Στουρνάρας (ΤτΕ): Η Ελλάδα θα επιτύχει υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης μόνο εάν προωθήσει τις επενδύσεις και επιλύσει τα NPLs

Στουρνάρας (ΤτΕ): Η Ελλάδα θα επιτύχει υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης μόνο εάν προωθήσει τις επενδύσεις και επιλύσει τα NPLs
Η επιτάχυνση της μείωσης των NPLs μέσω της υιοθέτησης μιας πραγματικά συστημικής λύσης θα βελτιώσει τις συνθήκες χρηματοδότησης για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά
Αισιόδοξος εμφανίζεται για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, ο Γ. Στουρνάρας, διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, μιλώντας σε εκδήλωση στο Stavros Niarchos Foundation.
Σύμφωνα με τον ίδιο, παρά τις καθυστερήσεις στην εφαρμογή των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων, η Ελλάδα σημείωσε αξιοσημείωτη πρόοδο από την έναρξη της κρίσης το 2010.
Η εφαρμογή προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής έχει εξαλείψει πολλές μακροοικονομικές ανισορροπίες.
Η οικονομία ανακάμπτει και έχει αρχίσει να εξισορροπείται προς τους εμπορεύσιμους, εξαγωγικούς τομείς.
Η Τράπεζα της Ελλάδος αναμένει ότι η οικονομική δραστηριότητα θα παραμείνει σε μια θετική αναπτυξιακή τροχιά και θα αυξηθεί κατά 1,9% το 2019 (δηλαδή κατά 2,3% σε ετήσια βάση το δεύτερο εξάμηνο του 2019) και πάνω από 2% το 2020.
Η ανάκαμψη μετά από μια μακρά ύφεση προβλέπεται να αντισταθμίσει την αρνητική επίδραση της παγκόσμιας επιβράδυνσης.
Εντούτοις, παραμένουν σημαντικές προκλήσεις και κληροδοτήματα που συνδέονται με την κρίση (π.χ. υψηλό δείκτη δημόσιου χρέους, υψηλό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων και υψηλή μακροχρόνια ανεργία), ενώ η διαρροή εγκεφάλων και οι ελλιπείς επενδύσεις επηρεάζουν το μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό δυναμικό.
Προκειμένου να περιοριστούν οι μελλοντικοί κίνδυνοι και να αντιμετωπιστούν οι εναπομένουσες προκλήσεις, η κυβέρνηση θα πρέπει να εφαρμόσει το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων το συντομότερο δυνατό.
Επιπλέον, η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων αποτελεί υποχρέωση στην οποία η Ελλάδα δεσμεύεται στο πλαίσιο της ενισχυμένης επιτήρησης, καθώς και προϋπόθεση για την ενεργοποίηση των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους.
Η αυξημένη αξιοπιστία της πολιτικής μέσω της εφαρμογής μεταρρυθμίσεων, η επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και η απεμπλοκή ήδη εγκεκριμένων επενδυτικών σχεδίων θα αυξήσουν την εμπιστοσύνη της αγοράς στις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.
Η επιτάχυνση της μείωσης των NPLs μέσω της υιοθέτησης μιας πραγματικά συστημικής λύσης θα βελτιώσει τις συνθήκες χρηματοδότησης για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά καθώς και την εμπιστοσύνη της αγοράς και θα επιταχύνει τις επενδύσεις και την αύξηση του ΑΕΠ.
Οι συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί θα διευκολύνουν την ανάκτηση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου σε επίπεδο επενδυτικού βαθμού, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την ένταξη ελληνικών ομολόγων στο πρόσφατα ενισχυμένο πρόγραμμα αγοράς ιδίων κεφαλαίων της ΕΚΤ.
Αυτό, με τη σειρά του, θα μειώσει περαιτέρω το κόστος δανεισμού για την ελληνική οικονομία, ενισχύοντας έτσι την ανάπτυξη και βελτιώνοντας τη βιωσιμότητα του χρέους.
Σε ένα τόσο θετικό σενάριο, οι ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ θα είναι υψηλότεροι από τους προβλεπόμενους σήμερα, πάνω από 3%, θα μπορούσαν να επιτευχθούν μέσω αυξημένων επενδύσεων.
Είμαι αισιόδοξος ότι η Ελλάδα, παρά τις περιστασιακές αποτυχίες και την απόσυρση αρκετών επιτευγμάτων και έχοντας επιζήσει από μια οξεία και μακρά οικονομική κρίση για άλλη μια φορά στην ιστορία της και σε αντίθεση με σχεδόν όλες τις απαισιόδοξες προβλέψεις, έχει τώρα μια μεγάλη ευκαιρία να κλείσει το κενό θεσμικής, επενδυτικής και διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας.
Η αισιοδοξία μου δεν βασίζεται μόνο σε τεχνοκρατικά επιχειρήματα, αλλά και σε ιστορικά, κατέληξε ο Στουρνάρας.

