Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

Moody's: Αναβάθμιση έκπληξη κατά 2 κλίμακες σε Β1 από Β3 για την Ελλάδα - Παρά τη βελτίωση της οικονομίας δεν «βλέπει» νέα αναβάθμιση έως το 2020

Moody's: Αναβάθμιση έκπληξη κατά 2 κλίμακες σε Β1 από Β3 για την Ελλάδα - Παρά τη βελτίωση της οικονομίας δεν «βλέπει» νέα αναβάθμιση έως το 2020
Οι τρεις λόγοι που συνέβαλαν στην αναβάθμιση - έκπληξη από την Moody's
Σε αναβάθμιση - έκπληξη κατά δύο κλίμακες σε Β1 από Β3 της μακροπρόθεσμης πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας προχώρησε ο αμερικανικός ελεγκτικός οίκος Moody's Investors Service, ορίζοντας σε σταθερές -από θετικές- τις προοπτικές επαναξιολόγησης (outlook).
Ταυτόχρονα ανέφερε ότι παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί στην οικονομία η βαθμολογία Β δεν πρόκειται για τα επόμενα χρόνια.
(Σχόλιο bankingnews:  Η βαθμολογία Β1 της Moody's μπορεί τυπικά να θεωρείται non event καθώς υπολείπεται μια βαθμίδα από την Fitch ΒΒ- αλλά ουσιαστικά είναι ισχυρό πολιτικό bonus στην κυβέρνηση αλλά και στην αγορά αφού η Moody's είναι γενικώς συντηρητική, προφανώς και επίκειται αναβάθμιση και των τραπεζών σύντομα). 
Η βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική ικανότητα επιβεβαιώθηκε σε «Not Prime».
Όπως αναφέρει ο οίκος αξιολόγησης τρεις είναι οι βασικές αιτίες που τον οδήγησαν σε αυτήν την αναβάθμιση - έκπληξη:


1. Το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων αρχίζει να δίνει καρπούς και η ενδυνάμωση της οικονομίας σε συνδυασμό με την επιτήρηση των πιστωτών αποτελεί επιπλέον εγγύση ότι δεν θα υπάρξει αναστροφή των μεταρρυθμίσεων.
 
2. Η επίτευξη υψηλής δημοσιονομικής απόδοσης αποτελεί, πλέον, σταθερό γεγονός και εκτιμάται ότι θα  υπάρξει περαιτέρω δημοσιονομική βελτίωση και

3. Είναι εγγυημένη η βιωσιμότητα του χρέους σε μεσοπρόθεσμο διάστημα, μετά τη συμφωνία του Eurogroup τον Ιούνιο 2018. Η βιωσιμότητα στηρίζεται τόσο στη δυνατότητα πρόσβασης στις αγορές, στο υψηλό μαξιλάρι ρευσότητας αλλά και στη στήριξη των πιστωτών.

Προσθέτει ακόμη ότι ένας βασικός παράγοντας για τη βελτίωση του πιστωτικού προφίλ της Ελλάδας κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών είναι η πρόοδος που έχει γίνει στο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων.
Αν και υπήρξε «πάγωμα» της μεταρρυθμιστικής διαδικασίας κατά διαστήματα, είναι σαφές ότι αυτό έχει ξεπεραστεί.
Σαφώς, συνεχίζει ο Moody’s, οι μεταρρυθμίσεις έχουν αρχίσει να αποδίδουν καρπούς, τόσο σε ό,τι αφορά το σύνολο της οικονομίας όσο και την αγορά εργασίας με την ενίσχυση της απασχόλησης να «τρέχει» με ρυθμό άνω του 2% κατά τη διάρκεια της τελευταίας 3ετίας.
Στα θετικά και το γεγονός ότι υπάρχει έστω και αργή επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, ενώ σημαντικές είναι και οι δύο προτάσεις που έχουν κατατεθεί – από ΤΧΣ και ΤτΕ- για τη μείωση των NPEs, αν και ο οίκος δεν εκφράζει άποψη για το ποια θεωρεί ως καλύτερη ή πιο ολοκληρωμένη.

Η αύξηση του κατώτατου μισθού και Νόμος Κατσέλη

Όπως ακριβώς και οι άλλοι δύο οίκοι αξιολόγησης έτσι και ο Moody’s εκφράζει επιφυλάξεις για την απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει σε αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 11%, υπογραμμίζοντας ότι μπορεί να αποτελέσει πλήγμα για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Επιπρόσθετα αναφερόμενος στην πρόσφατη έκθεση της Κομισιόν, υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να επιταχυνθεί η εφαρμογή του διάδοχου νόμου Κατσέλη και να αυτό να γίνει με ορθό τρόπο, καθώς διαφορετικά μπορεί να αποτελέσει μία από τις αιτίες για τη μη εκταμίευση ποσού περί του ενός δις. ευρώ από τους δανειστές (επιστροφές από ANFA’s).
Σύμφωνα με τον οίκο «ένας βασικός παράγοντας στις βελτιώσεις του πιστωτικού προφίλ της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια ήταν η πρόοδος που σημειώθηκε στο πρόγραμμα προσαρμογής των μεταρρυθμίσεων που συμφωνήθηκε με τους δανειστές του επίσημου τομέα της Ελλάδας.
Ενώ η πρόοδος έχει σταματήσει κατά περιόδους, με καθυστέρηση ή απώλεια στόχων, η ορμή της μεταρρύθμισης φαίνεται να είναι όλο και πιο εδραιωμένη, με καλές προοπτικές για περαιτέρω πρόοδο και χαμηλό κίνδυνο αντιστροφής.
Κατά την άποψη του Moody, καθώς μιλάμε για τη σταδιακή ενίσχυση των θεσμών της Ελλάδας, η συνεχιζόμενη μεταρρυθμιστική προσπάθεια αρχίζει σιγά σιγά να αποδίδει καρπούς στην οικονομία.
Η οικονομία της Ελλάδας έχει καταστεί σημαντικά πιο ανοικτή τα τελευταία χρόνια, καθώς οι εξαγωγές αντιπροσωπεύουν το 37% του ονομαστικού ΑΕΠ από το 3ο τρίμηνο του 2018 σε σύγκριση με 22% το 2010.
Η ανταγωνιστικότητα βελτιώθηκε αισθητά λόγω της σημαντικής μείωσης του κόστους εργασίας και των εξαγωγών τόσο τα αγαθά όσο και οι υπηρεσίες επιταχύνθηκαν έντονα κατά το 2018.
Οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας αρχίζουν να αντικατοπτρίζονται στην έντονη αύξηση της απασχόλησης, η οποία κυμάνθηκε στο 2% ή και περισσότερο τα τρία τελευταία χρόνια, έναντι της μέσης αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ για την περίοδο.
Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος και του Υπουργείου Εργασίας, οι συμβάσεις εργασίας γίνονται πιο ευέλικτες και η διαπραγμάτευση των μισθών γίνεται ολοένα και περισσότερο στο επίπεδο της επιχείρησης και όχι στο επίπεδο του κλάδου ή της βιομηχανίας, όπως συμβαίνει ιστορικά.
Η αύξηση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας, η μετάβαση προς την αποκεντρωμένη διαπραγμάτευση των μισθών και η μείωση της παραδοσιακά υψηλής προστασίας της απασχόλησης που αποτελούσε εμπόδιο στην πρόσληψη, υπήρξαν βασικοί στόχοι των μεταρρυθμίσεων της αγοράς εργασίας που θεσπίστηκαν στα πλαίσια των προγραμμάτων προσαρμογής.
Οι ιδιωτικοποιήσεις επιταχύνθηκαν πρόσφατα και αποτελούν θετικό βήμα για την προσέλκυση ξένων εμπειρογνωμόνων, κεφαλαίων και επενδύσεων, καθώς και για τη βελτίωση του ανταγωνισμού στις εγχώριες αγορές.
Το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και η Τράπεζα της Ελλάδος παρουσίασαν νέες προτάσεις για την επιτάχυνση της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στον τραπεζικό τομέα, οι οποίες - αν εφαρμοστούν - θα μπορούσαν να αποτελέσουν σημαντικό συστατικό στοιχείο για την πιο επιθετική αντιμετώπιση της βασικής αδυναμίας των τραπεζών.
Η θετική αξιολόγηση του Moody έρχεται παρά ορισμένες πρόσφατες κυβερνητικές αποφάσεις που δεν ήταν πλήρως σύμφωνες με τις δεσμεύσεις.
Ειδικότερα, η απόφαση αύξησης του κατώτατου μισθού κατά 11% υπερβαίνει τη σύσταση της ομάδας εμπειρογνωμόνων κατά 5-10% και θα βλάψει την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας αν μεταφραστεί σε γενικότερα υψηλές μισθολογικές αυξήσεις.
Ωστόσο, ο Moody's θεωρεί ότι ο κίνδυνος μιας ουσιαστικής αντιστροφής των ήδη εφαρμοζόμενων μεταρρυθμίσεων είναι χαμηλός, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των γενικών εκλογών που πρέπει να πραγματοποιηθούν το αργότερο τον Οκτώβριο, αλλά ενδέχεται να προχωρήσουν σε λίγους μήνες.
Τα πλέον πολιτικά επώδυνα μέτρα έχουν ήδη τεθεί σε ισχύ, με την οικονομία να δείχνει τελικά σημάδια ανάκαμψης, μειώνοντας τα κίνητρα για οποιαδήποτε μελλοντική κυβέρνηση να θέσει σε κίνδυνο τα κέρδη που έχουν κερδίσει σκληρά.
Η συνεχής επιτήρηση του πιστωτικού φορέα θα πρέπει να μειώσει περαιτέρω τον κίνδυνο ανατροπής της μεταρρύθμισης».

Η εικόνα του ελληνικού χρέους

Ο οίκος χαρακτηρίζει ως επιτυχημένη την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές, τα έσοδα από την τελευταία έκδοση του 5ετούς ομολόγου μαζί με τα αντίστοιχα κεφάλαια που υπάρχουν στο «μαξιλάρι ασφαλείας» καθιστούν ευκολότερη τη διαχείριση του ελληνικού χρέους.
Σύμφωνα με τον οίκο το χρέος θα υποχωρήσει χαμηλότερα από το 154% του ΑΕΠ το 2022, εφόσον, όμως, η Ελλάδα παραμείνει πιστή και επιτύχει τους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα που έχει συμφωνήσει με τους πιστωτές της.
«Οι μεταρρυθμίσεις που θεσπίστηκαν, παράλληλα με την ανάκαμψη της ανάπτυξης, επέτρεψαν στην Ελλάδα να επιτύχει ουσιαστική δημοσιονομική εξυγίανση τα τελευταία χρόνια, με το πρωτογενές ισοζύγιο να βρίσκεται πλέον σταθερά σε μεγάλη πλεονασματική θέση και η συνολική ισορροπία να είναι επίσης πλεονασματική τα τελευταία τρία χρόνια.
Οι στόχοι που συμφωνήθηκαν με τους πιστωτές της χώρας της ζώνης του ευρώ έχουν ξεπεραστεί και με μεγάλο περιθώριο από το 2015.
Σημαντικό μέρος της δημοσιονομικής βελτίωσης οφείλεται στα διαρθρωτικά μέτρα που λήφθηκαν κατά το τρίτο πρόγραμμα προσαρμογής που έληξε τον Αύγουστο του 2018, καθώς και τις προσπάθειες περιορισμού του μισθολογικού κόστους και της απασχόλησης του δημόσιου τομέα.
Η Moody's θεωρεί επίσης θετική τη δημιουργία της ανεξάρτητης διοίκησης φορολογικών εσόδων της IAPR στις αρχές του 2017, η οποία έχει ήδη επιτύχει σημαντική πρόοδο στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και στην αύξηση των φορολογικών εσόδων.
Σημαντική συμβολή στη συνολική δημοσιονομική επίδοση προέκυψε από το λογαριασμό επιτοκίων, το οποίο μειώθηκε κατά περισσότερο από 16% από το 2015, χάρη στα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους που χορήγησε η ζώνη του ευρώ.
Ακόμη και αν υποτεθεί ότι κάποια χρηματοδότηση από την αγορά θα έχει υψηλότερα επιτόκια, το νομοσχέδιο θα παραμείνει γενικά σταθερό τα προσεχή έτη σε περίπου 3% του ΑΕΠ.
Όλα αυτά τα μέτρα παρέχουν εμπιστοσύνη ότι τα πρόσφατα αξιόπιστα δημοσιονομικά στοιχεία της Ελλάδας μπορούν να διατηρηθούν τα επόμενα χρόνια», αναφέρεται στην έκθεση.
