Τελευταία Νέα
Οικονομία

Γραφείο Προϋπολογισμού Βουλής: Θετικό βήμα η αξιολόγηση - Δημιουργεί ευκαιρίες αλλά και μεγάλους κινδύνους

tags :
Γραφείο Προϋπολογισμού Βουλής: Θετικό βήμα η αξιολόγηση - Δημιουργεί ευκαιρίες αλλά και μεγάλους κινδύνους
Παραμένει απαγορευτική η έξοδος στις αγορές
Με το μελάνι της συμφωνίας κυβέρνησης δανειστών να μην έχει ακόμα στεγνώσει και το Μέγαρο Μαξίμου εμφανίζεται ικανοποιημένο από τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων και την προοπτική της ελληνικής οικονομίας η Τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της βουλής έρχεται να καταρρίψει το αφήγημα του success story.

Στην τριμηνιαία έκθεση της ποίας το πλήρες κείμενο ακολουθεί τα βασικά συμπεράσματα είναι :

-Η οικονομική κατάσταση είναι απογοητευτική σε σχέση με τις προσδοκίες.
-Η ιδιωτική κατανάλωση και το λιανεμπόριο δέχθηκε πιέσεις
-Η κατάσταση στις επενδύσεις είναι συγκεχυμένη
-Οι εξαγωγές είναι στάσιμες
-Οι τραπεζικές καταθέσεις νοικοκυριών υποχώρησαν ενώ αυξήθηκαν τα κόκκινα δάνεια   
-Αν η επιβράδυνση επιβεβαιωθεί τότε θα τεθούν σε αμφισβήτηση οι προβλέψεις για τα φορολογικά έσοδα και τα πλεονάσματα
-Οι ληξιπρόθεσμε οφειλές αυξήθηκαν στα 5 δις
-Αυξήθηκαν και οι οφειλές των ιδιωτών προ το δημόσιο
-Παραμένει απαγορευτική η έξοδος στις αγορές.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση:

Ως ένα θετικό πρώτο βήμα για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην οικονομία, την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και την μελλοντική έξοδο της χώρας στις αγορές, κρίνει το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής την προκαταρκτική συμφωνία που επετεύχθη μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των θεσμών, αλλά η οικονομική κατάσταση το πρώτο τρίμηνο του 2017 παραμένει απογοητευτική σε σχέση με τις προσδοκίες.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου, το πρώτο τρίμηνο του 2017 η οικονομία της χώρας δεν επέστρεψε σε στέρεη ανάκαμψη, παρά τις προσδοκίες που είχαν διατυπωθεί επίσημα.
Παραμένει σε μια ασταθή κατάσταση που απειλεί να μετατραπεί σε νέα ύφεση.
Μας προειδοποίησε για αυτό το ενδεχόμενο η οικονομική στασιμότητα που καταγράφθηκε το 2016 (0,0% σε πραγματικούς όρους) και ιδιαίτερα η πτώση του ΑΕΠ κατά 1,1% (ΕΛΣΤΑΤ) το τέταρτο τρίμηνο του 2016 (ετήσια βάση, έτος αναφοράς 2010 με εποχική και ημερολογιακή διόρθωση), κυρίως λόγω της μεγάλης πτώσης του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου (-13,8%).
Η αρνητική τάση που δημιουργήθηκε το τελευταίο τρίμηνο της προηγούμενης χρονιάς μεταφέρθηκε στο πρώτο τρίμηνο του 2017 (carry-over effect).
Περισσότερο μας ανησυχεί ότι από την έναρξη εφαρμογής των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής η ελληνική οικονομία εμφανίζει χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με τους στόχους που έχουν τεθεί.
Το πρώτο τρίμηνο του 2017 (και το αμέσως προηγούμενο), συμπτώματα οικονομικής αναιμίας εμφανίζονται τόσο στη σφαίρα της παραγωγής, όσο και στη σφαίρα της ρευστότητας.