Προοπτικές για την ελληνική οικονομία

Μετά τη στασιμότητα του 2015-2016, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ επέστρεψε σε θετικό έδαφος το 2017 (1,5%) και σημείωσε άνοδο έως 1,9% το 2018.
Τα πρόσφατα στοιχεία του πραγματικού ΑΕΠ δείχνουν συνεχή επέκταση κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2019 (1,9% y-o-y).
Χάρη στις βελτιωμένες οικονομικές συνθήκες και στις μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν από το 2010, το ποσοστό ανεργίας, αν και εξακολουθεί να είναι υψηλό, υποχώρησε στο 16,9% το β τρίμηνο του 2019 από 27,8% στο τέλος του 2013.
Η οικονομική δραστηριότητα θα παραμείνει σε θετική πορεία ανάπτυξης, αυξάνοντας κατά 1,9% το 2019 (δηλαδή κατά 2,3% σε ετήσια βάση το δεύτερο εξάμηνο του 2019) και πάνω από 2% το 2020.
Οι προοπτικές υπόκεινται σε κινδύνους, που σχετίζονται τόσο με το εξωτερικό όσο και με το εσωτερικό περιβάλλον.
Η παγκόσμια οικονομική επιβράδυνση και η επιβράδυνση του εμπορίου λόγω του επικείμενου εμπορικού πολέμου θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ανάπτυξη των εξαγωγών πιο έντονα, ενώ το Brexit, οι γεωπολιτικές εντάσεις και η πρόσφατη αύξηση των τιμών του πετρελαίου αποτελούν περαιτέρω σημαντικούς κινδύνους.
Μια ενδεχόμενη απότομη διόρθωση των παγκόσμιων κεφαλαιακών και χρηματοπιστωτικών αγορών θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος και να μειώσει τη δυνατότητα χρηματοδότησης, ιδίως για τον ιδιωτικό τομέα.
Υπάρχουν επίσης κίνδυνοι στο δημοσιονομικό μέτωπο, που συνδέονται με τις συνεχιζόμενες δικαστικές αποφάσεις για περικοπές των συντάξεων, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη βιωσιμότητα του χρέους.
Επιπλέον, η επιδείνωση της κρίσης των προσφύγων θα μπορούσε να βλάψει τον τουρισμό και το εμπόριο.
Ωστόσο, υπάρχουν και εγχώριες ευκαιρίες που σχετίζονται με την ταχεία εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα και τη μείωση (τόσο άμεσων όσο και έμμεσων) των πρωτογενών δημοσιονομικών στόχων.
Το γεγονός ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να παραμένει πίσω από τους ανταγωνιστές της σε όλους σχεδόν τους δείκτες διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας αποτελεί μια τεράστια ευκαιρία για μια γρήγορη κάλυψη που πρέπει να αξιοποιηθεί.

Μελλοντικές προκλήσεις

Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί μέχρι στιγμής, παραμένουν σημαντικές προκλήσεις και κληροδοτήματα που συνδέονται με την κρίση.

