΠΕΚ, Mohammed Barkindo, παραμένει αισιόδοξος για την επίτευξη ισορροπίας στην αγορά ενέργειας, η αδυναμία επίλυσης των εμπορικών εντάσεων είναι ένα ζήτημα που εξακολουθεί να τον προβληματίζει, όπως ανέφερε και ο ίδιος στο CNBC.
«Μας προβληματίζει η μακροχρόνια εμπορική διαμάχη», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Barkindo, διευκρινίζοντας ότι η παγκόσμια ανάπτυξη της τελευταίας δεκαετίας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο διεθνές εμπόριο.
«Οποιαδήποτε μέτρα επηρεάζουν ή περιορίζουν το εμπόριο είναι πιθανό να έχουν επίδραση στην ανάπτυξη και κατ’ επέκταση στην ενεργειακή ζήτηση», επεσήμανε ο γενικός γραμματέας του ΟΠΕΚ, για να τονίζει εν συνεχεία ότι «αυτή τη στιγμή, εκτός από τις ΗΠΑ, η Κίνα και η Ινδία παραμένουν τα σημαντικότερα σημεία από θέμα ενεργειακής ζήτησης, οπότε μπορεί να φανταστεί κανείς τις ανησυχίες μας για τις διαπραγματεύσεις».
Η Κίνα αποτελεί τον μεγαλύτερο εισαγωγέα πετρελαίου παγκοσμίως, αντιπροσωπεύοντας το 18,6% των συνολικών εισαγωγών το 2017, ενώ σύμφωνα με εκτιμήσεις της συμβουλευτικής εταιρείας Wood Mackenzie, η Ινδία αναμένεται μέχρι το 2024 να έχει ξεπεράσει τη γειτονική της χώρας.
Ωστόσο, εάν ο εμπορικός πόλεμος συνεχιστεί, και η ανάπτυξη της Κίνας αρχίσει να επηρεάζεται σημαντικά, αυτή η εξέλιξη θα έχει πιθανές επιδράσεις και στις υπόλοιπες χώρες της Ασίας, περιορίζοντας σταδιακά τις εισαγωγές πετρελαίου από τον ΟΠΕΚ.
Αναφορικά με την πορεία των οικονομιών στις ασιατικές χώρες για τους επόμενους μήνες, ο κ. Barkindo τόνισε ότι «παραμένουμε επιφυλακτικά αισιόδοξοι ότι θα μπορέσουν να ξεπεράσουν ορισμένες από τις δυσκολίες, υπό την προϋπόθεση ότι τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Κίνα επιθυμούν να επιλύσουν αυτά τα ζητήματα».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο υπουργός Ενέργειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και πρώην πρόεδρος του ΟΠΕΚ, Suhail Al Mazrouei, ο οποίος ανέφερε ότι ο εμπορικές πόλεμος, μαζί με την αύξηση της παραγωγής αμερικανικού πετρελαίου αποτελούν τις βασικότερες ανησυχίες του Οργανισμού.
«Νομίζω πως πρόκειται για ένα θεμελιώδες στοιχείο, το οποίο δεν επηρεάζει μόνο εμάς, αλλά επηρεάζει ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία», δήλωσε ο πρώην πρόεδρος του ΟΠΕΚ, εκτιμώντας ωστόσο ότι δεν θα υπάρξει περαιτέρω κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου.
«Πρόκειται για διαπραγματευτικές τακτικές, οι οποίες θα ολοκληρωθούν με επίλυση της διαμάχης, είτε αυτό το έτος είτε το επόμενο», επεσήμανε ο κ. Al Mazrouei.
Από την πλευρά του, ο υπουργός Ενέργειας της Ρωσίας, Alexander Novak, δήλωσε ότι είναι ακόμα νωρίς ώστε να συζητήσει ο ΟΠΕΚ+ μία επέκταση της συμφωνίας.
«Είχαμε αναφέρει αρχικά ότι η συμφωνία θα βρίσκεται σε ισχύ μέχρι την 1η Απριλίου», ανέφερε ο κ. Novak, προσθέτοντας ότι «θα παρακολουθήσουμε την κατάσταση».
Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο επέκτασης της συμφωνίας μέχρι τον Ιούνιο του 2020, ο Ρώσος αξιωματούχος ανέφερε ότι «κατά τη γνώμη μου είναι νωρίς αυτή τη στιγμή».
Καθώς οι εμπορικές εντάσεις της Ουάσιγκτον και του Πεκίνου παραμένουν στο προσκήνιο, ασκώντας άμεση επίδραση στις αγορές,  το πιο πιθανό σενάριο είναι ότι οι χώρες του ΟΠΕΚ+ θα περιμένουν μέχρι τις αρχές του επόμενου έτους προκειμένου να αποφασίσουν για το μέλλον της συμφωνίας.
Ένας από τους κύριους λόγους είναι ότι ακόμα και εάν ανακοινώσουν τρίμηνη επέκταση της συμφωνίας μετά τη συνεδρίαση του Δεκεμβρίου, η επίδραση στις αγορές θα είναι περιορισμένη.
Με τη 15η Δεκεμβρίου να αποτελεί καθοριστική ημερομηνία για τις εμπορικές διαπραγματεύσεις, καθώς εκείνη την ημέρα είναι προγραμματισμένη η αύξηση των δασμών της Ουάσιγκτον στις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων, οι ΟΠΕΚ+ θα πρέπει να περιμένουν το νέο έτος προκειμένου να αξιολογήσουν καλύτερα την κατάσταση που επικρατεί στην αγορά ενέργειας.

Μενέλαος Μπέλλος
www.bankingnews.gr


Μενέλαος Μπέλλος

BREAKING NEWS