Προστίθεται ακόμη ότι «Η πρόσφατη δημοσιονομική εξυγίανση υποστηρίζεται από το πακέτο ελάφρυνσης του χρέους που συμφωνήθηκε με τους πιστωτές της ζώνης του ευρώ τον περασμένο Ιούνιο, γεγονός που μειώνει σημαντικά την αποπληρωμή του χρέους της Ελλάδας για την επόμενη δεκαετία και πέρα.
Το πακέτο επέκτεινε τόσο τη μέση ληκτότητα των δανείων του EFSF (το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης της ζώνης του ευρώ στην Ελλάδα, που ανέρχεται σε περίπου 131 δισ. Ευρώ ή το 70% του ΑΕΠ) όσο και η περίοδος χάριτος επί των τόκων που οφείλονται κατά δέκα έτη.
Η Ελλάδα θα χρειαστεί να αρχίσει να κάνει πληρωμές για δάνεια από το EFSF το 2033.
Το πακέτο αυτό, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη σταθερή δημοσιονομική επίδοση, θα εξασφαλίσει ότι οι ακαθάριστες ανάγκες χρηματοδότησης της Ελλάδας θα είναι χαμηλές τα επόμενα χρόνια, γύρω στο 10% του ΑΕΠ μέχρι το 2032. Επιπλέον, οι πιστωτές της ζώνης του ευρώ δεσμεύτηκαν να επανεξετάσουν ξανά το χρέος της Ελλάδας το 2032 και να παράσχουν περαιτέρω ανακούφιση εάν χρειαστεί (υπό τον όρο ότι η Ελλάδα παραμένει σε καλό δρόμο με τις δεσμεύσεις της).
Δεν υπάρχουν άλλα οφέλη κυριαρχίας από παρόμοια επίπεδα στήριξης.
Στη συνέχεια, η ελληνική κυβέρνηση επέστρεψε με επιτυχία στις διεθνείς αγορές ομολόγων.
Τα έσοδα αυτής της έκδοσης, μαζί με ένα αποθεματικό ταμειακών συναλλαγών ύψους 26,8 δισ. ευρώ ή 14,5% του ΑΕΠ από τα τέλη του 2018, παρέχουν ένα σημαντικό περιθώριο έναντι της απόσβεσης μεσοπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου χρέους συνολικού ύψους 22 δισ. Ευρώ για τα επόμενα τρία χρόνια.
Η βιωσιμότητα του χρέους ενισχύεται ουσιαστικά μεσοπρόθεσμα, ενώ ο δείκτης δημόσιου χρέους μειώνεται ακόμη και κάτω από τις τυποποιημένες παραδοχές του Moody's.
Στο βασικό σενάριο του οργανισμού αξιολόγησης, ο δείκτης χρέους θα παραμείνει κάτω από το 167% του ΑΕΠ το 2020, έναντι 181% πέρυσι.
Η Moody's προβλέπει περαιτέρω μείωση του χρέους κάτω από το 154% το 2022, αν υποτεθεί ότι πληρούνται οι στόχοι του πρωτογενούς πλεονάσματος».