Οι εξελίξεις αυτές έρχονται σε αντίθεση με τις προσδοκίες που επενδύθηκαν στο τρέχον Μνημόνιο και επομένως μπορεί να οδηγήσουν σε ολική ανατροπή των δεδομένων του με απρόβλεπτες συνέπειες.
Σύμφωνα με όσες προβλέψεις αποτολμούνται σήμερα, φαίνεται πλέον απίθανη η ανάπτυξη 2,7% που πρόβλεπε ο Προϋπολογισμός για το 2017,11 γιατί δεν εκπληρώθηκαν οι προϋποθέσεις του για ένα υψηλό ρυθμό μεγέθυνσης.
Αν η επιβράδυνση επιβεβαιωθεί, θα αμφισβητηθούν και οι λοιπές προβλέψεις του προϋπολογισμού για φορολογικά έσοδα και πρωτογενή πλεονάσματα.
Έχουμε ενδείξεις ότι η χώρα κινδυνεύει να παγιδευτεί σε στασιμότητα διαρκείας καθώς κινείται γύρω από μηδενικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, εφόσον δεν αλλάζει το παραγωγικό πρότυπο.
Η οικονομία βρίσκεται συνεπώς σε ασταθή ισορροπία.
Πιο συγκεκριμένα, την τελευταία τριετία διαπιστώνουμε οριακή θετική μεταβολή του ΑΕΠ τον πρώτο ενάμιση χρόνο και οριακή αρνητική μεταβολή τον δεύτερο γύρω από το μηδέν και με μεγαλύτερη μεταβλητότητα.
Ενδεικτικό για τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές είναι ότι το ΔΝΤ αναθεώρησε προς τα κάτω τι προβλέψεις του για ανάπτυξη.
Ας σημειωθεί ότι σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου και αν δεν εφαρμοσθούν έγκαιρα μέτρα για την ενίσχυση της ανάπτυξης, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ θα επιβραδυνθεί κατά το ΔΝΤ, το 2022, σε 1%.
Αποτέλεσμα των μέχρι σήμερα εξελίξεων ήταν ότι παραμένει απαγορευτική η έξοδος της Ελλάδας στις αγορές, καθώς η μέση μηνιαία απόδοση από το δεκαετές ομόλογο του ελληνικού δημοσίου, βάσει στοιχείων της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά τους τρεις πρώτους μήνες του 2017 διαμορφώθηκε εκ νέου πάνω από 7%, μετά την υποχώρηση (για πρώτη φορά από το 2014) κάτω από το 7% (6,94%) τον Δεκέμβριο του 2016, όταν ακολουθούσε σταθερή πορεία αποκλιμάκωσης ήδη από το Σεπτέμβριο του

Υπήρξαν πάντως και θετικές εξελίξεις

Για παράδειγμα, τέλη Μαρτίου το ΕΣΠΑ 2007-2013 απορροφήθηκε πλήρως16 και λόγω των διευκολύνσεων που ενέκρινε η Επιτροπή το 2015 μηδενίζοντας την εθνική συμμετοχή, οι ξένοι επιστρέφουν στην κτηματαγορά, ενώ ορισμένες επενδύσεις που σχετίζονται με τις αποκρατικοποιήσεις προχωρούν (Fraport).
Επίσης, υπήρξε βελτίωση του δείκτη ανταγωνιστικότητας του τουρισμού καθώς η χώρα κατατάσσεται εφέτος στην 24η θέση από την 31η θέση,17 ενώ διαφαίνονται εξαιρετικά θετικές προοπτικές για τον τουρισμό το τρέχον έτος, μολονότι το 2016 οι εισπράξεις κατέγραψαν μείωση κατά 6,4% κ.α.

Αποδίδει η λιτότητα;

Στην πολύπλοκη κατάσταση που βρισκόμαστε ανακύπτει διαρκώς το γενικότερο ερώτημα αν η λιτότητα, η οποία συνιστά μια πτυχή του τωρινού και των προηγούμενων προγραμμάτων προσαρμογής, συμβάλλει στην επιστροφή σε τροχιά ανάπτυξης.
Αρχικά, στο πρώτο πρόγραμμα επιχειρήθηκε κυρίως μέσω της μείωσης των μισθών και των συντάξεων.
Στη συνέχεια στο δεύτερο και τρίτο μνημόνιο πήρε κυρίως τη μορφή της φορολογικής επιβάρυνσης (φοροκεντρική λιτότητα).
Στο πρόσφατο Eurogroup της Μάλτας υπήρξε συμφωνία αφενός για επέκταση της λιτότητας μέχρι το 2020 μέσω αύξησης φόρων και περικοπής συντάξεων και αφετέρου για αντισταθμιστικά μέτρα, εφόσον επιτευχθούν οι στόχοι του προγράμματος.