Α) Μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προκλήσεις
Οι κύριες μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προκλήσεις είναι οι εξής:
• Το υψηλό δημόσιο χρέος (του οποίου η βιωσιμότητα βελτιώθηκε σημαντικά μεσοπρόθεσμα) δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς την ικανότητα της Ελλάδας να εξυπηρετεί μακροπρόθεσμα το χρέος της, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού τόσο για το κράτος όσο και τον ιδιωτικό τομέα, και παρεμποδίζοντας τις προοπτικές ανάπτυξης.
• Το αρνητικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας και η μεγάλη αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση.
• Το υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας, το οποίο δημιουργεί ανισότητες που απειλούν την κοινωνική συνοχή και αυξάνει τον κίνδυνο διάβρωσης του ανθρώπινου κεφαλαίου.
• Η προβλεπόμενη δημογραφική πτώση (λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της μετανάστευσης προς τα έξω), η οποία ασκεί πτωτική πίεση στη δυνητική ανάπτυξη και θέτει σε κίνδυνο τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος.
• Ο αργός ψηφιακός μετασχηματισμός της οικονομίας.
Με βάση τον Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα για το έτος 2019 κατατάσσεται στη 26η θέση μεταξύ των 28 χωρών της ΕΕ, γεγονός που συνεπάγεται υψηλό κίνδυνο τεχνολογικής υστέρησης και ψηφιακού αναλφαβητισμού.
• Η πολυετής ύφεση έχει αφήσει ένα επενδυτικό κενό και κινδυνεύει να βλάψει μόνιμα την παραγωγική ικανότητα της ελληνικής οικονομίας.
Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου (σε τρέχουσες τιμές) μειώθηκε από 26% του ΑΕΠ το 2007 σε 11,1% του ΑΕΠ το 2018.
Το μεγαλύτερο ποσοστό αυτής της υποχώρησης (10,1 από 14,9 ποσοστιαίες μονάδες) οφείλεται στη συρρίκνωση των επενδύσεων κατοικιών, που μειώθηκε από 10,8% του ΑΕΠ το 2007 σε 0,7% του ΑΕΠ το 2018.
• Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου μείον τις αποσβέσεις ήταν αρνητικές από το 2011.
Συγκεκριμένα, το 2018, οι καθαρές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου ανήλθαν σε περίπου -8,8 δισ. Ευρώ ή -4,8% του ονομαστικού ΑΕΠ.
Η θετική καθαρή επένδυση αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και, συνεπώς, της πιθανής παραγωγής της ελληνικής οικονομίας.
• Οι εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι το καθαρό μετοχικό κεφάλαιο της ελληνικής οικονομίας (σε σταθερές τιμές 2010) μειώθηκε κατά € 67,4 δισ. την περίοδο 2010-2016 σε € 622,2 δισ. το 2016.
Για να αυξηθεί το καθαρό κεφάλαιο κατά την επόμενη δεκαετία σε επίπεδα προ της κρίσης, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου σε σταθερές τιμές πρέπει να αυξηθεί κατά περίπου 10% ετησίως.
Εξαιρουμένων των επενδύσεων σε κατοικίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 50% του μετοχικού κεφαλαίου, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου σε σταθερές τιμές πρέπει να αυξηθεί κατά περίπου 5% ετησίως έως το 2029.
Παρότι ο ρυθμός αύξησης των επιχειρηματικών επενδύσεων κατά 5% ετησίως κατά την επόμενη δεκαετία είναι υψηλός, θεωρείται εφικτό για την ελληνική οικονομία με βάση την ιστορική εμπειρία, εφ 'όσον επιδιώκονται οι κατάλληλες επενδύσεις και φιλικές προς τις επιχειρήσεις πολιτικές.
• Οι επενδύσεις πρέπει να αναπτυχθούν προκειμένου να γεφυρωθεί εγκαίρως το χάσμα των επενδύσεων και να αποφευχθεί η λεγόμενη επίδραση υστερήσεως.
Όπως επισημάνθηκε πρόσφατα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ελλάδα χρειάζεται πρόσθετες δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις σε μεταφορές, στερεά απόβλητα και βιομηχανικές υποδομές.

