Αφιέρωμα Financial Times για την Ελλάδα - Ο Τσίπρας, οι τράπεζες και η βαριά κληρονομιά της κρίσης

Αφιέρωμα Financial Times για την Ελλάδα - Ο Τσίπρας, οι τράπεζες και η βαριά κληρονομιά της κρίσης
Στο αφιέρωμα, περιγράφεται πως η ελληνική οικονομία επέστεψε στην ανάπτυξη, η πορεία του ελληνικού χρέους και οι μεταρρυθμίσεις
Η Ελλάδα εξέρχεται από μια άνευ προηγουμένου οικονομική κρίση και επιδιώκει να πετύχει μια βιώσιμη ανάκαμψη.
Και μπορεί αυτή η προοπτική να ενισχύθηκε από την επιστροφή της χώρας στις διεθνείς κεφαλαιαγορές, αλλά οι Financial Times δημιούργησε ένα ειδικό αφιέρωμα για την Ελλάδα, αναλύοντας τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες που παρουσιάζει η ανάκαμψή της.
Στο αφιέρωμα, περιγράφεται αναλυτικά πως η ελληνική οικονομία επέστεψε στην ανάπτυξη, η πορεία του ελληνικού χρέους, η επιστροφή στις αγορές με την έκδοση ομολόγων, οι μεταρρυθμίσεις που έχουν συντελεστεί στην αγορά εργασίας αλλά και οι μεταρρυθμίσεις στο ασφαλιστικό.
Επίσης, ειδική αναφορά γίνεται στον τραπεζικό τομέα, αλλά και τις θέσεις του Αλέξη Τσίπρα, ενόψει της λήξης της τετραετίας του και τις προσεχείς εκλογές.

Τα 3 σενάρια για την ελληνική οικονομία - Η κρίση τελείωσε αλλά έχει αφήσει βαριά κληρονομιά - Οι πολιτικές αδυναμίες παραμένουν

Την πορεία της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία τέσσερα χρόνια, από τότε που Αλέξης Τσίπρας εκλέχθηκε πρωθυπουργός έως σήμερα  περιγράφουν οι Financial Times, αφήνοντας αιχμές για την αλλαγή στάσης του όσον αφορά τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
«Τι διαφορά μπορούν να κάνουν τέσσερα χρόνια.
Τον Ιανουάριο του 2015, ο Αλέξης Τσίπρας, ο επικεφαλής του φαινομενικά εξαιρετικά αριστερού ΣΥΡΙΖΑ, ανήλθε στην εξουσία, υποσχόμενος το τέλος της λιτότητας που βύθισε την Ελλάδα σε μια από τις μεγαλύτερες υφέσεις στην οικονομική ιστορία.
Σήμερα, υπό τη διακυβέρνηση του, η ανάκαμψη της Ελλάδας υπογραμμίζει την αφοσίωση του στην πολιτική της ευρωζώνης.
Λοιπόν, είναι όλα καλά τώρα;
Η απάντηση παραμένει "όχι".
Οι προκλήσεις παραμένουν μεγάλες αλλά υπάρχουν περιθώρια για κάποια αισιοδοξία» αναφέρεται στις πρώτες γραμμές του δημοσιεύματος.
Στο δημοσίευμα, περιγράφεται αναλυτικά πως η ελληνική οικονομία επέστεψε στην ανάπτυξη, η πορεία του ελληνικού χρέους, η επιστροφή στις αγορές με την έκδοση ομολόγων, οι μεταρρυθμίσεις που έχουν συντελεστεί στην αγορά εργασίας αλλά και οι μεταρρυθμίσεις στο ασφαλιστικό (μείωση συντάξεων).

Ο τραπεζικός τομέας

Ειδική αναφορά γίνεται στον ελληνικό τραπεζικό τομέα.
«Ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι επίσης σημαντικά ισχυρότερος, με τις καταθέσεις να επιστρέφουν στις τράπεζες από το 2016 και μετά.
Ο έκτακτος δανεισμός από την ΤτΕ εξαλείφθηκε σχεδόν στα τέλη Δεκεμβρίου του 2018.
Η χρηματοδότηση από την ΕΚΤ επίσης μειώθηκε δραματικά, σε 11,1 δισ. ευρώ στο τέλος του 2018 (το χαμηλότερο σημείο μετά το 2008).
Το σημαντικότερο είναι ότι υπάρχει σταθερή μείωση στα NPEs, αν και ο δείκτης σε όλα τα ανοίγματα παραμένει εξαιρετικά υψηλή, στο 45%.
Η Ελλάδα βγήκε από προγράμματα διάσωσης 8 ετών τον Αύγουστο του 2018 σε καλύτερη κατάσταση από ό,τι θα περίμενε κανείς τρία με τέσσερα χρόνια πριν» επισημαίνεται στο ίδιο δημοσίευμα.