Δημοσιονομικές εξελίξεις

Τα δημοσιονομικά αποτελέσματα του 2016 ξεπέρασαν τις προβλέψεις πολλών (συμπεριλαμβανομένου του ΔΝΤ).
Πράγματι, η ΕΛΣΤΑΤ ανακοίνωσε τελικά πρωτογενές πλεόνασμα 3,9% του ΑΕΠ20 (το οποίο σε όρους Προγράμματος ανήλθε σε 4,2%21 έναντι στόχου 0,5% του ΑΕΠ) και μάλιστα παρά τη διανομή του έκτακτου επιδόματος στους χαμηλοσυνταξιούχους που θα πρόσθετε 0,35% και θα το ανέβαζε πάνω από το 4% του ΑΕΠ!
Επίσης, η ελληνική οικονομία το 2016 κατέγραψε για πρώτη φορά συνολικό (ή δευτερογενές) πλεόνασμα σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης 0,7% του ΑΕΠ, δηλαδή για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες τα έσοδα του κράτους υπερκάλυψαν τις δαπάνες (συμπεριλαμβανομένων των τόκων), εξέλιξη που αποτελεί την πέμπτη καλύτερη επίδοση στην ΕΕ -28.23
Η επίδοση αυτή οφείλεται στην αύξηση των φόρων και στη μείωση συντάξεων το 2016, καθώς και στην επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών που μαζί με άλλα μέτρα κατέληξαν σε μείωση της φοροδιαφυγής.
Βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα οι πιέσεις προς τον προϋπολογισμό θα αυξηθούν αν δεν επιστρέψει η χώρα σε στέρεη ανάπτυξη και δεν μειωθεί η ανεργία που μειώνει τις συνεισφορές στην κοινωνική ασφάλιση.
Σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου πρόσθετες πιέσεις θα προέλθουν από τη δραματική γήρανση του πληθυσμού.
Ανοιχτά παραμένουν τα διαρθρωτικά προβλήματα τόσο από πλευράς δαπανών όσο και από πλευράς φόρων.
Αναγνωρίζουμε ότι εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν, αλλά δεν πρέπει να παρακάμπτουμε κρίσιμα δεδομένα.
Στην πλευρά των δαπανών είναι κυρίως αφενός μεν η διαπλοκή και η διαφθορά που ακόμα προκαλούν υψηλό κόστος σε υποδομές και προμήθειες και αφετέρου η προβληματική κατανομή των κοινωνικών δαπανών.
Δεν έχουν εξαντληθεί οι δυνατότητες συγκράτησης ή και μείωσης των κρατικών δαπανών.
Αυτό αναμένουμε να δείξει η επανεξέτασή τους (spending review) την οποία έχει ήδη δρομολογήσει το υπουργείο οικονομικών με ευθύνη του κ. Χουλιαράκη.



Οι καθυστερήσεις σε αξιολόγηση και μεταρρυθμίσεις επέτειναν την αβεβαιότητα που είναι «δηλητήριο» για την οικονομία.
Σε συνθήκες αβεβαιότητας οι καταναλωτές συμπεριφέρονται διστακτικά, οι επιχειρηματίες αναβάλλουν αποφάσεις (μολονότι μερικοί ευτυχώς τολμούν) ενώ άλλοι αναζητούν διέξοδο στην παραοικονομία ή στη μετανάστευση.
Η απαισιοδοξία διαχέεται σε ολόκληρη την κοινωνία.
Η εξέλιξη αυτή τροφοδοτεί και την έλλειψη εμπιστοσύνης στο «πολιτικό σύστημα» που ήταν ήδη σε προηγούμενες κυβερνήσεις χαμηλή.
Οι συνέπειες των καθυστερήσεων δεν είναι μόνον «ατμοσφαιρικές», αλλά σε πολλές περιπτώσεις άμεσες και απτές.
Η καθυστέρηση στην αντιμετώπιση του προβλήματος της ΔΕΗ, περιέπλεξε τα προβλήματα δομής και λειτουργίας της αγοράς ενέργειας.
Οι λύσεις που τώρα συζητούνται είναι χειρότερες από εκείνες που ήταν δυνατές αν οι παρεμβάσεις είχαν γίνει έγκαιρα. Γενικά φαίνεται ότι οι καθυστερήσεις λειτούργησαν ως ανασχετικός παράγοντας της ανάκαμψης.