Β) Βραχυπρόθεσμες προκλήσεις
Εκτός από τις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προκλήσεις, η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει και στο άμεσο μέλλον μεγάλες προκλήσεις, οι οποίες πρέπει να αντιμετωπιστούν επειγόντως:
• Τα ελληνικά κρατικά ομόλογα δεν έχουν ακόμη αποκατασταθεί σε επενδυτική βαθμίδα, παρά τη σημαντική πτώση των αποδόσεών τους μετά την ανάληψη της νέας κυβέρνησης και την πρόσφατη επιτυχημένη έκδοση ενός νέου 7ετούς ελληνικού κρατικού ομολόγου με απόδοση 1,9% με σημαντική συμμετοχή ξένων θεσμικοί επενδυτές.
Πρόσφατα, οι αποδόσεις των ελληνικών 10ετών κρατικών ομολόγων υποχώρησαν κάτω από το 1,4% και, ακόμα πιο σημαντικό, το αντίστοιχο spread υποχώρησε κάτω από 200 μονάδες βάσης.
Εκτιμάται ότι η κατάσταση επενδυτικού βαθμού θα μπορούσε να μειώσει περαιτέρω το sperad κατά 60 μονάδες βάσης.
• Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πολύ αυστηρές δημοσιονομικές και νομισματικές συνθήκες σε σύγκριση με όλα τα άλλα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά τις αναπτυξιακές της προοπτικές και τη συνολική ανταγωνιστικότητά της.
- Τα πρωτογενή πλεονάσματα τα τελευταία χρόνια ήταν πολύ μεγάλα.
Οι υψηλοί στόχοι του πρωτογενή πλεόνασμα και η συστηματική υπέρβαση των τελευταίων ετών μέσω της περικοπής των δημόσιων επενδύσεων και των υψηλών φόρων έχουν επιβραδύνει τη δυναμική ανάπτυξης της οικονομίας, μείωσαν την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, δημιούργησαν αντικίνητρο για εργασία και επενδύσεις και προκάλεσαν κόπωση φορολογίας, με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση της φορολογικής βάσης και την εξάντληση της φορολογικής ικανότητας.
- Η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ ωφέλησε έμμεσα τις ελληνικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, αλλά όχι στο βαθμό που θα είχε, εάν τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου ήταν επιλέξιμα για το πρόγραμμα αγοράς περιουσιακών στοιχείων (APP).
Το γεγονός ότι όλα τα άλλα κράτη μέλη απολαμβάνουν πολύ ευνοϊκότερους όρους χρηματοδότησης για τις επιχειρήσεις τους έχει έμμεση αρνητική επίπτωση στη συνολική ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας.
- Το υψηλό απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) υποβαθμίζει τη δανειοδοτική ικανότητα των τραπεζών και αυξάνει το κόστος δανεισμού.
Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος, πέρα ​​από τον προηγούμενο, γιατί οι ελληνικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης από ό, τι οι ευρωπαίοι ομολόγοι τους, γεγονός που υπονομεύει την ανταγωνιστική τους θέση, παρά τη σημαντική πτώση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος μετά το ευρύ φάσμα των μεταρρυθμίσεων που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια.
Είναι ενδεικτικό ότι, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία, το μέσο τραπεζικό επιτόκιο δανεισμού για τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα παραμένει ελαφρώς κάτω από 5%, σε σύγκριση με ελαφρώς πάνω από 2% στη ζώνη του ευρώ.
• Μέχρι στιγμής, το επιχειρηματικό περιβάλλον δεν θεωρήθηκε φιλικό προς τις επενδύσεις και στην πραγματικότητα αποθάρρυνε τις επενδύσεις.
Η ανταγωνιστικότητα εκτός των τιμών, η αποκαλούμενη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα, είναι χαμηλή σε σύγκριση με τους εταίρους της Ελλάδας στην ΕΕ.
Αυτό οφείλεται κυρίως σε υψηλούς φορολογικούς συντελεστές, στη χαμηλή αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα και σε καθυστερήσεις στις δικαστικές διαδικασίες και αποφάσεις.

www.bankingnews.gr

bankingnews.gr

BREAKING NEWS