Τι μέλλει γενέσθαι

Στη συνέχεια οι Financial Times παρουσιάζουν τα τρία σενάρια για την πορεία της ελληνικής οικονομίας: η συνέχιση της τρέχουσας τάσης, η επιστροφή σε νέα κρίση και η ραγδαία περαιτέρω βελτίωση.
Σχετικά με την πρώτη περίπτωση, ο αρθρογράφος αναφέρει ότι έπειτα από μια τέτοια καταστροφική ύφεση, υπάρχει αβεβαιότητα για το ποια είναι σήμερα η τρέχουσα τάση ανάπτυξης αλλά και η έκταση της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας.
Το ΔΝΤ πιστεύει ότι η ανάπτυξη θα είναι 2,2% το 2020 και 1,6% το 2021, στη συνέχεια θα επιβραδυνθεί σε μόλις 1,2% ετησίως.
Η κυβέρνηση ελπίζει ότι η ανάπτυξη θα είναι μεσοπρόθεσμα περίπου 2%.
Σε κάθε περίπτωση θα πρόκειται για σταθερή αλλά αργή ανάκαμψη.
Το δεύτερο σενάριο, αν και απίθανο, σχετίζεται με τα εξής:
* δεν επιλύθηκαν κληροδοτημένα προβλήματα,
* τον κίνδυνο οπισθοχώρησης στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων
* την πιθανή ύφεση στο εξωτερικό.
Ένα σημαντικό πρόβλημα που έχει κληροδοτηθεί είναι η επιδείνωση των ισολογισμών του ιδιωτικού τομέα, κυρίως των τραπεζών.
Γι' αυτό το ΔΝΤ επισημαίνει ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα παραμένει πολύ ευάλωτο.
Την ίδια στιγμή -σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα- η οπισθοχώρηση όσον αφορά τις πολιτικές παραμένει μια πραγματική απειλή.
Η διατήρηση του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 3,5% θα είναι δύσκολη.
Σχετικά με το τρίτο σενάριο, ο αρθρογράφος επισημαίνει ότι έχει να κάνει με την αποφασιστικότητα στη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, τη βελτίωση της ποιότητας των δημοσίων δαπανών και της φορολογίας, τον εκσυγχρονισμό και τη βελτίωση της δημόσια διοίκησης, την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων, την  ενθάρρυνση των ιδιωτικών επενδύσεων, την ενίσχυση της εμπιστοσύνης του ελληνικού λαού στους πολιτικούς και την επιστροφή των Ελλήνων που έχουν φύγει στο εξωτερικό.
Η ανάπτυξη -σε αυτή την περίπτωση- θα μπορούσε να επιταχυνθεί και το χρέος θα μπορούσε να μειωθεί πιο γρήγορα.

Η κληρονομιά της κρίσης  

Σύμφωνα με τους Financial Times, η ελληνική κρίση έχει τελειώσει, αλλά έχει αφήσει μια ζοφερή κληρονομιά.
Οι οικονομικές και πολιτικές αδυναμίες που την προκάλεσαν δεν έχουν εξαφανιστεί.
Η πειθαρχία όμως και η στωικότητα με την οποία αντιμετώπισαν οι Έλληνες την τελευταία τετραετία τις δυσκολίες της ύφεσης είναι αξιοσημείωτη.
Είναι πιθανή η διαρκής ανάκαμψη, αλλά θα εξακολουθεί να είναι πολύ αργή.
Δεν μπορεί να αποκλειστεί η οπισθοχώρηση.
Ωστόσο, υπάρχει και μία πολύ καλύτερη προοπτική: από τη φωτιά μπορεί να προκύψει μία νέα, πιο σύγχρονη και πιο δυναμική Ελλάδα: Οι Έλληνες διαπρέπουν ανά τον κόσμο.
Γιατί όχι και στην πατρίδα τους;
Η επίτευξη αυτού του στόχου απαιτεί μακρά περίοδο αυτοπειθαρχίας και υψηλής ποιότητας πολιτική.
Αυτό τώρα μπορεί να συμβεί.
Τουλάχιστον ας το ελπίσουμε».

Μακρύς ο δρόμος για την ανάκαμψη των ελληνικών τραπεζών

Όταν ο Martin Czurda διαμόρφωσε την πρόταση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για τη μείωση του τεράστιου όγκου των μη εξυπηρετούμενων δανείων που κατείχαν οι ελληνικές τράπεζες, δεν περίμενε ότι θα λάμβανε υποδοχής από το ελληνικό υπουργείο Οικονομικών.
Αυτό αναφέρουν οι Financial Times σε ένα μέρος από το μεγάλο αφιέρωμα που κάνουν για την Ελλάδα, και το οποίο αναφέρει στον ελληνικό τραπεζικό κλάδο.
Όπως αναφέρουν οι FT, ο Czurda προώθησε την ιδέα ενός καθεστώτος προστασίας περιουσιακών στοιχείων με βάση το μοντέλο GACS [κρατικής εγγύησης] που χρησιμοποιείται στην Ιταλία.
Η ανησυχία του ήταν ότι ο ρυθμός εξάλειψης των επισφαλών δανείων ήταν πολύ αργός και ότι εάν δεν επιταχυνόταν, η χώρα δεν θα μπορούσε να επιστρέψει στην αειφόρο ανάπτυξη.
Αν και οι ελληνικές τράπεζες έχουν μειώσει τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια κατά 21% τα τελευταία τέσσερα χρόνια μέσω των διαγραφών και πωλήσεων πακέτων δανειακών χαρτοφυλακίων, εξακολουθούν να αγωνίζονται να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη ζήτηση για ρευστότητα καθώς η ελληνική οικονομία ανακάμπτει.
Το ασυνήθιστα υψηλό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων στις ελληνικές τράπεζες σε σύγκριση με άλλα κράτη μέλη της ΕΕ, ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου αδράνειας από τις τράπεζες και τις ρυθμιστικές αρχές, λέει ο Αιμίλιος Αυγουλέας, καθηγητής διεθνούς τραπεζικού δικαίου και οικονομικών στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Οι στενές σχέσεις μεταξύ πολιτικών, τραπεζιτών και ευνοημένων επιχειρηματιών επιβράδυναν τη διαδικασία αντιμετώπισης των επισφαλών δανείων, ενώ οι τραπεζίτες και οι πολιτικοί ανησυχούσαν ότι η αυστηρή επιδίωξη αξιώσεων έναντι των δανειοληπτών και των μικρών επιχειρήσεων θα επιδεινώσει τη χρηματοπιστωτική κρίση.
"Αυτό το βουνό των επισφαλών δανείων είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες.
Έχει περάσει πολύς καιρός για να καθαριστούν οι ισολογισμοί τους, αλλά πρόσφατα σημειώθηκε σημαντική πρόοδος", λέει ο Νίκος Καραμούζης, πρώην πρόεδρος της Eurobank.
Ο τραπεζικός παρατηρητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο Ενιαίος Μηχανισμός Εποπτείας (SSM), τον Μάρτιο, κατέστησε επείγουσα ανάγκη την προσπάθεια των δανειστών να μειώσουν τα NPEs τους.
Κάτω από την πίεση του SSM, οι τράπεζες συμφώνησαν να μειώσουν τα χαρτοφυλάκια επισφαλών δανείων κατά περισσότερο από 60 δισ. ευρώ μέχρι τα τέλη του 2021, μειώνοντας τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε λιγότερο από 20%.
"Η SSM είναι ο βασικός παίκτης πίσω από την πρόσφατη ώθηση για τον καθαρισμό των ισολογισμών των τραπεζών", αναφέρει ο Αυγουλέας.
Δύο σχέδια για περαιτέρω μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον καταλύτη για τις τράπεζες για να επιτύχουν τους φιλόδοξους στόχους που θέτει ο SSM.
Ωστόσο, και οι δύο πρέπει να εγκριθούν από τη Διεύθυνση Ανταγωνισμού της ΕΕ.
Το ένα είναι μια νέα έκδοση του αρχικού σχεδίου του ΤΧΣ που παρουσιάστηκε πέρυσι.
Το υπουργείο Οικονομικών διόρισε την JPMorgan Chase να ολοκληρώσει την πρόταση, η οποία βασίστηκε στο μοντέλο διάσωσης της ιταλικής Banca Monte dei Paschi di Siena.
Το δεύτερο σχέδιο, που επινοήθηκε από την ελληνική κεντρική τράπεζα, και θα μπορούσε να μειώσει μέχρι και 38 δισ. ευρώ το σωρό των NPLs, χωρίς πρόσθετη κρατική χρηματοδότηση.
Η Rothschild συμβουλεύει την κεντρική τράπεζα.
"Μπορώ να δω φως στο τέλος του τούνελ των NPLs", λέει ο Χρήστος Μεγάλου, διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Πειραιώς.
«Νομίζουμε ότι και τα δύο σχέδια είναι καλά: είναι συμπληρωματικά και εξυπηρετούν διαφορετικά τμήματα της αγοράς.
Θα τα χρησιμοποιούσαμε παράλληλα με τα άλλα μας προγράμματα μείωσης των NPL", αναφέρει.
Ωστόσο, ο αγώνας για την ομαλοποίηση των τραπεζών δεν έχει τελειώσει.
Ο SSM θα συνεχίσει να παρακολουθεί στενά την πρόοδο ως μέρος ενός προγράμματος ενισχυμένης επιτήρησης που συμφωνήθηκε με την ΕΕ μετά την έξοδο της Ελλάδας από την τρίτη διάσωσή της τον περασμένο Αύγουστο.
«Οι ελληνικές τράπεζες έχουν πολλές πιθανότητες να γίνουν ελκυστικές και βιώσιμες επιχειρηματικές προτάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι θα ενισχυθεί ο συντονισμός μεταξύ των βασικών φορέων, των ελληνικών αρχών, των τραπεζικών συμβουλίων και των ιδιωτών επενδυτών», λέει ο Αυγουλέας.

Ο μακρύς δρόμος των ελληνικών ομολόγων για την επενδυτική βαθμίδα - Οι εκτιμήσεις των Hermes, JP Morgan και PGIM

«Ελληνικά ομόλογα: ο μακρύς δρόμος προς την επενδυτική βαθμίδα» είναι ο τίτλος του δημοσιεύματος των Financial Times όπου αναφέρεται ότι η υποχώρηση των αποδόσεων ελληνικών ομολόγων αλλά και η επιστροφή στις αγορές σηματοδοτούν την ανάκαμψη αλλά η απόδραση από την αξιολόγηση «junk» θα χρειαστεί χρόνο.
Έπειτα από αρκετά χρόνια, όπου η Ελλάδα ήταν ο παρίας των κεφαλαιαγορών, πλέον έχουν ανακτήσει την αξιοπρέπεια της.
Ενδεικτικό είναι ότι η απόδοση του 10ετούς ομολόγου έχει υποχωρήσει κατά 1 ποσοστιαία μονάδα μετά την έξοδο από το τρίτο πρόγραμμα διάσωσης, στο 3,3%.
Το spread των 10ετών ελληνικών ομολόγων έχει υποχωρήσει κατά 70 μονάδες βάσης στο 3,3%.
«Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η Ελλάδα έχει κάνει μεγάλη πρόοδο» επισημαίνει ο Andrey Kuznetsov από την Hermes Investment Management επισημαίνοντας τη βελτίωση των δημοσιονομικών και του χρέους.
Η οικονομική βελτίωση συμβάλλει στη διάσωση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας, που κατέρρευσε το 2015 και έχει αρχίσει να κινείται πάλι προς την επενδυτική βαθμίδα.
Αν και παραμένει στην κατηγορία junk, η Ελλάδα αναβαθμίστηκε από τη Moody's τον Μάρτιο.
Εξάλλου, η ελληνική αγορά έχει βελτιωθεί και λόγω των ευνοϊκότερων συνθηκών που έχουν διαμορφωθεί στην ευρωζώνη, που τροφοδότησαν μια γενικότερη μείωση των αποδόσεων σε όλο το μπλοκ.
«Είναι ένα θετικό οικονομικό περιβάλλον για τα spreads γενικότερα.
Έτσι ο κόσμος αναζητά τα assets με τις υψηλότερες δυνατές αποδόσεις, και στην αγορά των κρατικών ομολόγων αυτό ευνοεί την Ελλάδα» επισημαίνει ο Seamus Mac Gorain από την JP Morgan Asset Management.
Ωστόσο, πρέπει να γίνουν πολλά ακόμα.
Οι επενδυτές αναμένουν τις επόμενες εθνικές εκλογές, που -σύμφωνα με τους ίδιους- θα μπορούσαν να είναι ευκαιρία.
«Κανονικά στους επενδυτές δεν αρέσουν οι εκλογές, αλλά σε αυτή την περίπτωση έχεις μια επιλογή μεταξύ αυτής της κυβέρνησης, που πετύχει τους στόχους, και της αντιπολίτευσης, που είναι πιο φιλική όσον αφορά τις επιχειρήσεις.
Κατά συνέπεια αναμένουμε περισσότερο μια ανοδική αντίδραση παρά πτωτική» υποστηρίζει ο Mac Gorain.
 