Υπάρχει ελπίδα;

Η τεχνική προκαταρκτική συμφωνία της 1ης Μαΐου και η ασταθής ισορροπία ευκαιριών και κινδύνων.
Παρά ταύτα, παρά δηλαδή τις καθυστερήσεις και την απώλεια χρόνου και τα νέα οικονομικά σύννεφα στον διεθνή περίγυρο, εκτιμούμε στο ΓΠΚΒ ότι υπό όρους υπάρχει ελπίδα να γυρίσει η χώρα σελίδα.
Μόλις επιτευχθεί τεχνική συμφωνία (staff level agreement), η Ευρωομάδα «θα εξετάσει το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό μονοπάτι μετά το τέλος του προγράμματος και τη βιωσιμότητα του χρέους, στηριζόμενη στη συμφωνία του Μαΐου 2016.
Ως προς την ελάφρυνση του χρέους, διαπιστώνουμε ότι η οριστική διευθέτησή του μετατοπίσθηκε χρονικά, μαζί με τα υπόλοιπα μέτρα.
Μολονότι είναι πιθανόν ότι ήδη οι θεσμοί εξετάζουν παράλληλα τα «μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης» που είχαν αποφασισθεί τον Μάϊο 201644 και αναζητούν τρόπους γεφύρωσης των διαφορών Βερολίνου και ΔΝΤ, η ελληνική κυβέρνηση εξακολουθεί να εξαρτά τις τελικές αποφάσεις της από περαιτέρω μέτρα για το χρέος.
«Δεν υπάρχει εφαρμογή χωρίς μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, ικανά να μας εντάξουν στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης».
Με άλλα λόγια, πρέπει μέχρι τις 22 Μαΐου, το αργότερο, να έχουν κλείσει όλα τα θέματα.
Επίσης, η συμφωνία για την δεύτερη αξιολόγηση θα ανοίξει τον δρόμο ώστε να αξιοποιηθούν τα χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΕ και άλλων θεσμών.
Π.χ. μέσω του νέου ΕΣΠΑ αναμένεται να αντληθούν μέχρι το 2020 € 8,4 δισ. μόνον για έργα υποδομής– αν βέβαια απορροφηθούν αποτελεσματικά τα σχετικά κονδύλια.
 Η ώθηση στην οικονομία θα μπορούσε να είναι μεγα-λύτερη αν αξιοποιηθούν οι δυνατότητες των ΣΔΙΤ, θεσμοί όπως οι παραχωρήσεις και το εν-διαφέρον του κατασκευαστικού κλάδου για έργα υποδομής.
Αν η αξιολόγηση ολοκληρωθεί και η πολιτική προσαρμογής συνεχισθεί, θα γίνει εκταμίευση € 7 δισ. της δανειακής σύμβασης μέρος των οποίων θα κατευθυνθεί στην αποπληρωμή των οφειλών του Δημοσίου στους προμηθευτές του και, επομένως, στην τόνωση της οικονομίας, ενώ θα γίνει δυνατή η συμμετοχή στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ εντός του 2017 που θα βελτιώσει τη ρευστότητα των τραπεζών και τις δυνατότητές τους να χρηματοδοτούν την οικονομία και θα έχει πιθανότητες ένα δάνειο από την Παγκόσμια Τράπεζα για τη χρηματοδότηση συγκεκριμένων δράσεων π.χ. επαγγελματικής κατάρτισης, αλλά όχι όπως άφηναν πολλοί να εννοηθεί για τη γενική διεύρυνση της δημόσιας απασχόλησης.
Και, αν τελικά το ΔΝΤ παραμείνει στο πρόγραμμα, θα καταστεί ευκολότερη η πρόσβαση στις διεθνείς αγορές για τη (μερική αρχικά) αναχρηματοδότηση του χρέους και το 2018 θα καταστεί δυνατό το άνοιγμα προληπτικής πιστωτικής γραμμής από τον ΕΜΣ όπως ακριβώς συνέβη με τις άλλες χώρες (Πορτογαλία, Ισπανία).
Η χώρα θα βρεθεί μεν σε τροχιά εξόδου από την αυστηρή εποπτεία των Μνημονίων, θα παραμείνει όμως στη συνήθη «αμοιβαία εποπτεία» που προβλέπεται στις συνθήκες (ΕΕ, ΕΜΣ).



www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης