Σήμα κινδύνου από το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής - Δημοσιονομική επιδείνωση 2,1 δισ. το α' 6μηνο του 2019 - Πρόκληση τα NPLs

Σήμα κινδύνου από το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής - Δημοσιονομική επιδείνωση 2,1 δισ. το α' 6μηνο του 2019 - Πρόκληση τα NPLs
Ο στόχος του 3,5% για το 2019 παραμένει εφικτός, ωστόσο, έχουν αυξηθεί οι δημοσιονομικοί κίνδυνοι
Το χειρότερο σενάριο για την ελληνική οικονομία φαίνεται ότι επιβεβαιώνει το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, το οποίο στην τριμηνιαία έκθεσή του για την ελληνική οικονομία διαπιστώνει δημοσιονομική επιδείνωση 2,1 δισ. ευρώ μόνο το α' 6μηνο του 2019.
Σύμφωνα με την έκθεση, η βασική εστία ανησυχίας αφορά τα δημοσιονομικά μεγέθη.
Όπως έχει καταγραφεί στα μηνιαία δημοσιονομικά στοιχεία του Γραφείου Προϋπολογισμού ήδη από τον Απρίλιο, παρουσιάζεται σημαντική επιδείνωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Η υστέρηση αυτή δεν είναι εμφανής σε ταμειακούς όρους αλλά προκύπτει εφόσον επιβληθούν οι λογιστικές προσαρμογές του ESA και του προγράμματος ενισχυμένης εποπτείας.
Image
Image
Συγκεκριμένα, και με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, εκτιμούμε ότι το πρωτογενές αποτέλεσμα του πρώτου εξαμήνου έχει επιδεινωθεί κατά 2,1 δις σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους.
Ένα μέρος της υστέρησης οφείλεται σε συγκυριακούς παράγοντες όπως τα μειωμένα έσοδα και οι αυξημένες δαπάνες από το ΠΔΕ και το μειωμένο μέρισμα από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Σημαντικό μέρος, ωστόσο, οφείλεται στα επεκτατικά μέτρα που νομοθέτησε η προηγούμενη κυβέρνηση και αναμένεται να διευρυνθεί από την επιπρόσθετη μείωση του ΕΝΦΙΑ (205 εκατ. ευρώ) που νομοθέτησε η σημερινή κυβέρνηση.
Λαμβάνοντας υπόψη το ιδιαίτερα υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα του 2018 και τα έως τώρα διαθέσιμα στοιχεία, εκτιμούμε ότι ο στόχος του 3,5% για το 2019 παραμένει εφικτός, ωστόσο, έχουν αυξηθεί οι δημοσιονομικοί κίνδυνοι.
Όπως αναφέρει το Γραφείο, η Ελλάδα εξήλθε από μια μακροχρόνια ύφεση και η ανάκαμψη που ξεκίνησε το 2017 μπορεί να απειληθεί από την επιβράδυνση που υπάρχει στην υπόλοιπη Ευρωζώνη.
Η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ γίνεται περισσότερο επεκτατική, ωστόσο, η χώρα μας δεν επωφελείται επαρκώς από τις ευνοϊκές επιδράσεις της νομισματικής χαλάρωσης.
Στο προσεχές διάστημα, θα πρέπει να προωθηθούν οι απαραίτητες ενέργειες που θα διασφαλίσουν την αναβάθμιση των ελληνικών κρατικών ομολόγων σε επενδυτική βαθμίδα ώστε να γίνουν επιλέξιμα για συμμετοχή σε ένα νέο γύρο νομισματικής χαλάρωσης εκ μέρους της ΕΚΤ.
Κάτι τέτοιο θα οδηγήσει σε περαιτέρω αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού για το σύνολο της οικονομίας και θα έχει ευνοϊκές επιδράσεις στη βιωσιμότητα του χρέους και στους ρυθμούς ανάπτυξης.
Πάντως, το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής αναφέρει ότι με βάση τα έως τώρα διαθέσιμα δεδομένα η ελληνική οικονομία διατηρεί τη θετική δυναμική της στο δεύτερο τρίμηνο του 2019.
Η μεταποίηση, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών και η απασχόληση, συνεχίζουν να αυξάνονται και η ανεργία συνεχίζει να μειώνεται.
Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παρουσιάζει οριακή επιδείνωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος και ο πληθωρισμός παρουσίασε σημαντική μείωση τον Ιούνιο.
Σε γενικές γραμμές η ελληνική οικονομία παραμένει σε φάση ανάκαμψης και αυτό αντικατοπτρίζεται τόσο στους βραχυχρόνιους δείκτες όσο και σε πρόδρομους οικονομικούς δείκτες όπως ο δείκτης PMI για τη μεταποίηση και ο δείκτης οικονομικής εμπιστοσύνης.
Επιπλέον, πρόσφατα, καταγράφονται θετικές εξελίξεις σε αρκετούς ακόμη τομείς.
Ειδικότερα, θεωρούμε ιδιαίτερα ενθαρρυντική εξέλιξη την (οριακή) μείωση των ληξιπρόθεσμων φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων και ειδικότερα τη μεγάλη μείωση της δημιουργίας νέων ληξιπρόθεσμων φορολογικών υποχρεώσεων κατά το πρώτο εξάμηνο του 2019.
Η συνεχιζόμενη ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας και η επακόλουθη βελτίωση των εισοδημάτων, επιτρέπει στους φορολογούμενους να ανταποκριθούν καλύτερα στις φορολογικές τους υποχρεώσεις.
Θετική ήταν επίσης η δημοσιοποίηση των στοιχείων από την Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών της ΕΛΣΤΑΤ που κατέγραψε σημαντική μείωση του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού για το 2018 (εισοδήματα 2017).
Συγκεκριμένα, το ποσοστό του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού μειώθηκε στο 31,8% δηλαδή κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες από το 34,8% του προηγούμενου έτους.
Σημειώνουμε ότι το ποσοστό αυτό πριν από την κρίση ήταν κοντά στο 28% και κορυφώθηκε το 2014 στο 36%.
Σημειώνουμε επίσης δυο πρόσφατες εξελίξεις που συνδέονται με τη βελτίωση της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας.
Πρώτον, την επιτυχημένη έκδοση 7ετούς τίτλου του ελληνικού δημοσίου που προσέλκυσε σημαντική ζήτηση από ξένους θεσμικούς επενδυτές και κατέγραψε μειωμένη απόδοση επιβεβαιώνοντας την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των διεθνών αγορών.
Δεύτερον, την πρόσφατη αναβάθμιση της Ελλάδας από την Ομάδα Χρηματοπιστωτικής Δράσης (Financial Action Task Force - FATF) όσον αφορά το ρυθμιστικό και επιχειρησιακό πλαίσιο καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες (ξέπλυμα χρήματος) και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Παρά τη γενική θετική εικόνα, το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από σημαντικό βαθμό αβεβαιότητας που πηγάζει από την όξυνση της εμπορικής αντιπαράθεσης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας και τις συνεπακόλουθες αναταράξεις στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα που έχουν ως αποτέλεσμα την επιβράδυνση των ρυθμών μεγέθυνσης της παγκόσμιας οικονομίας καθώς και από το ενδεχόμενο μιας άτακτης εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πέρα όμως από τη νομισματική χαλάρωση θα πρέπει και η δημοσιονομική πολιτική να συνηγορήσει προς την ίδια κατεύθυνση.
Στο πλαίσιο αυτό, η μείωση των δημοσιονομικών στόχων αποτελεί εύλογο αίτημα από την πλευρά της χώρας μας και δηλωμένη πρόθεση σχεδόν του συνόλου των πολιτικών δυνάμεων.
Ο πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος θα μπορούσε να επιτρέψει τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης, την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων και την ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας, υποστηρίζοντας τελικά τους ρυθμούς μεγέθυνσης.
Όπως έχει επισημάνει σε προηγούμενη Έκθεση, η δημοσιονομική πολιτική έχει αναδιανεμητικό χαρακτήρα και κάθε κυβέρνηση τη διαχειρίζεται ανάλογα με τις πολιτικές της προτεραιότητες, για αυτό και η κατανομή του δημοσιονομικού χώρου αποτελεί ζήτημα πολιτικής συζήτησης και αντιπαράθεσης.
Αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό στη δημοκρατία, προϋποθέτει όμως σεβασμό στα δημοσιονομικά περιθώρια προκειμένου να μην τεθεί σε αμφισβήτηση η αξιοπιστία της χώρας, καταλήγει η σύνοψη της Έκθεσης.

Αποκρατικοποιήσεις

Tο πρόγραμμα των αποκρατικοποιήσεων του δεύτερου τριμήνου του 2019 ολοκληρώθηκε σύμφωνα με τον προγραμματισμό του ΤΑΙΠΕΔ.
Με βάση τις επίσημες ανακοινώνεις του Ταμείου υπήρξαν οι ακόλουθες εξελίξεις:
Τον Απρίλιο: Ολοκληρώθηκε η πώληση και μεταβίβαση του 100% του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΕΣΤΥ στην ΤΡΑΙΝΟΣΕ, θυγατρική της Ferrovie Dello Stato Italiane S.p.A., έναντι συνολικού τιμήματος 22 εκατ. ευρώ.
Επιλέχθηκε ως προτιμητέος επενδυτής για την παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσης της μαρίνας Αλίμου για περίοδο 40 ετών η «Άκτωρ Παραχωρήσεις ΑΕ» έναντι τιμήματος 57,5 εκατ. ευρώ (Καθαρή Παρούσα Αξία).
Η συνολική αξία της συμφωνίας υπερβαίνει τα 177 εκατ. ευρώ, ενώ η «Άκτωρ Παραχωρήσεις ΑΕ» θα υλοποιήσει επενδύσεις ύψους 50 εκατ. ευρώ εντός της επόμενης πενταετίας.
Τον Μάιο: Επιλέχθηκε ως προτιμητέος επενδυτής το επενδυτικό fund Lonwabo Trust για την απόκτηση ακινήτου του ελληνικού δημοσίου στην Πρετόρια της Νοτίου Αφρικής, μετά την αποδοχή της βελτιωμένης προσφοράς του η οποία ανέρχεται σε 125.000 ευρώ.
Τον Ιούνιο: Yπεγράφη η σύμβαση πώλησης (SPA) για το Golf – Βόρειο Αφάντου μεταξύ του ΤΑΙΠΕΔ και της M.A. Angeliades Inc. έναντι συνολικού τιμήματος 26,9 εκατ. ευρώ.
Ολοκληρώθηκε η συμφωνία πώλησης του Νότιου Αφάντου στην Τ.Ν. Aegean Sun Investment Ltd, ενώ επήλθε και το οικονομικό κλείσιμο της συναλλαγής με την καταβολή εφάπαξ του τιμήματος των 15,2 εκατ. ευρώ.