O τραπεζικός τομέας

Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, ακόμα ένας παράγοντας στον οποίο η Ελλάδα έχει παρουσιάσει βελτίωση είναι ο τραπεζικός τομέας.
Οι ελληνικές τραπεζικές μετοχές ξεπέρασαν πρόσφατα τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
«Οι δείκτες των NPLs στο τραπεζικό σύστημα παραμένουν υψηλοί.
Η Ελλάδα πρέπει να αλλάξει τους πτωχευτικούς νόμους, ώστε να είναι πιο εύκολο για τις τράπεζες να ανακάμψουν, αλλά αυτό δεν θα γίνει πριν τις εκλογές» επισημαίνει ο Kuznetsov (Hermes Investment Management).
Ίσως ο σημαντικότερος παράγοντας για την αξιολόγηση της Ελλάδας είναι η πρόσβαση της στις αγορές.
«Η πρόσβαση στις αγορές είναι πιο σημαντική για τους οίκους αξιολόγησης.
Η αξιολόγηση της Ελλάδας δέχθηκε πλήγμα όταν έχασε την πρόσβαση στις αγορές.
Κατά συνέπεια η ανάκτηση της πρόσβασης είναι πολύ σημαντική» υποστηρίζει ο Mac Gorain (JP Morgan Asset Management).

Τσίπρας σε FT: Χρειαζόμαστε περισσότερες μεταρρυθμίσεις – Δεν σκέφτομαι την ήττα μόνο τη νίκη στις εκλογές

Την θέση ότι η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερες μεταρρυθμίσεις διατυπώνει σε συνέντευξη του στους Financial Times ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος ενόψει των ευρωεκλογών και των δημοσκοπήσεων που θέλουν το ΣΥΡΙΖΑ να υπολείπεται της ΝΔ, αναφέρει ότι το μόνο που σκέφτεται είναι η νίκη.
«Δεν σκέφτομαι την ήττα στις εκλογές, σκέφτομαι πώς να τις κερδίσω.
Υπάρχει ένα ρητό που λέει ότι εάν στρατιώτης πηγαίνει στη μάχη για να χάσει, είναι καλύτερο να μην πάει.
Δεν γεννήθηκα για να γίνω πρωθυπουργός.
Δεν προέρχομαι από μια πολιτική οικογένεια.
Έγινα ο νεότερος πρωθυπουργός στην ιστορία της Ελλάδας, σε ηλικία 40 ετών.
Στη ζωή πρέπει να πολεμάς.
Μόνο αυτό υπάρχει.
Αλλά η τελική απόφαση ανήκει στο λαό, και όχι σε μας» υποστηρίζει ο κ.Τσίπρας.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο ΣΥΡΙΖΑ, όταν ήρθε στην εξουσία το 2015, ήταν το πιο ριζοσπαστικό αριστερό κόμμα που ανέλαβε την εξουσία σε μια ευρωπαϊκή Δημοκρατία από το τέλος του Β’Παγκοσμίου Πολέμου.
Σήμερα, όπως λένε οι FT, οι σύμμαχοι και οι εταίροι της Ελλάδας, από τις Βρυξέλλες μέχρι την Ουάσινγκτον, είναι πιο πιθανό να χειροκροτήσουν τον Τσίπρα, ο οποίος είναι ένας πολιτικός που σβήνει αντί να βάζει φωτιές.
Και βάσει του δημοσιεύματος, το πιο χαρακτηριστικό πεδίο είναι η εξωτερική πολιτική, καθώς κατά τη διάρκεια της θητείας του, οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις έχουν φτάσει στο καλύτερο σημείο τους από το τέλος της δικτατορίας του 1967 -1974.
Επίσης, αναφέρεται η στενή τριμερής συνεργασία Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ που βασίζεται στα κοινά ενεργειακά τους συμφέροντα ενώ υποστηρίζεται ότι και οι Ευρωπαίοι άρχισαν να εμπιστεύονται τον Τσίπρα αφού άλλαξε τη στάση του απέναντι στα μνημόνια, υπογράφοντας το τρίτο μνημόνιο αξίας 86 δις ευρώ που συμφωνήθηκε τον Ιούλιο του 2015.