«Παγωμένη» η αξιολόγηση στο Β

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έκθεση του αμερικανικού οίκου, καθώς τονίζει ότι η αξιολόγηση της Ελλάδας δεν πρόκειται να ξεπεράσει το επίπεδο Β για τα επόμενα χρόνια.

Για να συμβεί κάτι τέτοιο θα πρέπει να σημειωθούν αναπάντεχες και εντυπωσιακές βελτιώσεις τόσο στην οικονομική πορεία της Ελλάδας όσο και στην αντίστοιχη πορεία των ελληνικών θεσμών.
Άλλωστε θα πρέπει να υπάρξουν περαιτέρω βελτιώσεις των συνθηκών και νέες μεταρρυθμίσεις ώστε να επιτευχθεί κάποια εντυπωσιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας.
Ο οίκος αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «οι σταθερές προοπτικές εξισορροπούν τον σχετικά χαμηλό κίνδυνο πολιτικής ή δημοσιονομικής αναστροφής έναντι της περιορισμένης ανοδικής πορείας προς το πιστωτικό προφίλ της Ελλάδας.
Παρά τις σημαντικές βελτιώσεις που έχουν σημειωθεί μέχρι σήμερα, οι πιστωτικές μετρήσεις της Ελλάδας είναι πιθανό να παραμείνουν ανάλογες με την κατηγορία Β στην επόμενη χρονιά, ενώ δεν υπάρχουν σημαντικές και απροσδόκητες περαιτέρω βελτιώσεις στη θεσμική ισχύ της χώρας και στις οικονομικές της επιδόσεις.
Οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης θα παραμείνουν χαμηλές εάν δεν επιταχυνθούν σημαντικά οι επενδύσεις.
Οι υψηλότερες επενδύσεις απαιτούν περαιτέρω μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος και την εξασφάλιση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας καθώς και για την επίτευξη φορολογικού καθεστώτος φιλικότερο προς την ανάπτυξη, διατηρώντας παράλληλα συνετές δημοσιονομικές πολιτικές.
Ενώ οι νέες προτάσεις για την εξυγίανση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων του τραπεζικού τομέα είναι πολλά υποσχόμενες, χρειάζονται περαιτέρω λεπτομερείς εργασίες για να μπορέσουν να υλοποιηθούν. απαιτούνται περισσότερα μέτρα για τον καθαρισμό του ισολογισμού του τομέα, προκειμένου να προωθηθεί ο δανεισμός στην πραγματική οικονομία.
Επίσης, ενώ η Ελλάδα κατόρθωσε να νομοθετήσει πολλά σημαντικά μεταρρυθμιστικά μέτρα τα τελευταία τρία χρόνια, εκείνα που επικεντρώνονται σε θεσμικές αλλαγές και αλλαγές συμπεριφοράς, θα χρειαστούν χρόνο για να ενσωματωθούν πλήρως και να αντικατοπτριστούν π.χ. μια πιο αποτελεσματική και επαγγελματική δημόσια διοίκηση, σταθερή φορολογική συμμόρφωση και γενικότερα μια αλλαγή στην κουλτούρα πληρωμών από τον πληθυσμό γενικότερα».

Ο παράγοντας νέα κυβέρνηση

Παρά, όμως, την παραπάνω παραδοχή για την αξιολόγηση Β ο οίκος φροντίζει να προσθέσει ότι μπορεί να υπάρξει περαιτέρω αναβάθμιση της Ελλάδας σε περίπτωση που «υπάρξει μία νέα κυβέρνησης από τις επικείμενες εκλογές η οποία θα είναι ιδιαίτερα φιλική προς τις μεταρρυθμίσεις και θα εφαρμόσει μία ξεκάθαρη και αξιόπιστη ατζέντα που θα οδηγήσει σε περαιτέρω ανάκαμψη της οικονομίας».
Σύμφωνα με τη Moodys: «Η αξιολόγηση θα μπορούσε τελικά να αναβαθμιστεί αν αναγκαστεί να βγει από τις προσεχείς εκλογές μια κυβέρνηση με έντονη μεταρρύθμιση και να θέσει σε εφαρμογή μια σαφή και αξιόπιστη ατζέντα για περαιτέρω οικονομικές πολιτικές φιλικές προς την ανάπτυξη.
Μια θετική αξιολόγηση θα απαιτούσε επίσης ταχύτερη από την αναμενόμενη μείωση του δείκτη δημόσιου χρέους - πιθανώς συνδεόμενη με τη βιώσιμη έντονη οικονομική ανάπτυξη με την ενίσχυση των επενδύσεων - και με σημαντική βελτίωση της υγείας του τραπεζικού τομέα.
Αντίστροφα, η αξιολόγηση θα μπορούσε τελικά να υποβαθμιστεί αν γινόταν σαφές ότι η δυναμική των μεταρρυθμίσεων είχε διαλυθεί, ενώ οι προηγούμενες μεταρρυθμίσεις αντιστράφηκαν ή λήφθηκαν άλλα πολιτικά βήματα που οδηγούν σε ουσιαστικά ασθενέστερα δημοσιονομικά αποτελέσματα ή θέτουν σε κίνδυνο τα κερδισμένα κέρδη ανταγωνιστικότητας και θεσμικές βελτιώσεις.
Η Moody's θα δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην πολιτική της επόμενης κυβέρνησης για τη δημόσια απασχόληση, δεδομένης της σημασίας που έχει η δημιουργία μιας λιγότερο πολιτικοποιημένης δημόσιας διοίκησης.
Οι ανανεωμένες εντάσεις με τους εταίρους της ζώνης του ευρώ στην Ελλάδα θα ήταν επίσης αρνητικές, καθώς αυτό θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να θέσει υπό αμφισβήτηση την προοπτική για περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους μετά το 2032 - αν χρειαστεί».

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης