Alpha Bank: Χωρίς ουσιαστικά μεγάλα οφέλη η εμπορική διένεξη ΗΠΑ - Κίνα

Alpha Bank: Χωρίς ουσιαστικά μεγάλα οφέλη η εμπορική διένεξη ΗΠΑ - Κίνα
Ποιος επιβαρύνεται από την εμπορική διαμάχη;
Η εμπορική διένεξη μεταξύ ΗΠΑ-Κίνας έχει ενταθεί τις τελευταίες εβδομάδες, με την καθεμία εξ αυτών να ανακοινώνει την επιβολή επιπρόσθετων δασμών στα προϊόντα της άλλης, ωστόσο αμφότερες δίνουν ένα χρονικό περιθώριο στην υιοθέτηση των νέων μέτρων, καθώς βρίσκονται σε διαδικασία διαπραγματεύσεων και καμία τους δεν επιθυμεί να χρεωθεί την αποτυχία μιας θετικής κατάληξης, αναφέρει η Alpha Bank στο εβδομαδιαίο δελτίο της.
Οι δασμοί που επέβαλλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στις εισαγωγές αγαθών από την Κίνα, ξεκίνησαν το 2018 και πραγματοποιήθηκαν σε τρία στάδια:
Το πρώτο στάδιο (Ιούλιος 2018), αφορούσε την επιβολή δασμών της τάξης του 25% σε αγαθά συνολικής αξίας $34 δισ.
Το δεύτερο στάδιο (Αύγουστος 2018), επέβαλε δασμούς της τάξης του 25% σε αγαθά συνολικής αξίας $16 δισ. και
Το τρίτο στάδιο (Σεπτέμβριος 2018), ήλθε να επιβάλει δασμούς της τάξης του 10% σε αγαθά συνολικής αξίας $200 δισ.
Στο πλαίσιο εντατικοποίησης των πιέσεων από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτείων τον Μάιο του 2019 ανακοινώθηκε η πρόθεση των ΗΠΑ, να επιβαρύνουν τα προαναφερθέντα κινεζικά αγαθά με επιπρόσθετους δασμούς από το 10% στο 25%.
Οι οικονομίες τόσο των ΗΠΑ, όσο και της Κίνας είναι αλληλεξαρτώμενες σε σημαντικό βαθμό, αφού η Κίνα αποτελεί το μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο των Ηνωμένων Πολιτειών.
Χαρακτηριστικά αναφέρεται, ότι το 2018 η συνολική αξία των προϊόντων που ανταλλάγησαν μεταξύ των δύο χωρών άγγιξε τα $700 δισ. ενώ το μέγεθος των εξαγωγών των ΗΠΑ προς την Κίνα ήταν $120,3 δισ.
Ωστόσο, στο πρώτο τρίμηνο του 2019, οι εμπορικές ροές στις ΗΠΑ μειώθηκαν κατά 9%, υποδηλώνοντας ότι τα εμπορικά αντίποινα έχουν αποφέρει κάποια αποτελέσματα.
Οι δασμοί αποτελούν και για τις δύο χώρες μέσα άσκησης πίεσης, καθώς προσπαθούν να ενισχύσουν τη διαπραγματευτική τους δύναμη ενώ οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις βρίσκονται ‘’στη μέση’’, δεχόμενοι τις επιπτώσεις των μέτρων.
Σε αυτή την άποψη συγκλίνουν δύο πρόσφατες πανεπιστημιακές μελέτες, οι οποίες επιβεβαιώνουν με διαφορετική προσεγγιστική η καθεμία, ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις και οι καταναλωτές έχουν επιβαρυνθεί με το κόστος των αμερικανικών εμπορικών δασμών που επιβλήθηκαν στις εισαγωγές από την Κίνα. Συγκεκριμένα:
Η μελέτη «The impact of the 2018 trade war on US prices and welfare» των Mary Amiti, Stephen J. Redding and David Weinstein’ που δημοσιεύθηκε στο National Bureau of Economic Research, διαπιστώνει ότι το 2018 υπήρξαν απώλειες του πραγματικού εισοδήματος των καταναλωτών ύψους $1,4 δισ. μηνιαίως. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στην εν λόγω μελέτη, παρόμοιες επιπτώσεις υπήρξαν και σε άλλες χώρες που επέβαλαν εμπορικά αντίποινα εναντίον των ΗΠΑ, γεγονός που υποδηλώνει, ότι οι εμπορικές διαμάχες μείωσαν το πραγματικό εισόδημα σε αρκετές χώρες.
Επιπροσθέτως, η μελέτη «The Return to Protectionism» των Pablo D. Fajgelbaum, Pinelopi K. Goldberg, Patrick J. Kennedy and Amit K. Khandelwal, που δημοσιεύθηκε επίσης στο National Bureau of Economic Research, εκτιμά ετήσιες απώλειες των καταναλωτών και των παραγωγών στις ΗΠΑ από το υψηλότερο κόστος εισαγωγών της τάξης των $68,8 δισ. (0,37% του ΑΕΠ) το 2018.

Οι εισαγωγές των ΗΠΑ από την Κίνα κατέγραψαν νέο ιστορικά υψηλό το 2018

Παρά τις προσπάθειες των ΗΠΑ το 2018 για θέσπιση μιας σειράς εμπορικών προστατευτικών πολιτικών, οι εισαγωγές των ΗΠΑ από την Κίνα ανήλθαν στο ιστορικά υψηλό επίπεδο των $539,5 δισ. με τις μεγαλύτερες κατηγορίες εισαγωγών να αφορούν ηλεκτρονικούς υπολογιστές και αξεσουάρ, κινητά τηλέφωνα, είδη ένδυσης και υπόδησης.
Ωστόσο, θα πρέπει να τονισθεί, ότι πολλές από τις συγκεκριμένες κατηγορίες εισαγόμενων προϊόντων σχετίζονται με αμερικανικές επιχειρήσεις που στέλνουν τις πρώτες ύλες στην Κίνα για συναρμολόγηση λόγω του χαμηλού κόστους και όταν μεταφέρονται στις Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούνται εισαγωγές.
Η εντυπωσιακή διεύρυνση των αμερικανικών εισαγωγών από την Κίνα επιβεβαιώνει την αδυναμία επηρεασμού των διμερών εμπορικών ισοζυγίων με δασμούς, όταν οι μακροοικονομικές πολιτικές δεν συντάσσονται με τον στόχο για δραστικό περιορισμό των εμπορικών ελλειμμάτων.
Η απορρόφηση περισσότερων κινεζικών εισαγωγών από τις Ηνωμένες Πολιτείες το 2018 αντικατοπτρίζει μερικώς την ισχυρή εικόνα του δολαρίου, αλλά και την ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης που προκάλεσαν τα διογκούμενα δημοσιονομικά ελλείμματα στις ΗΠΑ.
Υπό τις επικρατούσες οικονομικές συνθήκες στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν αποκλείεται το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ να σημειώσει και νέο ιστορικά υψηλό το 2019, υποστηριζόμενο από το συνεχιζόμενο δημοσιονομικό έλλειμμα που χρηματοδοτείται μέσω εξωτερικού δανεισμού από την Κίνα (κάτοχος του 28% του δημόσιου χρέους των ΗΠΑ, αξίας $1,12 τρισ.) και άλλες πλεονασματικές χώρες, ανεξαρτήτως της επιβολής νέων δασμολογικών επιβαρύνσεων.
Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί ότι οι εισαγωγές κινεζικών προϊόντων στο πρώτο στάδιο επιβολής δασμών (προϊόντα αξίας $34 δισ.) μειώθηκαν κατά 5,4%, ενώ στο δεύτερο στάδιο (δασμοί σε προϊόντα αξίας $16 δισ.) αυξήθηκαν κατά 8,4%.
Παρόλα αυτά συνολικά το 2018, οι εισαγωγές προϊόντων στα οποία επιβλήθηκαν δασμοί αυξήθηκαν κατά $23 δισ., καταγράφοντας μια ετήσια αύξηση της τάξεως του 10%.
Προς το παρόν, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιβάλει δασμούς σε εισαγωγές συνολικής αξίας $250 δισ. ενώ η  Κίνα  έχει ανταπαντήσει με την επιβολή δασμών σε προϊόντα αξίας $110 δισ. και προτίθεται να επιβάλει από την 1η Ιουνίου δασμούς σε εισαγόμενα αμερικανικά προϊόντα συνολικής αξίας $60 δισ.
Τα πρόσφατα στοιχεία του εμπορικού ισοζυγίου των Ηνωμένων Πολιτειών (Μάρτιος 2019) καταδεικνύουν ότι οι αμερικανικές εισαγωγές από την Κίνα μειώθηκαν κατά 17% σε ετήσια βάση και το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με την Κίνα διαμορφώθηκε στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2016 στα $28,3 δισ. χωρίς ωστόσο, να υποδηλώνει τη διαμόρφωση μιας τάσης.
Ορισμένες επιχειρήσεις έχουν αρχίσει να αλλάζουν τις αλυσίδες εφοδιασμού τους για να αποφύγουν τους επιβληθέντες δασμούς, όμως η διαδικασία αναπροσανατολισμού της παραγωγής και των αλυσίδων εφοδιασμού, απαιτεί μεγάλο χρονικό διάστημα.

Τι συνέβη στο παρελθόν όταν υπήρξε επιβολή δασμών;

Τα στοιχεία που υπάρχουν δεν μπορούν να επιβεβαιώσουν την αποτελεσματικότητα των δασμών. Σύμφωνα με έρευνα των Hufbauer and Lowry ‘’US Tire Tariffs: Saving Few Jobs at High Cost, April 2012” του Peterson Institute for International Economics, το 2009 όταν επιβλήθηκαν δασμοί ύψους 35% για μία τριετία στα κινεζικά ελαστικά, οι Αμερικανοί καταναλωτές δαπάνησαν $817 εκατ. επιπλέον, εξαιτίας των αυξημένων τιμών για ελαστικά μη προερχόμενα από την Κίνα (Μεξικό, Ινδονησία, Ταϊλάνδη).
Επιπροσθέτως, οι καταναλωτές κλήθηκαν να πληρώσουν σε επιπλέον αυξήσεις για ελαστικά κατασκευασμένα στις ΗΠΑ $295 εκατ.
Αξίζει να καταγραφεί ότι την ίδια περίοδο η Κίνα προέβη σε αντίποινα επιβάλλοντας δασμούς σε αμερικανικές εξαγωγές τεμαχισμένων κοτόπουλων, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη βιομηχανία να απωλέσει πωλήσεις αξίας περίπου $1 δισ.

Θα αναγκασθεί η Κίνα να υποχωρήσει υπό το βάρος των επιβληθέντων δασμών;

Στο πλαίσιο της δράσης και της αντίδρασης, τα αντίποινα της Κίνας προς τις ΗΠΑ έχουν λάβει μέχρι στιγμής δύο μορφές:
Πρώτον, η Κίνα επέβαλε δασμούς σε εισαγωγές προϊόντων από τις ΗΠΑ αξίας περίπου $110 δισ. που ισοδυναμούν στο 92% των αμερικανικών εξαγωγών προς την Κίνα. Οι εν λόγω δασμοί επιβλήθηκαν σε δύο φάσεις:
Πρώτη φάση, δασμοί 25% για ένα σύνολο προϊόντων αξίας $50 δισ. και δεύτερη φάση επιβολή δασμών 5%-10%, επί προϊόντων αξίας $60 δισ.
Δεύτερον, κινεζικές κρατικές επιχειρήσεις, κυβερνητικές υπηρεσίες και μεγάλες επιχειρήσεις κατέβαλαν  συντονισμένη προσπάθεια για τη μείωση των αγορών σημαντικών βασικών προϊόντων από τις ΗΠΑ.
Οι δασμοί όπως έχει προαναφερθεί αποτελούν ένα μέσο άσκησης πίεσης και ενδεχομένως να αναγκάσουν την Κίνα να παραμείνει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αλλά δεν είναι βέβαιο πόσο αποτελεσματικοί μπορεί να αποδειχθούν.
Η Κίνα εξάγει μεγαλύτερο όγκο προϊόντων συγκριτικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες στο μεταξύ τους εμπόριο κατά συνέπεια ενδέχεται να πληγεί περισσότερο οικονομικά από τις ΗΠΑ σε πιθανή όξυνση των εμπορικών αντιπαραθέσεων.
Μια ενδεχόμενη διαπραγμάτευση των ΗΠΑ με την Κίνα είναι πιθανό να περιλαμβάνει πολλές εμπορικές παραμέτρους, ωστόσο δεν είναι βέβαιο κατά πόσο θα αποτελέσει μια επιστροφή σε προϋπάρχουσες συνθήκες ή κάτι που θα μπορούσε να είχε συμβεί χωρίς να μεσολαβήσει η ένταση που έχει προκληθεί μέχρι σήμερα.
Αναμφίβολα οι εμπορικές σχέσεις των δυο χωρών έχουν πληγεί σημαντικά και απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα για να επιστρέψουμε σε μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

www.bankingnews.gr

bankingnews.gr

BREAKING NEWS