Η Συμφωνία των Πρεσπών

Ωστόσο, σύμφωνα με τους FT, το μεγαλύτερο επίτευγμα του Τσίπρα είναι η επίλυση της διαφοράς σχετικά με την ονομασία της Βόρειας Μακεδονίας, ζήτημα που παρέμενε άλυτο για 27 χρόνια.
Βάσει του δημοσιεύματος, με την ανάληψη των καθηκόντων του ο Τσίπρας ήθελε να κάνει πρόοδο αλλά ήξερε ότι ήταν δύσκολο δεδομένου ότι πρωθυπουργός ήταν ο ακροδεξιός Nikola Gruevksi.
«Ο Gruevski ήταν ένας τύπος που δεν ήθελε ποτέ να διαπραγματευτεί.
Θυμάμαι ότι πήγα στο Βερολίνο, συνάντησα την καγκελάριο Merkel και συζητήσαμε επί μακρόν για την οικονομική κρίση, για το χρέος, για τα ελλείμματα, για τα μνημόνια.
Αποφασίσαμε να μιλήσουμε και για την εξωτερική πολιτική και είπα ότι θέλω να λύσω αυτό το πρόβλημα, ακόμα και με τον Gruevski.
Θα προσπαθήσω να τον προκαλέσω καλώντας τον στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Εάν δεν το πράξει, θα τον κατηγορήσω ότι δεν θέλει επίλυση της διαφοράς.
Και μου είπε η Merkel ότι «δεν σε πιστεύω».
«Γιατί;» τη ρώτησα και μου απάντησε ότι «επειδή όλοι οι προκάτοχοι σου ποτέ δεν ήθελαν ούτε καν να ανοίξουν το θέμα, ιδιαίτερα ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς».
Είπα ότι «η θέση μου είναι διαφορετική, ότι η Ελλάδα μόνο οφέλη θα έχει, εάν καταφέρουμε να λύσουμε τις διαφορές μας με τους βόρειους γείτονες μας.
Η Ελλάδα έχει αρκετές διαφορές με τους γείτονες της στα ανατολικά, δεν θέλουμε περισσότερα προβλήματα με τους βόρειους μας γείτονες, ειδικά εάν πρόκειται για χώρες που πιστεύω ότι δεν απειλούν την Ελλάδα».
Δεν πιστεύω πως με πίστεψε η Angela Merkel αλλά απέδειξα ότι εννοούσα αυτό που έλεγα, όταν οι εξελίξεις στα Σκόπια έδειξαν ότι υπάρχει μια ευκαιρία» τονίζει ο κ.Τσίπρας, αναφερόμενος στο τέλος της κυβερνητικής θητείας του Gruevksi και στην έλευση στην πρωθυπουργία του Zoran Zaev.
«Φαινόταν πως η μόνη διαφορά είναι η ονομασία.
Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό, ήταν η ιστορία μας και η ταυτότητα μας.
Και αυτό το έκανε πολύ δύσκολη μια συμφωνία.
Πιστεύω πως είναι μια ισορροπημένη συμφωνία.
Κανείς δεν κέρδισε 100% τις θέσεις του.
Όμως σκεφτείτε, η Βόρεια Μακεδονία είναι μια μικρή χώρα 2,5 εκατομμυρίων κατοίκων.
Εάν έχουμε μια κανονική σχέση, αυτή η χώρα μπορεί να γίνει στρατηγικός εταίρος της Ελλάδας, ένα πεδίο για επενδύσεις, για το άνοιγμα των αγορών» υποστηρίζει ο κ.Τσίπρας.
Σύμφωνα με τους FT, το επόμενο βήμα θα μπορούσε να είναι η επίλυση των ελληνοαλβανικών διαφορών, συζήτηση που άνοιξε τον Νοέμβριο του 2017 αλλά σήμερα έχει «βαλτώσει».
Τα εκκρεμή ζητήματα, πάντα βάσει του δημοσιεύματος, είναι τα θαλάσσια σύνορα, η τεχνική κατάσταση του πολέμου που υπάρχει ακόμα μεταξύ των δύο χωρών μετά το 1945 και το καθεστώς της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι έχει διαμηνύσει στον Αλβανό ομόλογο του Edi Rama ότι τα Τίρανα πρέπει να προστατεύουν καλύτερα τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας διαφορετικά ο ευρωπαϊκός δρόμος της Αλβανίας θα κλείσει.
Εάν η Αλβανία εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο Τσίπρας λέει ότι «η Ελλάδα και εγώ προσωπικά θα υποστηρίξουμε μια πιθανή συζήτηση τον Ιούνιο προκειμένου να αρχίσει η ενταξιακή διαδικασία για την Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία μαζί».
«Αλλά δεν θα διακινδυνεύσουμε τη διαδικασία ένταξης για τη Βόρεια Μακεδονία, εάν κάνει πρόοδο.
Αυτό θα ήταν άδικο» τονίζει ο κ.Τσίπρας, αναφέροντας πως «οι λαοί των Βαλκανίων χρειάζονται κάποιο κίνητρο για μεταρρυθμίσεις».
«Είναι σαν το μαστίγιο με το καρότο.
Πρέπει να έχουν το καρότο, εάν όλα είναι μαύρα» λέει ο Έλληνας πρωθυπουργός.
 
Η Ελλάδα αλλάζει - Οι πολίτες τώρα αρχίζουν να βλέπουν τα οφέλη της οικονομικής ανάκαμψης

Ενόψει των κρίσιμων εκλογικών αναμετρήσεων ο Αλέξης Τσίπρας πιστεύει ότι εάν εξαντλήσει τη θητεία του και πάει σε βουλευτικές εκλογές τον Οκτώβριο θα ενισχύσει τις πιθανότητες επανεκλογής του καθώς θα αρχίσουν να αναγνωρίζονται τα οφέλη της σταθερής και μέτριας οικονομικής ανάπτυξης.
«Κάθε μέρα που περνά, πιστεύω ότι ο κόσμος καταλαβαίνει στην καθημερινότητα του ότι η κατάσταση αλλάζει.
Το να περιμένω είναι όφελος για εμένα διότι μερικές φορές υπάρχει μια καθυστέρηση μεταξύ των κρίσιμων αποφάσεων και μέχρι ο κόσμος να καταλάβει τις αλλαγές ειδικά στην οικονομία.
Πιστεύω ότι ο κόσμος αρχίζει τώρα να βλέπει το οφέλη της ανάκαμψης» λέει ο Έλληνας πρωθυπουργός.
«Σε μια περίοδο που οι άλλες χώρες της Ευρωζώνης, βλέπουν τους ρυθμούς ανάπτυξης τους να μειώνονται, εμείς έχουν ακόμα ανάπτυξη άνω του 2%.
Η εκτίμηση μας για το 2019 είναι ότι η ανάπτυξη θα κυμανθεί μεταξύ 2,2% και 2,4%» τονίζει ο Τσίπρας, αναφέροντας πως η προοπτική μιας καλής τουριστικής σεζόν και μιας αυξανόμενης εγχώριας καταναλωτικής ζήτησης ενισχύουν «την πιθανότητα θετικών παρά αρνητικών εκπλήξεων».
Παράλληλα, παραθέτει μια σειρά από αριθμητικά δεδομένα για να καθησυχάσει τους πιστωτές της Ελλάδας – Ευρωπαίους και ΔΝΤ – ότι η δημοσιονομική πορεία της χώρας δεν κινδυνεύει από τις εκλογές, όπως το «μαξιλάρι» των 45 δις ευρώ, η υπεραπόδοση των δημόσιων εσόδων που ξεπερνούν κατά 400 εκατομμύρια ευρώ τους στόχους για τους 4 πρώτους μήνες του έτους καθώς και η πτώση της ανεργίας στο 18%.
Παράλληλα αναφέρεται και στις επενδύσεις κάνοντας λόγο για ρεκόρ δεκαετίας και άνω καθώς το 2018 καταγράφηκε το υψηλότερο ποσό άμεσων ξένων επενδύσεων ύψους 3,6 δις ευρώ.
«Έχουν δρομολογηθεί περισσότερες επενδύσεις» τονίζει ο πρωθυπουργός, ο οποίος παραδέχεται ότι οι πολυετείς νομικές διαδικασίες «λειτουργούν μερικές φορές ως αντικίνητρο για τους επενδυτές», επισημαίνοντας ότι χρειάζεται υπομονή για να επιτευχθεί ένα καλό αποτέλεσμα.
«Πρέπει να καταλάβουμε ότι μερικές φορές είναι καλύτερα να πηγαίνεις τηρώντας τους κανόνες, ακόμα και αν αυτό παίρνει χρόνο, προκειμένου να γίνει μια επένδυση, παρά να προσπαθείς να κάνεις πράγματα χωρίς να είσαι βέβαιος και στο μέλλον να βρεθείς αντιμέτωπος με τεράστιες δυσκολίες.
Τότε δεν θα έχει κανένα νόημα να κατηγορείς τη νομοθεσία και τη δικαιοσύνη, επειδή η ευθύνη θα είναι πάνω μας « τονίζει ο κ.Τσίπρας, ο οποίος παραδέχεται ότι η Ελλάδα πρέπει να εντατικοποιήσει τις προσπάθειες της για να κάνει πιο άνετη τη ζωή των επενδυτών.
«Βέβαια και αναγνωρίζουν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα, ότι πρέπει να κάνουμε περισσότερες μεταρρυθμίσεις.
Οι μεταρρυθμίσεις είναι σαν το ποδήλατο, εάν δεν τις κάνεις, πέφτεις κάτω» υποστηρίζει ο πρωθυπουργός.