Τράπεζες

Για τον τραπεζικό τομέα το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή ανααφέρει το σε νέα του έκθεση πως ο αριθμός των NPLs, παρά το γεγονός ότιο έχει μειωθεί, εντούτοις παραμένει ακόμα σε πολύ υψηλά επίπεδα με αποτέλεσμα να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα - προκλήσεις για την ελληνική οικονομία.
Αναλυτικότερα σύμφωνα με την πρόσφατη Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) για την Νομισματική Πολιτική 2018-2019, οι ελληνικές τράπεζες τόσο το προηγούμενο έτος όσο και τους τέσσερις πρώτους μήνες του 2019 βελτίωσαν σημαντικά τις συνθήκες ρευστότητάς τους μέσω της σταδιακής αύξησης των καταθέσεων και της αυξημένης πρόσβασής τους στη διατραπεζική αγορά.
Όσον αφορά την κεφαλαιακή επάρκεια, τόσο ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών (Common Equity Tier 1 – CET1) όσο και ο Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας σε ενοποιημένη βάση παραμένουν σε ικανοποιητικά επίπεδα (14,9% και 15,5% αντίστοιχα για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2019).
Οι εξελίξεις αυτές επέτρεψαν τον ουσιαστικό μηδενισμό της χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών από τον μηχανισμό έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (ELA), την αύξηση της τραπεζικής χρηματοδότησης των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων και τη χαλάρωση των περιορισμών στο τραπεζικό σύστημα, με πιο πρόσφατη την πλήρη απελευθέρωση της ανάληψης μετρητών από τον Οκτώβριο του 201817.
Σύμφωνα με την ίδια Έκθεση και τα στοιχεία της ΤτΕ, οι ελληνικές τράπεζες σημείωσαν πρόοδο στη μείωση των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ), τα οποία διαμορφώθηκαν στο τέλος Μαρτίου 2019 σε 80 δις ευρώ (βλ. διάγραμμα), μειωμένα κατά περίπου 1,9 δις ευρώ συγκριτικά με το τέλος Δεκεμβρίου του 2018 και κατά περίπου 27,3 δις ευρώ έναντι του Μαρτίου 2016, οπότε είχε καταγραφεί και το υψηλότερο επίπεδο ΜΕΔ.
Η υποχώρηση του αποθέματος των ΜΕΔ το πρώτο τρίμηνο του 2019 οφείλεται κυρίως σε διαγραφές ύψους 0,9 δις ευρώ και πωλήσεις ύψους 0,8 δις ευρώ.
Παραμένουν περιορισμοί όσον αφορά τις διεθνείς πληρωμές και τη μεταφορά κεφαλαίων στο εξωτερικό.
Ο λόγος των ΜΕΔ18 προς το σύνολο των δανείων παρέμεινε σε υψηλό επίπεδο (45,1%) τον Μάρτιο του 2019.
Ως προς τους επιμέρους δείκτες, το ποσοστό των ΜΕΔ διαμορφώθηκε σε 44,7% για τα στεγαστικά δάνεια, σε 54% για τα καταναλωτικά και σε 43,9% για τα επιχειρηματικά.
Εντός του επιχειρηματικού χαρτοφυλακίου, το ποσοστό ΜΕΔ τόσο των ελεύθερων επαγγελματιών και πολύ μικρών επιχειρήσεων όσο και των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων παραμένει ιδιαίτερα υψηλό και διαμορφώνεται σε 65,9% και 58,9% αντίστοιχα. Καλύτερες επιδόσεις παρατηρούνται στο χαρτοφυλάκιο των μεγάλων επιχειρήσεων (24,5%) και στο χαρτοφυλάκιο ναυτιλιακών δανείων (24%).
Στόχος είναι ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων να έχει διαμορφωθεί σε επίπεδα κάτω του 20% στο τέλος του 2021, το οποίο εν τούτοις απέχει πολύ από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος στο τέλος του 2018 διαμορφώθηκε σε 3,2%

Image
 


www.bankingnews.gr

bankingnews.gr

BREAKING NEWS