Βαλκανική διπλωματική επιτυχία η αλλαγή του ονόματος της Βόρειας Μακεδονίας

Βαλκανική διπλωματική επιτυχία χαρακτηρίζουν οι Financial Times στο σημερινό αφιέρωμα τους την αλλαγή της ονομασίας της ΠΓΔΜ σε Βόρεια Μακεδονία, επισημαίνοντας ότι ο συμβιβασμός που κατέληξε στη Συμφωνία των Πρεσπών απαιτούσε σημαντικό πολιτικό θάρρος από τους δύο πρωθυπουργούς, τον Αλέξη Τσίπρα και τον Zoran Zaev.
«Η ιστορία θα έπρεπε να είναι σχολείο όχι φυλακή λέει ο πρώην ΥΠΕΞ της Ελλάδας, Ν. Κοτζιάς.
Για τα Βαλκάνια, τα οποία ταλανίζονται από εθνοτικές, πολιτικές, θρησκευτικές και εδαφικές διαμάχες που εκτείνονται από γενιά σε γενιά, αυτή είναι μια φιλόδοξη πρόταση» αναφέρουν οι FT, οι οποίοι διερωτώνται «γιατί οι επώδυνες ιστορικές μνήμες πρέπει να παγιδεύουν τις βαλκανικές κυβερνήσεις και τις κοινωνίες σε έναν ατέρμονο κύκλο υποψίας και φόβου;».
«Η Συμφωνία των Πρεσπών τέθηκε σε ισχύ στις 12 Φεβρουαρίου
Η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας μετονομάστηκε σε Βόρεια Μακεδονία, όρος που δεν συνεπάγεται εδαφική απαίτηση για τη βόρεια ελληνική περιφέρεια Μακεδονία.
Από την πλευρά της η Ελλάδα αναγνώρισε το δικαίωμα στην πλειοψηφία των Σλάβων της Βόρειας Μακεδονίας να χρησιμοποιούν τον όρο «μακεδονικός» για τη γλώσσα και την εθνότητα τους.
Με αυτό τον τρόπο βρέθηκε μια απάντηση στην τελευταία εκδοχή του μακεδονικού ζητήματος -μια επαναλαμβανόμενη πηγή έντασης στα νότια Βαλκάνια από τα τέλη του 19ου αιώνα.
Ο συμβιβασμός απαιτούσε σημαντικό πολιτικό θάρρος εκ μέρους των Αλέξη Τσίπρα και Ζόραν Ζάεφ, των πρωθυπουργών της Ελλάδας και της Βόρειας Μακεδονίας.
Η αντίθεση στη συμφωνία ήταν έντονη και στις δύο χώρες.
Στην Ελλάδα, η αντιπαράθεση ανάγκασε σε παραίτηση τον Κοτζιά, ο οποίος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη συμφωνία και διαίρεσε τον κυβερνώντα συνασπισμό του Τσίπρα.
Το ζήτημα παραμένει διχαστικό και για την πολιτική της Βόρειας Μακεδονίας.
Παρόλα αυτά, η συμφωνία των Πρεσπών είναι μια νομικά δεσμευτική διεθνής συνθήκη.
Η σημασία της εκτείνεται πέρα από τα δύο κράτη που την υπέγραψαν» υποστηρίζουν οι FT τονίζοντας ότι η συμφωνία αυτή είναι η μεγαλύτερη διπλωματική επιτυχία στα Βαλκάνια από τις συμφωνίες του Dayton που έβαλαν τέλος στον πόλεμο της Βοσνίας το 1995.
«Η συμφωνία εγείρει ελπίδες για πρόοδο στην αντιμετώπιση άλλων περιφερειακών προκλήσεων, ιδίως της διαμάχης Σερβίας-Κοσόβου, του συνταγματικού αδιεξόδου στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και των τεταμένων ελληνοαλβανικών σχέσεων...» τονίζει το δημοσίευμα, υποστηρίζοντας πως η συμφωνία των Πρεσπών θα κριθεί από το κατά πόσο ακυρώνει τις αμφιβολίες για τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα του βορειο-μακεδονικού κράτους.
«Για να συμβεί αυτό, είναι απαραίτητα τρία βήματα.
Πρώτον, η ΕΕ πρέπει να ανοίξει τις πόρτες της στη Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία…
Δεύτερον, οι Έλληνες και Σλαβομακεδόνες αντίπαλοι της συμφωνίας δεν πρέπει να προσπαθούν να δυσφημήσουν ή να καταστρέψουν τη συμφωνία.
Τρίτον, το αναδυόμενο ζήτημα των νότιων Βαλκανίων είναι το εάν οι εθνοτικοί Αλβανοί της περιοχής θα είναι ικανοποιημένοι να παραμένουν διασκορπισμένοι σε τρία κράτη - την Αλβανία, το Κόσσοβο και τη Βόρεια Μακεδονία - ή αν κάποιοι ή όλοι θα επιδιώξουν να ενωθούν σε μια Μεγάλη Αλβανία.
Οποιοδήποτε τέτοιο παιχνίδι συνεπάγεται υψηλό κίνδυνο εμπλοκής της περιοχής στη βία.
Οι εθνοτικοί Αλβανοί πολιτικοί στις τρεις κοινότητες πρέπει επομένως να ασκούν αυτοσυγκράτηση.
Σε αντάλλαγμα, ωστόσο, οι Ευρωπαίοι και οι περιφερειακοί πολιτικοί στα Βαλκάνια, συμπεριλαμβανομένων των Σκοπίων, πρέπει να καθησυχάσουν όλους τους Αλβανούς ότι οι προσδοκίες τους για ευημερία, αστικά δικαιώματα και ευρωπαϊκή ολοκλήρωση λαμβάνουν τη δέουσα προσοχή.
Από αυτό το στοιχείο θα εξαρτηθεί η ευημερία της Βόρειας Μακεδονίας και ακόμη και η επιβίωση της» τονίζουν οι FT.

Οι ενεργειακές προοπτικές της Ελλάδας

Ο Άγιος Γεώργιος περιγράφεται από την Τέρνα Ενεργειακή ως το πρώτο αιολικό πάρκο της Ελλάδας με "υπεράκτια χαρακτηριστικά" - και η διαδρομή 10 λεπτών με το ελικόπτερο για να φτάσει κανείς σε αυτό καθιστά σαφές το γιατί.
Αυτό αναφέρουν οι Financial Times, περιγράφοντας το στενό, απότομο και τραχύ νησί στο Αιγαίο.
Κατά μήκος της "σπονδυλικής στήλης" του νησιού, 23 ανεμογεννήτριες περιστρέφονται έντονα, καθώς ο άνεμος εδώ είναι πολύ πιο έντονος από ό, τι στην ηπειρωτική χώρα.
Ο Ιωάννης Κουρής, ένα από τα στελέχη της Terna Energy που βοήθησε στην ίδρυση του αιολικού πάρκου, καταδεικνύει τα πλεονεκτήματα της τοποθεσίας: κοντά στην ακτή, ακατοίκητη (αν και με μια σειρά από αρχαιολογικά ευρήματα που είχαν προσεκτικά ανασκαφεί) και άνεμος.
Ο άνεμος χτυπά από το βορρά το 80% του έτους, καθιστώντας τον προσανατολισμό του Αγίου Γεωργίου ιδανικό για την αιολική ενέργεια.
Το αιολικό πάρκο 73MW στον Άγιο Γεώργιο, το οποίο κοστίζει 150 εκατομμύρια ευρώ και άνοιξε το 2017, παράγει αρκετό ηλεκτρικό ρεύμα κάθε χρόνο για 40.000 νοικοκυριά.
Η Terna εξακολουθεί να επενδύει, δημιουργώντας πάρκα με μια χούφτα μηχανικών και προσωπικού υποστήριξης που εργάζονται εκεί σε βάρδιες δύο εβδομάδων.
Συνολικά η εταιρεία διαθέτει 536MW αιολικών πάρκων στην Ελλάδα, από τα συνολικά 2.860 MW της χώρας, παράγοντας 6.300 GWh ετησίως.
Σύμφωνα με τους αναλυτές της βιομηχανίας ενέργειας λένε η Ελλάδα θα μπορούσε να επωφεληθεί από αιολικές ανεμογεννήτριες που έχουν αναπτυχθεί σε άλλες περιοχές της Ευρώπης, όπως η Βόρεια Θάλασσα, αλλά η κυβέρνηση της Ελλάδας απαγόρευσε την υπεράκτια ανάπτυξη το 2010.
"Υπάρχει σημαντικό δυναμικό στις ελληνικές θάλασσες, αν και δεν είναι τόσο εύκολο από τεχνολογικής απόψεως", αναφέρει ο Γιώργος Περιστέρης, διευθύνων σύμβουλος της Terna.
"Είχαμε αναπτύξει έναν μεγάλο αγωγό [έργων].
Στη συνέχεια, η κυβέρνηση αποφάσισε να σταματήσει όλες τις ιδιωτικές εγκαταστάσεις στην ανοικτή θάλασσα.
Ένας λόγος που υποδεικνύουν άλλοι στον κλάδο είναι η αντίδραση της ισχυρής τουριστικής βιομηχανίας της Ελλάδας", προσθέτει.
Σήμερα, η Ελλάδα έχει φιλοδοξίες να αποτελέσει ενεργειακό κόμβο για την περιοχή.
Η γεωγραφία και το κλίμα της υποδηλώνουν πολλές δυνατότητες για παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας: άφθονη ηλιοφάνεια, πλαγιές βουνού και τεράστια ακτογραμμή με χιλιάδες νησιά, πολλά από τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για ηλιακή και αιολική ενέργεια.
Όσον αφορά τις παραδοσιακές πηγές ενέργειας, η χώρα ελπίζει για περαιτέρω ανακαλύψεις πετρελαίου, βασιζόμενη στην παραγωγή που ξεκίνησε το 1981 στον αιγιαλό του Πρίνου στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας.
Ο Πρίνος ανήκει στην Energean, μια εταιρεία με ρίζες στην Ελλάδα και εισηγμένο στο Λονδίνο από το 2016.
Τώρα είναι στον δείκτη FTSE 250.
Η παραγωγή φέτος από τον τομέα αναμένεται να είναι περίπου 5.500 βαρέλια ημερησίως.
Η χώρα αποτελεί επίσης σημείο σύγκλισης για διάφορα τμήματα περιφερειακής ενεργειακής υποδομής.
Μεταξύ των σχεδίων, ο πιο προηγμένος είναι ο αγωγός Trans Adriatic (TAP) ύψους 4,5 δισ. ευρώ, ο οποίος από το 2020 θα φέρει φυσικό αέριο από το Αζερμπαϊτζάν μέσω της Ελλάδας στην Αλβανία και την Ιταλία.
Το έργο - μια διεθνής κοινοπραξία υπό την ηγεσία της βρετανικής πετρελαϊκής εταιρίας BP και της Socar, της κρατικής εταιρείας φυσικού αερίου της Αζερμπαϊτζάν - αποτελεί μέρος της πρωτοβουλίας Southern Gas Corridor με στόχο τη μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο.
Εν τω μεταξύ, η Ρεβυθούσα, ο σταθμός υγροποιημένου φυσικού αερίου κοντά στην Αθήνα που ανήκει στην πρόσφατα ιδιωτικοποιημένη εταιρεία μεταφοράς φυσικού αερίου ΔΕΣΦΑ, είναι ένας σημαντικός κόμβος για τα Βαλκάνια.
Στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, η Exxon και η Total διερευνούν την Κρήτη και έναν αγωγό φυσικού αερίου στην ανατολική Μεσόγειο, ο οποίος θα περιλαμβάνει την Ελλάδα.
Ένας τέτοιος αγωγός "θα έκανε τεράστια διαφορά, καθώς θα ανοίξει την πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά για όλους στην περιοχή", λέει ο Μαθιός Ρήγας, διευθύνων σύμβουλος της Energean, ο οποίος βλέπει τα αέρια του πετρελαίου στα ύδατα του Ισραήλ ως πηγή ανάπτυξης.
Όπως ανέφερε η Energean ενδιαφέρεται να επενδύσει "οπουδήποτε μπορεί κανείς να πετάξει μέσα σε τρεις ώρες από την Αθήνα".
Ωστόσο, ο Ρήγας δεν παραλείπει να αναφερθεί και στην έλλειψη ενός ευρύτερου οικοσυστήματος πετρελαίου και φυσικού αερίου στην Ελλάδα, τονίζονταςότι η χώρα χρειάζεται "μία ή δύο επιτυχίες" για να προσελκύσει περισσότερες μεγάλες επιχειρήσεις.
«Είμαστε ακόμα ο μοναδικός παραγωγός στην Ελλάδα», λέει, επισημαίνοντας ότι οι πολιτικοί αποθάρρυναν τις ξένες εταιρείες με την κριτική τους στον κλάδο.
"Αυτό δεν βοηθά στην προσέλκυση επενδύσεων στη χώρα.
Για να δημιουργηθεί μια βιομηχανία χρειάζεται περισσότερους παίκτες. Θέλουμε η χώρα να δημιουργήσει το κατάλληλο σταθερό περιβάλλον", προσθέτει ο ίδιος.
Ο ενεργειακός τομέας της Ελλάδας εξακολουθεί να περιορίζεται από τα προβλήματα σύνδεσης της περίπλοκης περιοχής.
Μεγάλα ποσοστά των νησιών της βρίσκονται στην πραγματικότητα εκτός του δικτύου και εξαρτώνται από την ακριβή παραγωγή πετρελαίου με καύση.
Επιπλέον, στην αγορά κυριαρχεί η κρατική ΔΕΗ, η οποία κατέχει περίπου τα δύο τρίτα της παραγωγικής δυναμικότητας και δεσπόζει στην προσφορά των νοικοκυριών.
Οι σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι τροφοδοτούνται από λιγνίτη - μια βρώμικη, εγχώρια παραγωγή άνθρακα - είναι μερικές από τις μεγαλύτερες πηγές ενέργειας της χώρας: το 2016, ο λιγνίτης αντιπροσώπευε περίπου το 30% της ελληνικής παραγωγής ενέργειας.
Και η προσπάθεια να πουληθούν τρία από τα λιγνιτικά εργοστάσια της ΔΕΗ απέτυχε τον Φεβρουάριο.
Οι περιβαλλοντικοί αγωνιστές θα προτιμούσαν την Ελλάδα να απομακρυνθεί από το λιγνίτη.
Στο παρόν στάδιο, το εθνικό ενεργειακό σχέδιο θέτει την Ελλάδα σε στόχο μείωσης της παραγωγής λιγνίτη στο 16% μέχρι το 2030, με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της υδροηλεκτρικής ενέργειας, να προβλέπουν 58%.
Για να επιτευχθεί αυτή η φιλοδοξία, οι επενδύσεις που πραγματοποιούνται στο εγχώριο δίκτυο μετάδοσης της Ελλάδας είναι υψίστης σημασίας.
Ο Μάνος Μανουσάκης, διευθύνων σύμβουλος του ιδιοκτήτη του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας ΑΔΜΗΕ, αναφέρει ότι μέχρι το 2028 οι επενδύσει ςθα είναι ύψους 4,2 δισ. ευρώ.
Μια πρόσφατη δημοσίευση από τη Νεκταρία Καρακατσάνη, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ΡΑΕ, αναφέρει ότι η αλλαγή και ο ανταγωνισμός αρχίζουν να ισχύουν.
Σημειώνει ότι η Ελλάδα διαθέτει πλέον πιο ισχυρό και αξιόπιστο ενεργειακό δίκτυο ενώ οι καταναλωτές έχουν περισσότερες επιλογές - με 20 μικρότερους προμηθευτές ενέργειας να κατέχουν μερίδιο αγοράς 22%, έναντι 2% το 2015.

www.bankingnews.gr

bankingnews.gr

BREAKING NEWS